Πολιτικη & Οικονομια

Η «Δημοκρατική Άμυνα» στη Θεσσαλονίκη: Ο Γιάννης Μέλφος και η αποκατάσταση της αλήθειας

Τα διαθέσιμα τεκμήρια και οι ιστορικά ανακριβείς και ανυπόστατες κατηγορίες

A.V. Guest
17’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η αλήθεια για τα μέλη της οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα» και ο ρόλος του Γιάννη Μέλφου

→ Γράφει ο Βασίλης Μέλφος, Καθηγητής ΑΠΘ

Η «Δημοκρατική Άμυνα» στη Θεσσαλονίκη

Οι πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία αντιδικτατορικής οργάνωσης στην Ελλάδα ξεκίνησαν αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Μία από τις πρώτες μορφές αντίστασης εκφράστηκε μέσω της οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα», η οποία ιδρύθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο 1967 και, λίγο αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούλιο 1967. Η δράση της Οργάνωσης στην πόλη ξεκίνησε με την άφιξη του Βασίλη Φίλια από την Αθήνα και τη συνάντηση που είχε με τον Γιάννη Μέλφο και τον Γιώργο Σιπητάνο. Στην συνέχεια, οργανώθηκαν ο Σωτήρης Δέδες, ο Χαρίλαος Δώδος, ο Παύλος Ζάννας, η Μάγδα Ζουράρη, ο Κρατερός Ιωάννου, ο Νίκος Λεβεντάκης, ο Αργύρης Μαλτσίδης, ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ο Στέλιος Νέστωρ, ο Κώστας Πύρζας και ο Γιώργος Σωσσίδης.

Η δράση της Οργάνωσης επικεντρώθηκε στη σύνταξη και αποστολή ενημερωτικών δελτίων και προκηρύξεων, μέσω ταχυδρομείου, στη διανομή της εφημερίδας «Δημοκρατική Άμυνα», που εκδιδόταν στην Αθήνα, και στην επικόλληση αυτοκόλλητων με το σύνθημα «Δημοκρατική Άμυνα - Η Δημοκρατία θα νικήσει». Όπως αναφέρει και ο Κατσαφάδος (2019), τα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας», αν και «δεν προέρχονταν από κάποιο μαζικό κόμμα και δεν είχαν ανάλογη εμπειρία, επιχείρησαν να αντισταθούν στη Δικτατορία, σε συνθήκες παρανομίας1». Επιδίωκαν την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και προσπάθησαν να συγκροτήσουν αντίσταση στο καθεστώς. Ωστόσο, τέθηκαν γρήγορα υπό παρακολούθηση από την Ασφάλεια και, όπως σημειώνει ο Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους2, «συνελήφθησαν λόγω απειρίας και παραλείψεων».

Εικ. 1. Αυτοκόλλητο της «Δημοκρατικής Άμυνας» Θεσσαλονίκης (Αρχείο Γ. Μέλφου)

Στις 24 Μαΐου 1968 και τις επόμενες ημέρες συνελήφθησαν οι Δέδες, Ζάννας, Μαλτσίδης, Μέλφος, Νέστωρ, Πύρζας, Σιπητάνος και Σωσσίδης, που κρατήθηκαν στην Ασφάλεια, στο Α.Τ. Καλαμαριάς, σε στρατόπεδο κοντά στο Σέδες και στην ΚΥΠ του Γ’ Σώματος Στρατού. Εκεί ανακρίθηκαν για μεγάλο διάστημα. Από τα 13 μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» επιλέχθηκαν να δικασθούν έξι, οι Δέδες, Ζάννας, Μαλτσίδης, Νέστωρ, Πύρζας και Σιπητάνος. Η δίκη ξεκίνησε στις 6 Νοεμβρίου 1968, ενώπιον του Εκτάκτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, με τους κατηγορούμενους να αντιμετωπίζουν την κατηγορία της απόπειρας ανατροπής του καθεστώτος. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από το δικαστήριο στην πιθανή συνεργασία με στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης «Πατριωτικό Μέτωπο», όπως τον Αλέκο Παπαλέξη, ηγετική φυσιογνωμία του ΚΚΕ. Η ενδεχόμενη συνεργασία της «Δημοκρατικής Άμυνας» με το «Πατριωτικό Μέτωπο» θεωρήθηκε από το δικαστήριο «πράξη εθνικώς εγκληματική3», λόγω του έντονου αντικομμουνιστικού κλίματος της εποχής. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιας συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη δεν αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, ενώ την ευθύνη για τις επαφές με τον Παπαλέξη ανέλαβε ο Μέλφος, όπως επανειλημμένα ανέφερε στην κατάθεσή του στο δικαστήριο4.

