- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται ρεύμα
Σε μια δημοκρατία η εναλλαγή επιτυγχάνεται όταν πείθεις ότι μπορείς να κυβερνήσεις καλύτερα. Μέχρι στιγμής, ο καταγγελτικός λόγος, όσο έντονος κι αν είναι, δεν καταφέρνει αυτό το άλμα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η αντιπολίτευση και η απουσία πειστικής εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Από το 2019 μέχρι σήμερα, ο δημόσιος λόγος της αντιπολίτευσης, μείζονος και ελάσσονος, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιομορφία. Υψηλή ένταση, οξύτητα, διαρκής κριτική οποιασδήποτε κυβερνητικής απόφασης, προσωπικές επιθέσεις στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, υπουργών και στελεχών, αναφορές σε δεξιά στροφή, καταγγελίες για υπονόμευση των θεσμών, υποχώρηση του κράτους δικαίου, δημοκρατική εκτροπή, πάσης φύσεως ξεπουλήματα και πολλά άλλα συναφή. Παράλληλα, κάθε κρίση, ατύχημα, διοικητική αστοχία ή κοινωνικό πρόβλημα αποδίδεται προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη και εντάσσεται σε ένα συνολικό αφήγημα αποτυχίας.
Είναι μια στρατηγική που επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία αρνητικού συναισθήματος, στο μηδενισμό οποιασδήποτε κυβερνητικής πράξης ή πρωτοβουλίας, σε έναν ολοκληρωτικό αντιπολιτευτικό πόλεμο. Απέδωσε πολιτικά αυτή η στρατηγική; Φαίνεται πως όχι.
Τα εκλογικά αποτελέσματα των διπλών εκλογών του 2023, όχι μόνο δεν κατέγραψαν φθορά της κυβέρνησης, αλλά η διαφορά υπέρ της Νέας Δημοκρατίας διευρύνθηκε στη δεύτερη κάλπη, με αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη αυτοδυναμία.
Αν η προαναφερθείσα στρατηγική, η οξύτητα και ο καταγγελτικός λόγος λειτουργούσαν ως αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής ανατροπής, η εικόνα θα ήταν διαφορετική. Η πραγματικότητα απέδειξε ότι η συνεχής οξύτητα δεν μεταφράστηκε σε εκλογική μετατόπιση.
Θα περίμενε κανείς ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν όχι όλα, τουλάχιστον όσα δηλώνουν κόμματα εξουσίας, θα προβληματίζονταν από το αποτέλεσμα, θα ανέλυαν τι συνέβη και θα προέβαιναν στις αναγκαίες μεταβολές της στρατηγικής τους. Όμως, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Συνέχισαν όλοι ανεξαιρέτως το ίδιο μοτίβο, ενισχύοντας το μάλιστα με ισχυρές δόσεις μηδενισμού, λαϊκισμού και υπερβολών.
Παρά τα λάθη, τις κρίσεις, τα πάσης φύσεως προβλήματα και τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά επτά ετών διακυβέρνησης, το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένουν σε χαμηλά ποσοστά.
Όταν σχεδόν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης χρησιμοποιούν παρόμοια μοτίβα (θεσμική εκτροπή, αυταρχισμός, αποτυχία σε όλα τα πεδία, εγκληματική συμμορία), η διαφοροποίηση εξαφανίζεται. Όλοι μοιάζουν ίδιοι. Από την επανάληψη, το μήνυμα χάνει την έντασή του. Η συνεχής υπερβολή οδηγεί σε απευαισθητοποίηση ή αδιαφορία του ακροατηρίου.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ο δημόσιος λόγος της αντιπολίτευσης υπερβαίνει την πολιτική κριτική και διολισθαίνει σε απόλυτες περιγραφές συνολικής κατάρρευσης. Γίνεται λόγος για διεθνή απομόνωση ή για πλήρη κατάρρευση της οικονομίας, ενώ η χώρα βελτιώνει τη διεθνή της θέση, λειτουργεί εντός των ευρωπαϊκών της πλαισίων και καταγράφει θετικές μεταβολές σε βασικούς δείκτες. Συχνά, κάθε μεμονωμένο περιστατικό ανάγεται σε απόδειξη γενικευμένης αποσύνθεσης του κράτους. Όταν όμως η εμπειρία σημαντικής μερίδας των πολιτών δεν ταυτίζεται με αυτή τη ζοφερή εικόνα, αλλά βιώνει μια σύνθετη πραγματικότητα με προβλήματα και ταυτόχρονες βελτιώσεις, δημιουργείται ρήγμα ανάμεσα στο πολιτικό αφήγημα και στην εμπειρική αντίληψη των πολιτών. Και όταν αυτό το ρήγμα διευρύνεται, η κριτική χάνει τη δύναμή της.
