- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Διορισμοί στο Δημόσιο: Περασμένα μεγαλεία
Η περιβόητη μονιμότητα του Δημοσίου φαίνεται να ασκεί όλο και λιγότερη γοητεία σε μία γενιά που δεν φοβάται καθόλου να ρισκάρει.
Η ελκυστικότητα του Δημοσίου στην Ελλάδα μειώνεται, καθώς νέες αξίες, ευκαιρίες στον ιδιωτικό τομέα και χαμηλότεροι μισθοί αλλάζουν τις εργασιακές επιλογές.
Για πολλές δεκαετίες, στα χρόνια τόσο πριν όσο και μετά τη μεταπολίτευση, ο διορισμός στο Δημόσιο στην Ελλάδα θεωρείτο όνειρο ζωής, το τζακ-ποτ της επαγγελματικής εξασφάλισης, η αρχή κα το τέλος της εργασιακής αναζήτησης, καθώς προσέφερε stress-free απασχόληση, σίγουρη -αργή, αλλά προβλέψιμη- εξέλιξη, σταθερότητα ενός όχι πολύ υψηλού, αλλά πάντως ικανοποιητικού για τα δεδομένα εκείνων των περιόδων μισθού, καθώς και εγγύηση ισόβιας αποκατάστασης· στοιχεία που υπερτερούσαν με διαφορά των εύπλαστων εργασιακών συνθηκών και των σκληρών αβεβαιοτήτων του ιδιωτικού τομέα και πάνω στα οποία στηρίχτηκε μεθοδικά η ευόδωση των μικροαστικών life plans -σπίτι, γάμος, οικογένεια- ολόκληρων γενεών σε προηγούμενες εποχές.
Από κοινωνικο-ιστορικής άποψης, η θελκτικότητα του δημόσιου έναντι του ιδιωτικού τομέα ρίζωσε πάνω στην ανάγκη αντιμετώπισης -με όσο το δυνατόν ασφαλέστερους όρους και ελεγχόμενες προϋποθέσεις- των δεινών της πολιτικο-οικονομικής αστάθειας και της φτώχειας που ακολούθησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, στην έλλειψη υποστηρικτικών δομών ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους για την προστασία των ανέργων από την αβεβαιότητα μίας χωρίς δίχτυ ασφαλείας πραγματικότητας, αλλά και στην επίδραση μίας επί μακρόν κυρίαρχης οικογενειακής νοοτροπίας που εξίσωνε τη «σίγουρη δουλειά» στο Δημόσιο με ένα ευκολοδιάβατο μονοπάτι κοινωνικής καταξίωσης, αναγνώρισης, εξέλιξης και ανόδου.
Εξ ου και ο δημόσιος υπάλληλος -ο εκπαιδευτικός, ο εφοριακός, το στέλεχος μιας ΔΕΚΟ- έφτασε να θεωρείται για πολλά χρόνια αξιοσέβαστο και υψηλού κύρους επάγγελμα: Ευυπόληπτος πολίτης, περιζήτητος γαμπρός για τη δημιουργία οικογένειας και αξιόπιστος τραπεζικός πελάτης για τη λήψη στεγαστικού δανείου, με μόνο εχέγγυο τη δια βίου μισθολογική σταθερότητα και τον μποναμά του εφάπαξ.
Αυτή ακριβώς τη «δίψα» της κοινωνίας είδε και εκμεταλλεύτηκε από νωρίς το εγχώριο πολιτικό σύστημα, για να μετατρέψει τους διορισμούς στο Δημόσιο σε εργαλείο άσκησης επιρροής και εγκαθίδρυσης ενός στιβαρού πελατειακού συστήματος με όχημα την ευνοιοκρατία· κάτι, όμως, που εν τέλει συνέβαλε σε μία εκ βάθρων κατάλυση της αξιοκρατίας και στην εκτεταμένη διάχυση κουλτούρας πολιτικών γνωριμιών και κομματικής υποστήριξης με προσωπικά ανταλλάγματα (ρουσφέτια), δημιουργώντας κατηγορίες βολεμένων και περιθωριοποιημένων πολίτων και καθιστώντας κάποια στιγμή (όταν, πλέον, ο δημόσιος τομέας «μπούκωσε» ασφυκτικά και η πίεση για διαφάνεια και δικαιοσύνη στις προσλήψεις μετατράπηκε σε ορμητικό κοινωνικό αίτημα) επιτακτική την ανάγκη για την εξισορρόπηση μίας τέτοιας παθογενούς κατάστασης με τη σύσταση του ΑΣΕΠ (1994).