Επίσης, το δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε κατασχεθέντα αντικείμενα, όπως ο πολύγραφος που βρέθηκε στην κατοχή του Πύρζα, καθώς και σε υλικό που εντοπίστηκε στο γραφείο του Νέστορα5: έναν συνθηματικό κρυπτογραφικό κώδικα και ένα σημείωμα του ίδιου του Νέστορα, το οποίο αναφερόταν σε «ένοπλο αγώνα». Τα στοιχεία αυτά θεωρήθηκαν ενδείξεις πρόθεσης για βίαιες ενέργειες6, γεγονός που επιβάρυνε σημαντικά τη θέση του Νέστορα στη διάρκεια της δίκης. Παράλληλα, οι επαφές του με μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» στην Αθήνα εκλήφθηκαν από το δικαστήριο ως τεκμήριο ενδεχόμενης συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανώσεων7. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Αθήνα η «Δημοκρατική Άμυνα» είχε όντως συμφωνήσει να συνεργαστεί με το «Πατριωτικό Μέτωπο»8.

Η υπερασπιστική γραμμή επικεντρώθηκε στο ήθος και την προσωπικότητα των κατηγορουμένων, αναδεικνύοντας την αστική τους προέλευση, τον αντικομμουνισμό τους και την πατριωτική τους στάση. Καταθέσεις προσωπικοτήτων, όπως του Ευάγγελου Αβέρωφ, ενίσχυσαν το προφίλ των κατηγορουμένων ως πνευματικών και υπεύθυνων πολιτών, μακριά από κάθε μορφή τρομοκρατικής δράσης. Η δίκη είχε σαφώς πολιτικό χαρακτήρα και το Στρατοδικείο επέβαλε ποινές φυλάκισης από 5,5 έως 16,5 έτη στους κατηγορούμενους.

Ο Γιάννης Μέλφος (1931-1996) και το αρχείο του

Ο πατέρας μου Γιάννης Μέλφος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931, σε οικογένεια μεσοαστικής τάξης, με βαθιές ιστορικές ρίζες και έντονη πνευματική και πατριωτική παρουσία. Ο παππούς του, Ιωάννης Μέλφος, υπήρξε μάχιμος εκπαιδευτικός στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία, με έντονη δραστηριότητα κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Μέλφος διαμορφώθηκε πολιτικά και κοινωνικά μέσα από τις ταραγμένες δεκαετίες του 20ου αιώνα: την Κατοχή, τον Εμφύλιο και αργότερα την Δικτατορία. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 16 ετών. Φοίτησε στο Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση. Συμμετείχε ενεργά στα πολιτιστικά και φοιτητικά δρώμενα της εποχής και ήταν ενεργό μέλος των λογοτεχνικών περιοδικών «Πυρσός», «Νέα Πορεία», «Φοιτητικά Γράμματα Θεσσαλονίκης» και «Παμφοιτητική».

Το 1963 αναμείχθηκε ενεργά στην υπόθεση Λαμπράκη, καταθέτοντας αυτοβούλως, μετά από παραίνεση του βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Γεωργίου Μπακατσέλου, ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη που έγινε το 1966, αφού ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του βουλευτή της ΕΔΑ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί σε στενή και πιεστική παρακολούθηση από την Ασφάλεια. Παρά τις πιέσεις και τους κινδύνους, παρέμεινε πολιτικά ενεργός. Μέσα στη Δικτατορία ο Μέλφος έστελνε ανταποκρίσεις, τηλεφωνικά από περίπτερο, στην εφημερίδα «Φωνή της Αλήθειας», που εκδιδόταν στο Παρίσι, δίνοντας πληροφορίες για τις συλλήψεις που έκανε το δικτατορικό καθεστώς. Τις πληροφορίες τις συγκέντρωνε μαζί με τον Τριαντάφυλλο (Φούλη) Βράκα9.