Επιπλέον, η υπερβολική προσωποποίηση των επιθέσεων έχει συχνά το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Σε ηγετοκεντρικά πολιτικά συστήματα, όπως το δικό μας, η διαρκής στοχοποίηση ενός προσώπου, εν προκειμένω του Μητσοτάκη, ενισχύει τη συσπείρωση των υποστηρικτών του. Τα αρνητικά μηνύματα μπορεί να τραβούν περισσότερο την προσοχή, όμως η υπερβολική και μονοδιάστατη αρνητική καμπάνια συχνά παράγει φαινόμενα boomerang, δηλαδή αντίστροφη συσπείρωση υπέρ του στοχοποιημένου. Όταν κάθε πρόβλημα αποδίδεται προσωπικά στον πρωθυπουργό, η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε μονομαχία. Και οι μονομαχίες, ιδίως όταν δεν συνοδεύονται από εναλλακτική πρόταση εξουσίας, τείνουν να ενισχύουν τον ήδη ισχυρό παίκτη.
Με τη στρατηγική που επέλεξε –και εξακολουθεί να ακολουθεί– η αντιπολίτευση δεν κατορθώνει να εκμεταλλευτεί τα λάθη και τις αδυναμίες της κυβέρνησης και να μετατρέψει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πολιτική εναλλακτική. Τα δημοσκοπικά δεδομένα, ανεξαρτήτως των πρόσκαιρων διακυμάνσεων, δείχνουν ότι δεν το έχει πετύχει.
Προφανώς, η κυβέρνηση έχει διαπράξει λάθη. Κάθε πολυετής διακυβέρνηση παράγει αστοχίες, φθορά, ξεβολέματα, συγκρούσεις συμφερόντων και κοινωνικές δυσαρέσκειες. Ακόμη, σε μερίδα των πολιτών υπάρχει δυσπιστία, απογοήτευση, κυνισμός, ματαίωση, ανασφάλεια, φόβος, αίσθηση αδικίας και πολιτική κόπωση. Φαινόμενα που δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά παρατηρούνται σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, ιδίως σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας, οικονομικής πίεσης, θεσμικής κρίσης ή ταχείας κοινωνικής αλλαγής.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν διαμορφώσει ένα συνεκτικό και θετικό αφήγημα εξουσίας, ούτε μια πειστική εικόνα κυβερνητικής επάρκειας. Επιπλέον, δεν έχουν καταφέρει να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες που υπερβαίνουν τους ήδη πεπεισμένους πυρήνες των υποστηρικτών τους. Αυτό είναι αστοχία στρατηγικής.
Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα της περιόδου 2019–2026 είναι ότι σε μια δημοκρατία η εναλλαγή δεν επιτυγχάνεται μόνο με την αποδόμηση του αντιπάλου. Επιτυγχάνεται όταν πείθεις ότι μπορείς να κυβερνήσεις καλύτερα. Μέχρι στιγμής, ο καταγγελτικός λόγος, όσο έντονος κι αν είναι, δεν καταφέρνει αυτό το άλμα. Ο αρνητισμός χωρίς αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση και η θεματοποίηση σκανδάλων, χωρίς πειστική εναλλακτική, δεν αρκούν για να αλλάξουν τους συσχετισμούς ισχύος, ούτε διαμορφώνουν πλειοψηφικό ρεύμα.
Σε ένα εκλογικό σώμα που έχει περάσει από χρεωκοπία, υπερδεκαετή οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή αναταραχή και γεωπολιτική αβεβαιότητα, η σταθερότητα και η διαχειριστική επάρκεια αποκτούν αυξημένη αξία. Η αποδόμηση του παρόντος χωρίς πειστική εικόνα του μέλλοντος περιορίζει τη δυναμική εκλογικής μετατόπισης.
Μετά από μακρά περίοδο κρίσεων, η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι κοινωνίες επιλέγουν την προβλεψιμότητα αντί της ανατροπής, δεν ψηφίζουν τόσο για να τιμωρήσουν, όσο για να επιλέξουν ποιος θα κυβερνήσει την επόμενη ημέρα.