Κάνοντας ένα μεγάλο χρονικό άλμα από τότε στο σήμερα, η κατάσταση πράγματι έχει αλλάξει άρδην. Όχι, όμως, σε σχέση τόσο με τον εκδημοκρατισμό των προσλήψεων, που σε μεγάλο βαθμό έχει επιτευχθεί, όσο -πολύ περισσότερο- σε σχέση με τη διακύμανση της έντασης που σημειώνει στη σύγχρονη εποχή η πάλαι ποτέ άσβεστη κοινωνική επιθυμία για απασχόληση στο Δημόσιο.
Σε πρόσφατη (Ιανουάριος 2026) ενημερωτική συνάντηση του Προέδρου του ΑΣΕΠ με εκπροσώπους των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, παρουσιάστηκαν στοιχεία αναφορικά με τις αναπληρώσεις διοριστέων υπαλλήλων την περίοδο 2021-2025· δηλαδή, σε σχέση με αιτήματα δημόσιων φορέων για αντικατάσταση υποψηφίων που διατέθηκαν για διορισμό, αλλά εκείνοι τον αρνήθηκαν. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, αρνούνται τον διορισμό τους και όσοι διατίθενται σε επόμενα στάδια ως επιλαχόντες, με αποτέλεσμα, όταν η τριετής ισχύς των πινάκων διοριστέων κάποια στιγμή εκπνέει, να παραμένουν οριστικά κενές πολλές θέσεις και να πρέπει να επαναπροκηρυχθούν με την ίδια γραφειοκρατική διαδικασία.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση του ποσοστού αρνήσεων κατά 106%, συνηγορώντας ευθέως υπέρ μίας φθίνουσας ελκυστικότητας του Δημοσίου ως εργοδότη ακόμα και σε περιόδους ανόδου των ποσοστών ανεργίας ή δύσκολων συνθηκών στον ιδιωτικό τομέα, η οποία άρχισε να γίνεται εμφανής στις απαρχές της οικονομικής κρίσης του 2010, αλλά δείχνει πλέον να έχει εγκαθιδρυθεί για τα καλά ανάμεσα στους αναζητούντες εργασία.
Σε μία πρώτη -εύκολη και προφανή- ανάγνωση, η συγκεκριμένη ανάστροφη τάση βρίσκει εύλογη εξήγηση στις σημαντικές μισθολογικές περικοπές που επιβλήθηκαν την περίοδο των μνημονίων, που μίκρυναν ή και σε ορισμένες περιπτώσεις αντέστρεψαν την οικονομική διαφορά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και στις ολιγωρίες του συστήματος προσλήψεων, που προκαλούν σημαντική χρονοκαθυστέρηση μεταξύ της επιτυχίας και του διορισμού υποψήφιων, κάποιοι από τους οποίους στο διάστημα που μεσολαβεί (ακόμα και δύο έτη κάποιες φορές) είτε έχουν βρει αλλού (στην Ελλάδα ή το εξωτερικό) ικανοποιητική εργασία που δεν θέλουν να αφήσουν είτε έχουν δημιουργήσει οικογενειακές υποχρεώσεις σε άλλη πόλη από αυτή που διορίζονται και η μετακίνησή τους δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή.
Παράλληλα, ωστόσο, συντρέχουν υποδορίως και κάποιοι άλλοι εξίσου επιδραστικοί παράγοντες που έχουν να κάνουν, αφενός, με συντριπτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, τις οποίες το Δημόσιο δεν μπορεί να ακολουθήσει ή τις ακολουθεί με μεγάλη υστέρηση, όσο και με μία σημαντική μετατόπιση αξιών των σημερινών νέων σε σχέση με τα επαγγελματικά τους οράματα και φιλοδοξίες.
Η προοδευτική ανάδειξη νέων επαγγελμάτων στον ιδιωτικό τομέα και η συνεχής δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης σε αναδυόμενους τομείς, όπως τεχνολογία και ψηφιακή οικονομία, digital marketing και online επιχειρηματικότητα, media creation και startup entrepreneurship, καινοτομία και έρευνα, κ.λπ., που σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, συνδυάζονται και με νέες μορφές εργασίας (freelancer, remote worker, digital nomad), έρχονται σε αντιδιαστολή με τον σταθερό προσανατολισμό του Δημοσίου σε πιο «παραδοσιακές» ειδικότητες, προφανώς βέβαια επειδή το Δημόσιο δεν λειτουργεί με κριτήρια αγοράς (κέρδος, ανταγωνισμός) και οι ανάγκες του είναι περισσότερο διοικητικές-κοινωνικές, παρά εμπορικές.
Ας μην μας διαφεύγει, επίσης, το γεγονός ότι η κατοχή πολύ υψηλών μορφωτικών προσόντων (μεταπτυχιακών τίτλων) από υποψήφιους υπαλλήλους στη σημερινή εποχή και, μάλιστα, σε πρωτοπόρες ειδικότητες και διεπιστημονικά πεδία (πολυ-ειδίκευση) είναι πλέον ο κανόνας, εν αντιθέσει με τις δεκαετίες 1950-1980, που το υψηλότερο standard θεωρείτο το πτυχίο (ενώ οι δεξιότητες πληροφορικής ήταν ακόμα ανύπαρκτες και η γνώση ξένης γλώσσας από κάποιον υπάλληλο απλώς η δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση).
Η ανάγκη αξιοποίησης τέτοιων ειδικών προσόντων σε συμβατές θέσεις εργασίας, η καθημερινή ικανοποίηση που αντλείται από την απασχόληση, όταν «κουμπώνει» πάνω στη γνωστική ειδίκευση του υπαλλήλου και, παράλληλα, προσφέρει μισθολογικές αυξήσεις αναλόγως παραγόμενων αποτελεσμάτων και ευκαιρίες γρήγορης επαγγελματικής εξέλιξης αξιοκρατικά, σε συνδυασμό, δε, και με τη μεγαλύτερη σημασία που δίνουν οι νεότεροι εργαζόμενοι στην ευελιξία της εν κινήσει μεταβολής καριέρας και εναλλαγής επαγγελματικών ρόλων, συνιστούν έναν killer combination που -κακά τα ψέματα- είναι απείρως πιθανότερο να βρεθεί στον ιδιωτικό παρά στον δημόσιο τομέα, ο οποίος για όλα τα παραπάνω διαθέτει, εν πολλοίς, αυστηρά τυποποιημένες, ομολογουμένως αργόσυρτες και σαφώς λιγότερο δυναμικές διαδικασίες.
Τέλος, η περιβόητη μονιμότητα του Δημοσίου φαίνεται να ασκεί όλο και λιγότερη γοητεία σε μία γενιά που, μαθημένη στις δυσκολίες της οικονομικής κρίσης και πλήρως εξοικειωμένη με τον ευμετάβλητο χαρακτήρα των παγκόσμιων εξελίξεων, δεν φοβάται καθόλου να ρισκάρει. Ιδίως στη σημερινή εποχή, όπου οι εργασιακές συνθήκες στον ιδιωτικό τομέα είναι καλύτερα ρυθμισμένες νομοθετικά και εξασφαλίζουν περισσότερα δικαιώματα στους εργαζόμενους και που, την ίδια στιγμή, η εσαεί εργασιακή σταθερότητα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αντικίνητρο και ανασχετικός παράγοντας στην υλοποίηση ονείρων, παρά ως το δέλεαρ που μεσουράνησε σε μία άλλη -ξεπερασμένη- κοινωνική πραγματικότητα.