Ως στέλεχος της οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα» στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη στις 24 Μαΐου 1968. Έμεινε σε πλήρη απομόνωση για δύο περίπου μήνες στην ΚΥΠ και άλλον ένα μήνα ήταν συγκρατούμενος με τον Σωσσίδη. Η ανάκρισή του άρχισε στις 11 Ιουνίου 1968. Δεν δικάστηκε, όπως δεν δικάστηκαν και άλλα έξι από τα 13 στελέχη της «Δημοκρατικής Άμυνας» Θεσσαλονίκης, δηλαδή, ο Ιωάννου, ο Μάνεσης, η Ζουράρη, ο Δώδος, ο Λεβεντάκης και ο Σωσσίδης.

Ανέκαθεν ο Μέλφος, ως μαθητής και φοιτητής, ανήσυχος, ονειροπόλος και ασυμβίβαστος για την εποχή του, είχε ενδιαφέροντα, εκτός από την πολιτική και την Αριστερά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, μουσικά και ιστορικά. Δημιούργησε μια εξαιρετικά σπάνια και πολύτιμη ιστορική βιβλιοθήκη, με επίκεντρο την περίοδο 1941-49, η οποία περιλαμβάνει μαρτυρίες, αναλύσεις, μελέτες, αρχειακό υλικό και ντοκουμέντα σχετικά με την Κατοχή, την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Στο πλαίσιο της ιστορικής του έρευνας, αποδελτίωσε πλήθος βιβλίων και κατέγραψε τα ονόματα εκατοντάδων μελών αντιστασιακών οργανώσεων, αξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού, καθώς και πολιτών που συνέβαλαν στην Αντίσταση. Το πολύτιμο αυτό αρχείο παραδόθηκε στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ), προκειμένου να είναι διαθέσιμο σε μελετητές και ερευνητές. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη μελέτη βιβλίων για την ιστορία της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης, όπως και στους Θεσσαλονικείς συγγραφείς, με τους οποίους διατηρούσε ιδιαίτερα φιλική σχέση, όπως τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, τον Νίκο Μπακόλα κ.ά. Εξάλλου, μετά τη Μεταπολίτευση, συμμετείχε ενεργά σε πολιτιστικούς συλλόγους και πολιτικές οργανώσεις. Η πνευματική του ευρύτητα αντικατοπτρίζει το πολιτικό του ήθος και τη σταθερή του επιδίωξη για ιστορική γνώση και αλήθεια.

Σε όλη του τη ζωή ο Μέλφος υπήρξε βαθιά προσηλωμένος στις ανθρώπινες αξίες. Με ακλόνητη πίστη στις ιδέες του, ακέραιο χαρακτήρα και αφοσίωση στο δίκαιο και την αλήθεια, ενέπνεε σεβασμό και αγάπη. Η ευγένειά του, η ειλικρίνεια και εκείνο το χαρακτηριστικό πλατύ χαμόγελο, με μια σχεδόν παιδική αθωότητα, άγγιζαν όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν. Ο αιφνίδιος θάνατός του, το 1996, σε ηλικία μόλις 65 ετών, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια, στους φίλους και σε όλους όσοι τον εκτιμούσαν.

Μετά τον θάνατό του ήρθε στην κατοχή μου η βιβλιοθήκη του και το πλούσιο αρχείο του. Συνέχισα να εμπλουτίζω την βιβλιοθήκη και άρχισα να μελετώ τα αρχεία του. Ξεκίνησα μία έρευνα για το προφίλ και την δράση του πατέρα μου κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, αλλά και μετά. Επικοινώνησα με στενούς φίλους του, όπως ο Βασίλης Βαλανάς (αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, στέλεχος αριστερών οργανώσεων), ο Νίκος Γεραγάς (δικηγόρος στην Ξάνθη), ο Αλέκος Γρίμπας (μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη, αντιστασιακός με εξορίες, στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (ποιητής) κ.ά., οι οποίοι μου έδωσαν πολλά στοιχεία.

Στο αρχείο του Μέλφου εντόπισα υλικό που είχε συγκεντρώσει σχετικά με την «Δημοκρατική Άμυνα», με σκοπό τη μελλοντική δημοσιοποίησή του. Το αρχείο περιλαμβάνει εφημερίδες της εποχής που δημοσίευσαν εκτενώς και με ακρίβεια τις στιχομυθίες ανάμεσα σε δικαστές, μάρτυρες και κατηγορούμενους στη δίκη των μελών της «Δημοκρατικής Άμυνας» το 1968. Εντοπίστηκε, επίσης, απόσπασμα από τα Πρακτικά του Στρατοδικείου, με την επίσημη κατάθεσή του στη δίκη, ένα ιδιόχειρο σημείωμα έξι σελίδων με καταγραφή των γεγονότων από τη σύλληψή του στις 24 Μαΐου 1968 και εξής (Εικ. 2), καθώς και μια επιστολή του 1975 προς τον Κώστα Πύρζα, μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας», ο οποίος είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης (Εικ. 3). Όλα αυτά τα τεκμήρια χρησιμοποιούνται παρακάτω για να φωτίσουν τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με τον ρόλο του Γιάννη Μέλφου στη «Δημοκρατική Άμυνα» της Θεσσαλονίκης. Μέσα από τη μελέτη τους, συνεχίζω το έργο του πατέρα μου, επιδιώκοντας να ολοκληρώσω όσα ο ίδιος δεν πρόλαβε, με στόχο την αποκάλυψη και την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Εικ. 2. Τμήμα από το ιδιόχειρο σημείωμα (Αρχείο Γ. Μέλφου)
Εικ. 3. Τμήμα από την επιστολή του Μέλφου προς τον Πύρζα (Αρχείο Γ. Μέλφου)

Οι ανυπόστατες κατηγορίες εναντίον του Γιάννη Μέλφου και η αποκατάσταση της αλήθειας

Το 2000 ο Αλέξανδρος Ζάννας επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου «Ημερολόγιο Φυλακής», βασισμένου στις σημειώσεις του πατέρα του Παύλου Ζάννα (1929-1989), τις οποίες είχε γράψει στη φυλακή και αναφέρονται και στη συμμετοχή του στη «Δημοκρατική Άμυνα». Παρόλο που ο ίδιος ο Παύλος Ζάννας δεν είχε κάνει κάποια αναφορά στις σημειώσεις του σχετικά με τον Μέλφο, ο Αλέξανδρος Ζάννας, επικαλούμενος μαρτυρίες άλλων μελών της Οργάνωσης, χωρίς όμως να αναφέρει ούτε ένα όνομα ούτε ένα τεκμήριο, τον ενοχοποιεί για προδοσία και ως «βασικό μάρτυρα κατηγορίας στην δίκη των έξι»10.

Ο δικηγόρος-δημοσιογράφος Ξενοφώντας Μαυραγάνης11 στο βιβλίο του «7 και κάτι νύχτες», που κυκλοφόρησε το 2017 με αυτοβιογραφικές μαρτυρίες για την περίοδο της Χούντας, αναφέρει ότι ο «Γ.Μ. τα ξέρασε όλα όσα ήξερε και δεν ήξερε μέσα σε λίγες ώρες και ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας12». Όλα αυτά συνιστούσαν μία ανυπόστατη και βαριά κατηγορία, την οποία, όπως αναφέρει ο ίδιος, τη στήριξε «αποκλειστικά στις σημειώσεις και τα στοιχεία που είχε από την παρακολούθηση της επικαιρότητας εκείνης της εποχής», ως δημοσιογράφος, χωρίς όμως να προσκομίσει κάποια απτή απόδειξη των ισχυρισμών του!

Το 2019, ο Στέλιος Νέστωρ εξέδωσε το βιβλίο «Το Συναξάρι μου», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στη δράση της αντιδικτατορικής οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα» στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στις συλλήψεις και τη δίκη των έξι μελών της. Στο πλαίσιο αυτό, κατηγορεί ευθέως τον Μέλφο ότι πρόδωσε την Οργάνωση στην Ασφάλεια, γεγονός που, σύμφωνα με τον Νέστορα, οδήγησε στη σύλληψη πολλών μελών το 1968.

Ο Σ. Νέστωρ στο «Το Συναξάρι μου» βασίζει την κατηγορία του κατά του Γ. Μέλφου σε τρία στοιχεία. Πρώτον, όπως ο ίδιος αναφέρει, από την πρώτη ημέρα της ανάκρισής του από την ΚΥΠ, οι ανακριτές φέρονται να γνώριζαν λεπτομέρειες και ονόματα, γεγονός που του προκάλεσε έκπληξη. Και αυτό το αποδίδει αυθαίρετα στον Μέλφο. Χαρακτηριστικά γράφει: «Ένα πρωί, καθώς περνούσα, είδα την πόρτα ενός γραφείου ανοιχτή. Έριξα μία κλεφτή ματιά και έμεινα άφωνος. Μέσα: κρεβάτι, πολυθρόνα, έπιπλο γραφείου… και ο Γιάννης! Ο συμμαθητής και φίλος και σύντροφος Γιάννης Μέλφος. Τώρα εξηγούνταν όλα. Πάντως, από εκείνη την ημέρα οι πληροφορίες ερχόντουσαν όλο και πιο λεπτομερείς, όλο και πιο συγκεκριμένες13».

Ο ισχυρισμός αυτός του Νέστορα είναι ανυπόστατος. Στο ιδιόχειρο σημείωμά του, ο Μέλφος αποκαλύπτει τη σκληρή μεταχείριση που υπέστη κατά την τρίμηνη κράτησή του: «παρατεταμένη απομόνωση στην ΚΥΠ, ψυχολογικός πόλεμος και απόπειρες ηθικής εξόντωσης». Ο ίδιος κατέγραψε πως «ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής έλεγε με έπαρση: τον Μέλφο τον κουρελιάσαμε». Η διαβίωση σε καλύτερες συνθήκες, όπως την περιέγραψε Νέστορας στο βιβλίο του καθώς και η ευκαιρία που του δόθηκε να τη διαπιστώσει προφανώς ήταν προϊόντα σκόπιμης διαρροής, με στόχο τη διαίρεση των μελών της «Δημοκρατικής Άμυνας», μέσω της δυσφήμισης του Μέλφου.

Το δεύτερο στοιχείο που παραθέτει ο Νέστωρ στο βιβλίο του αφορά μια σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του, με τη συμμετοχή διαφόρων μελών της «Δημοκρατικής Άμυνας». Οι ανακριτές φαίνεται πως είχαν πλήρη γνώση των λεπτομερειών της σύσκεψης αυτής, γεγονός που ο Νέστωρ αποδίδει στον Μέλφο14. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της δίκης δεν υπήρξε καμία σχετική αναφορά από τον Μέλφο για το συγκεκριμένο περιστατικό. Αντίθετα, ο μάρτυρας Δώδος, επίσης μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας», ήταν εκείνος που κατέθεσε στο δικαστήριο τις λεπτομέρειες της σύσκεψης εκείνης, στην οποία είχε παρευρεθεί15. Επομένως, και αυτός ο ισχυρισμός του Νέστορα, ότι ο Μέλφος είχε αποκαλύψει τα γεγονότα της σύσκεψης είναι ανυπόστατος.

Το τρίτο στοιχείο που παραθέτει ο Νέστωρ στο βιβλίο του αφορά την κατάθεση του Μέλφου στο δικαστήριο, προσάπτοντάς του αυθαίρετα την ιδιότητα του «μάρτυρα κατηγορίας». Ο Νέστωρ υποστηρίζει ότι, παρότι ο Μέλφος ήταν εκείνος που είχε αναλάβει τις επαφές με το «Πατριωτικό Μέτωπο» και τον Παπαλέξη του ΚΚΕ, κατά τη διάρκεια της δίκης αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη και μετέφερε την ευθύνη αυτών των επαφών στον ίδιο τον Νέστορα. Η σχετική περιγραφή στο βιβλίο «Το Συναξάρι μου» χαρακτηρίζεται από έντονο μελοδραματισμό, στοιχείο που δεν συνάδει με τον ψύχραιμο και τεκμηριωμένο χαρακτήρα μιας ιστορικής αφήγησης. Γράφει λοιπόν ο Νέστωρ: «Ο Καραπάνος (Πρόεδρος του δικαστηρίου) τον ρωτούσε συνέχεια για τις συναντήσεις με τους "κομμουνιστάς". Η εξιστόρηση των γεγονότων από τον Γ. Μέλφο ήταν μεν λεπτομερής, αλλά γινόταν σε πρώτο πληθυντικό (είδαμε, μας πρότειναν, κ.λπ). Ο Καραπάνος έσκυβε από την έδρα και του φώναζε: "Ποιος; Ποιος τους έβλεπε; Ποιος είχε την πρωτοβουλία; Θέλω ονόματα.” Ακολούθησε σιωπή. Και αμέσως μετά, με φωνή χαμηλωμένη, που έμοιαζε να θέλει να βυθιστεί στο πάτωμα, ακούστηκε η απάντηση: "Ο Νέστωρ". Οχλοβοή ακολούθησε την απόλυτη σιγή. Εγώ πετάχτηκα από τη θέση μου και ούτε ξέρω τι έλεγα στον μάρτυρα που ήταν έτοιμος να καταρρεύσει16». Ο διάλογος αυτός, που ασφαλώς, λόγω της βαρύτητάς του, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος, δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τον Τύπο της εποχής ούτε από τα Πρακτικά της Δίκης. Είναι μια ανυπόστατη επινόηση του Στέλιου Νέστορα, καθαρή μυθοπλασία17.

Όπως προκύπτει από τα Επίσημα Πρακτικά της Δίκης, ο Μέλφος, σε όλη την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ανέλαβε την ευθύνη των προσωπικών του ενεργειών, ιδιαίτερα τις επαφές με στελέχη του «Πατριωτικού Μετώπου» και συγκεκριμένα με τον Παπαλέξη, τονίζοντας ότι οι σχετικές συναντήσεις έγιναν αποκλειστικά από τον ίδιο. Συγκεκριμένα, σε σχετική ερώτηση του Προέδρου δήλωσε: «Στην δεύτερη συνάντηση ο Παπαλέξης μας πρότεινε να συνεργαστούμε με το "Πατριωτικό Μέτωπο" ως Κεντρώοι και για να μας παράσχουν τεχνικό εξοπλισμό». Πρόεδρος: «Ποιοι πήγατε;» Μέλφος: «Ο Οικονόμου18 και εγώ». Πρόεδρος: «Πού εγένετο η συνάντησις»; Μέλφος: «Στο αυτοκίνητο του κ. Οικονόμου». Και σε άλλο σημείο της κατάθεσης, ο Πρόεδρος ρώτησε: «Αυτά τα αναφέρατε εις τον κ. Νέστορα»; Μέλφος: «Τα συζητήσαμε». Πρόεδρος: «Τι είπεν επ’ αυτού ο Νέστωρ»; Μέλφος: «Συμφώνησε απολύτως για την αρνησί μας». Πρόεδρος: «Δηλαδή ήταν αρχηγός και τον ενημερώσατε»; Μέλφος: «Όχι, φιλικώς του τα ανέφερα19».

Σε άλλο μέρος της κατάθεσής του20, ο Μέλφος επανέλαβε ότι συναντήθηκε ο ίδιος με τον Παπαλέξη στην κλινική στην οποία αυτός νοσηλευόταν. Σε ερώτηση του Προέδρου ο Μέλφος απάντησε: «Πήγα στο γραφείο του Οικονόμου. Εκεί συναντήθην με τον Πανόπουλο και με άλλους δύο, τους οποίους δεν γνωρίζω. Μου ζήτησαν να υπογράψω μία κοινή διακήρυξη με το "Πατριωτικό Μέτωπο", αλλά εγώ δεν εδέχθην21». Επιβεβαίωσε έτσι ότι τις επαφές με τα μέλη αυτής της οργάνωσης τις έκανε ο ίδιος και το επιβεβαίωσε και στην ερώτηση του συνηγόρου κ. Βουτυρά, ότι δηλαδή στις συναντήσεις του με τον Παπαλέξη και τα στελέχη του Πατριωτικού Μετώπου δεν συμμετείχαν ούτε είχαν κάποια σχέση οι κατηγορούμενοι22. Επίσης, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της Δίκης, ο Μέλφος κατέθεσε στο δικαστήριο: «Ο εκ των κατηγορουμένων Νέστωρ δεν εγνώριζεν περί της τελευταίας μου επαφής μετά του Παπαλέξη23». Τις παραπάνω καταθέσεις, ότι οι επαφές με στελέχη του «Πατριωτικού Μετώπου» γινόταν μόνο από τον Μέλφο, τις επιβεβαίωσαν και οι άλλοι μάρτυρες στο δικαστήριο, όπως ο Βασίλειος Καραμήτσος, ανθυπασπιστής της Ασφάλειας24. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Νέστορα ότι ο Μέλφος κατέθεσε πως εκείνος (δηλ. ο Νέστωρ) είχε πραγματοποιήσει τις επαφές με τον Παπαλέξη είναι αυθαίρετοι, αβάσιμοι και ανυπόστατοι. Οι επαφές αυτές είχαν γίνει αποκλειστικά από τον Μέλφο, όπως ο ίδιος επανειλημμένα τόνισε στο δικαστήριο.

Ο Μέλφος προσήλθε ως μάρτυρας στη δίκη κατόπιν επίσημης κλήσης του από τον Βασιλικό Επίτροπο (Εικ. 4). Και δεν ήταν ο μόνος! Ως μάρτυρες κατέθεσαν τα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» Ιωάννου (συνάδελφος του Νέστορα στο δικηγορικό γραφείο), Σωσσίδης και Δώδος, που, ενώ συνελήφθησαν, επίσης δεν δικάστηκαν, καθώς και οι Αντώνιος Δαμασκηνίδης, Αλέξανδρος Τζώρτζης και Φιλήμων Χατζής, φίλοι ορισμένων από τους κατηγορούμενους25. Επομένως, ο χαρακτηρισμός «μάρτυρας κατηγορίας», που αποδίδει ο Νέστωρ επιλεκτικά στον Μέλφο, είναι αυθαίρετος, αφού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Εικ. 4. Κλήση μάρτυρα (Αρχείο Γ. Μέλφου)

Οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας υπήρξαν ο Καραμήτσος, προϊστάμενος της Υπηρεσίας Πληροφοριών Εθνικής Ασφάλειας, και ο Βασίλειος Μήτσου, προϊστάμενος της Ασφάλειας. Και οι δύο κατέθεσαν στο δικαστήριο εκτενείς και λεπτομερείς περιγραφές της δράσης της «Δημοκρατικής Άμυνας» στην Θεσσαλονίκη, όπως αυτή προέκυψε από τις παρακολουθήσεις των υπηρεσιών ασφαλείας και από τις ανακριτικές διαδικασίες σε βάρος των συλληφθέντων. Σύμφωνα με τον ημερήσιο Τύπο της εποχής, όλοι οι μάρτυρες της δίκης επιβεβαίωσαν τα ήδη καταγεγραμμένα αυτά στοιχεία. Η κατάθεση του Μέλφου στο δικαστήριο περιορίστηκε στις προσωπικές του επαφές με τον Παπαλέξη και το «Πατριωτικό Μέτωπο», στο έντυπο υλικό της Οργάνωσης, στις άκαρπες συζητήσεις με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, καθώς και στις επαφές με τη «Δημοκρατική Άμυνα» Αθηνών, τις οποίες είχε αναλάβει ο Νέστωρ.

Επίσης ο Μέλφος ενίσχυσε την άποψη ότι η «Δημοκρατική Άμυνα» δεν διέθετε ιεραρχική δομή, αφού ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά πως «όλοι ήταν ισότιμοι και δεν υπήρχε αρχηγός26». Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υπέδειξε τον Νέστορα ως αρχηγό της οργάνωσης. Αντιθέτως, αυτή την εικόνα παρουσίασε ο Δώδος, μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας», που επίσης δεν δικάστηκε. Απαντώντας σε ερώτηση του Προέδρου του Στρατοδικείου σχετικά με το αν είχε ανατεθεί στον Νέστορα η οργάνωση, ως ιδρυτή, δήλωσε: «Αυτός είχε την πρωτοβουλίαν, ήτο νέος, δραστήριος και πολύ μορφωμένος27. Κατά την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ο Δώδος αναφέρθηκε επίσης διεξοδικά στις συναντήσεις των μελών που είχαν πραγματοποιηθεί τόσο στην οικία του Νέστορα όσο και τη δική του, καθώς και στη διακίνηση του έντυπου υλικού της Οργάνωσης και τις επαφές με τη «Δημοκρατική Άμυνα» Αθηνών. Λεπτομερή στοιχεία για τον Πύρζα και τον πολύγραφο που βρισκόταν στην κατοχή του, παρείχε στο δικαστήριο ο μάρτυρας Χατζής.

Από τα υπόλοιπα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που κατέθεσαν στο δικαστήριο, ο Ιωάννου αναφέρθηκε στα έντυπα που εξέδιδε η Οργάνωση και τη χρήση του πολύγραφου, ενώ ο Σωσσίδης παρέθεσε λεπτομέρειες για συναντήσεις των μελών που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορους χώρους, μεταξύ των οποίων και στο γραφείο του, καθώς και για τα ζητήματα που συζητήθηκαν κατά τη διάρκειά τους.

Ο Νέστωρ, στην απολογία του στο δικαστήριο, αναφέρθηκε στις τακτικές επαφές που διατηρούσε στην Αθήνα με στελέχη της «Δημοκρατικής Άμυνας», μεταξύ των οποίων και ο Βασίλης Φίλιας, καθώς και σε συναντήσεις που είχε στο εξωτερικό (Παρίσι και Γενεύη), από όπου είχε παραλάβει τον κρυπτογραφικό κώδικα που εντοπίστηκε στο γραφείο του, κατά τη σύλληψή του. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου στο σημείωμα που αφορούσε την ένοπλη βία, το οποίο είχε συντάξει ο Νέστωρ είχε βρεθεί στο γραφείο του. Ο ίδιος επιχείρησε, κατά την απολογία του, να αιτιολογήσει την ύπαρξη του σημειώματος, χωρίς, ωστόσο, να πείσει. Τέλος, αρνήθηκε ότι κατείχε ηγετική θέση στη «Δημοκρατική Άμυνα» στη Θεσσαλονίκη.

Ένα σημαντικό τεκμήριο που συμπεριλαμβάνεται στο αρχείο του Μέλφου είναι η επιστολή του προς τον Πύρζα του 1975. Από την επιστολή προκύπτει ότι ο Πύρζας τον κατηγορούσε ενώπιον κοινών γνωστών με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς, ισχυριζόμενος πως κατά την ανάκριση ο Μέλφος τον είχε καταδώσει, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψή του. Στην επιστολή ο Μέλφος αποκαλύπτει: «Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31.5.1968 επέδραμαν στο Αστυνομικό Τμήμα δύο άνθρωποι με πολιτικά ρούχα και με φωνές ζητούσαν τα εξής: από εμένα ζητούσαν να επιβεβαιώσω την χειρόγραφη κατάθεση του κ. Νέστορος, που όπως φαίνεται είχε ήδη αρχίσει να ανακρίνεται, και από τον κ. Σιπητάνο ζητούσαν να τους πει σε ποιον είχε δώσει τον πολύγραφο, που σύμφωνα με τα στοιχεία τους φαινόταν ότι ήταν κάτοχός του. Ύστερα από πίεση που κράτησε αρκετές ώρες, εγώ επιβεβαίωσα την παραπάνω κατάθεση και ο κ. Σιπητάνος ανέφερε το όνομά σας, που σας διαβεβαιώ ότι άκουγα για πρώτη φορά, γιατί μέχρι εκείνη την στιγμή όχι μόνο αγνοούσα την ύπαρξή σας, αλλά ούτε και γνώριζα πού βρισκόταν ο πολύγραφος».

Από την επιστολή αυτή του Γ. Μέλφου προς τον Κ. Πύρζα αναδεικνύονται δύο σημαντικά και άγνωστα στοιχεία. Πρώτον, ο Νέστωρ είχε ήδη καταθέσει στην ΚΥΠ, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τη δράση της «Δημοκρατικής Άμυνας», ενώ η μαρτυρία του Μέλφου απλώς επιβεβαίωσε το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης (Εικ. 5). Άλλωστε ο Πρόεδρος του δικαστηρίου αναφέρθηκε συχνά στην κατάθεση αυτή του Νέστορα κατά την απολογία του. Δεύτερον, το όνομα του Πύρζα δεν προέκυψε κατά την ανάκριση του Μέλφου αλλά του Σιπητάνου. Αξίζει να σημειωθεί ότι λεπτομέρειες σχετικά με τη δράση του Πύρζα κατέθεσαν στο Στρατοδικείο άλλοι μάρτυρες, όπως ο Δώδος28. Αντίθετα, ο Μέλφος δήλωσε ρητά στο δικαστήριο πως «τον κατηγορούμενο Πύρζα δεν τον εγνώριζα»29. Παρ'όλα αυτά, σε συνέντευξή του στον Ανέστη Αναστασιάδη για την ιστοσελίδα «Τα Νέα της Τούμπας», ο Πύρζας ανέφερε: «Το μόνο ίσως που αξίζει να μνημονευθεί είναι ο Ιωάννης Μέλφος, ιδρυτικό μέλος της ΔΑ, που εξελίχθηκε σε βασικό μάρτυρα κατηγορίας». Μία κατηγορία αυθαίρετη, αναληθής, χωρίς καθόλου στοιχεία ή αποδείξεις!

Εικ. 5. Τμήμα από την επιστολή του Μέλφου προς τον Πύρζα το 1975, από την οποία προκύπτει ότι ο Νέστωρ είχε ήδη καταθέσει στην ΚΥΠ, δίνοντας αναλυτικές πληροφορίες για τη δράση της «Δημοκρατικής Άμυνας» και ότι το όνομα του Πύρζα δόθηκε κατά την ανάκριση του Σιπητάνου (Αρχείο Γ. