Πολιτικη & Οικονομια

Θυματοποιώντας την πραγματικότητα στον βωμό της αοριστίας: Η ευκολία του αναπόδεικτου πολιτικού λόγου

Θυσιάζονται τα ψήγματα αλήθειας στον βωμό της υπεραπλούστευσης της πραγματικότητας

Αριστοτέλης Σταμούλας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο πολιτικός λόγος, οι γενικεύσεις, ο λαϊκισμός και η δραματοποίηση των γεγονότων αλλοιώνουν την πραγματικότητα.

Στο πλαίσιο της πρόσφατης (27 Φεβρουαρίου) συζήτησης στη Βουλή με αφορμή την επίκαιρη ερώτηση του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ για την κυβερνητική πολιτική στον τομέα της ενέργειας και την ενεργειακή ακρίβεια, η αναφορά σε «οικογένειες που κλείνουν το καλοριφέρ για να καταφέρουν να πληρώσουν το σουπερμάρκετ» υπήρξε, θεωρώ, χαρακτηριστικό παράδειγμα μίας φρασεολογίας που κυριαρχεί στον δημόσιο πολιτικό λόγο και αξιοποιεί με μεγάλη συχνότητα και εξαιρετική ευκολία εκφραστικά μοτίβα γενίκευσης καταστάσεων.

Σε άλλες περιστάσεις ανάλογης επιδιωκόμενης συνολικής απαξίωσης του κυβερνητικού έργου στο παρελθόν, έχουμε ακούσει από το σύνολο των πολιτικών αρχηγών επίσης ότι «ολόκληρη η κοινωνία ασφυκτιά/υποφέρει», «η κυβέρνηση έχει αποτύχει σε όλα τα μέτωπα», «όλα πάνε λάθος», «η χώρα οδηγείται στον γκρεμό», «η οικονομία/παιδεία/υγεία καταρρέουν», «η χώρα βυθίζεται στην αναξιοπιστία», «η δημοκρατία έχει καταλυθεί/ζούμε σε χούντα», «οι πολίτες νιώθουν εγκαταλελειμμένοι», «δεν υπάρχει κράτος», «τα πάντα έχουν διαλυθεί», κ.λπ.

Φυσικά, τέτοια λεκτικά μοτίβα δεν αποτελούν μονοπώλιο της αντιπολίτευσης, όταν επιδιώκει να προκαλέσει ή να ενισχύσει αρνητικές εντυπώσεις, αλλά χρησιμοποιούνται αφειδώς και από την κυβέρνηση, όταν, αντιθέτως, στοχεύει στην εξιδανίκευση καταστάσεων ή στην υποβάθμιση προβλημάτων (π.χ. «πάμε μια χαρά», «η χώρα προοδεύει/έχει αλλάξει σελίδα», «τα προβλήματα έχουν ξεπεραστεί», «όλοι οι πολίτες μάς εμπιστεύονται», κ.ά.).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, γεγονός είναι ότι θυσιάζονται τα ψήγματα αλήθειας που μπορεί όντως να εμπεριέχουν μέσα στην αοριστία τους τέτοιες διατυπώσεις στον βωμό της υπεραπλούστευσης της πραγματικότητας και του υπερτονισμού ή της υποβάθμισης καταστάσεων, στοχεύοντας κοντόφθαλμα στην αφύπνιση στιγμιαίων αντανακλαστικών των πολιτών, αλλά εν τέλει καταλήγοντας να τους δημιουργούν στρεβλές εντυπώσεις και, ίσως, από κάποια στιγμή και έπειτα να τους προκαλούν βαρεμάρα και αποστροφή.

Η συγκεκριμένη φρασεολογία είναι τυπική ενός παραδειγματικού τρόπου εκφοράς του λόγου από τις πάσης φύσης ελίτ (πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, θρησκευτικές), που βασίζεται συνειδητά στη λογική της αδιόρατης κατηγοριοποίησης, της σωρηδόν ταξινόμησης, της ευρείας τυποποίησης και της αφαιρετικότητας-απροσδιοριστίας των νοημάτων, σε αντίθεση με πιο αφηγηματικές εκφραστικές οδούς που μεταχειρίζονται αβίαστα οι πολίτες στην καθημερινότητά τους και εμφανίζουν μεγαλύτερη προσήλωση στην απόδοση βιωματικών καταστάσεων, στη χρονική και αιτιώδη σύνδεση γεγονότων και, εν τέλει, στην παραγωγή εύληπτων νοημάτων μέσα από πραγματικές καταστάσεις και αληθινές ιστορίες.

Η προφανής απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο εκφραστικά μοντέλα σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των λεγομένων τους αντανακλάται και στους διαφορετικούς σκοπούς που εξυπηρετούν: Στην περίπτωση της αφηγηματικής διάστασης, προτάσσονται η ειλικρίνεια της επικοινωνίας και η ανόθευτη μετάδοση πληροφοριών, ενώ η παραδειγματική διάσταση, ακριβώς επειδή υποκρύπτει ιδιοτελή πολιτική σκοπιμότητα (τη συσπείρωση κομματικών ψηφοφόρων ή/και την έλξη νέων), στοχεύει σε μία οριζοντιοποιημένη παρουσίαση της κοινωνίας υπό μορφή ενιαίου συνόλου, αγνοώντας ωστόσο προκλητικά την εσωτερική της πολυδιάσταση και την εγγενή ποικιλομορφία της, μέσα από την καταφυγή σε καθολικές κρίσεις και απόλυτες γενικεύσεις, τη χρήση δραματοποιημένων όρων, την πρόκληση έντονων συναισθηματικών φορτίσεων, την προβολή κάθετων διχοτομικών σχημάτων και τη μονοδιάστατη επίκληση απαισιόδοξων (ή υπεραισιόδοξων) μηνυμάτων, που υποτίθεται λανθασμένα ότι εισπράττονται από όλους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και ότι γεννούν ταυτόσημες αντιδράσεις.

Όταν, όμως, δεν γίνεται διάκριση επιμέρους πολιτικών ή τομέων, στους οποίους ασκείται κριτική, επιλέγεται σκόπιμα η εστίαση στο αόριστο αντί το συγκεκριμένο, αποφεύγεται η τεκμηρίωση πομπωδών συγκρίσεων στις οποίες γίνεται εμφατική αναφορά, δεν αιτιολογείται η προέλευση συμπερασμάτων που παρουσιάζονται ως θέσφατα, στοχεύονται περίτεχνα μόνο οι ευαίσθητες χορδές του συλλογικού συναισθήματος, που ενισχύουν το αίσθημα αδικίας, και όχι του πνεύματος και της λογικής, που ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη των πολιτών, και, τέλος, όταν η συζήτηση δεν αφορά στη στοχευμένη αξιολόγηση τετελεσμένων γεγονότων, εφαρμοσμένων πολιτικών ή σχεδιαζόμενων στρατηγικών, αλλά περιδιαβαίνει σε μία απροσδιόριστη θεματολογία («beating about the bush», επί το αγγλικότερον), τότε μέσω αυτών των ρητορικών τεχνικών τείνουν να αναδεικνύονται αρνητικά ή θετικά περιστατικά ως αντιπροσωπευτικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι.

Οι δραματοποιημένες περιγραφές, προκειμένου να ενισχυθεί η αίσθηση κρίσης και πανικού στους πολίτες, και οι οργανωμένες επιθέσεις σε συνολικό επίπεδο, χωρίς ειδικές αναφορές και επί τούτου στοιχεία, συνιστούν βολικά μέσα άσκησης καθημερινής «ευκαιριακής» πολιτικής, ακριβώς επειδή αποφεύγουν την αποδεικτική βάσανο και παρεκκλίνουν τεχνηέντως από τους κανόνες της δομημένης -πάνω στην απαίτηση της επαλήθευσης- αντιπαράθεσης, εκεί δηλαδή όπου ξεχωρίζει η ήρα από το σιτάρι (ο μετριοπαθής, αποδείξιμος και ζυγισμένος πολιτικός λόγος από τις αστοιχείωτες φραστικές ακρότητες και τις αυθαίρετες λεκτικές υπερβολές που μεθοδεύουν τη δημιουργία πρόσκαιρων εντυπώσεων, απομειώνοντας τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων).

Σε τελική ανάλυση, ο «ξύλινος» πολιτικός λόγος που αναπόφευκτα είναι το τελικό παραγόμενο προϊόν τέτοιων εκφραστικών σχημάτων, τον οποίο έχουμε χορτάσει επί δεκαετίες και από τον οποίο δεν έχουμε ομολογουμένως να περιμένουμε σημαντικά πράγματα, φαίνεται να ζει και να βασιλεύει. Και προφανώς θα συνεχίσει να το κάνει, μέχρι οι πολίτες να γυρίσουν οριστικά την πλάτη στον υφέρποντα λαϊκισμό που τον υποδαυλίζει.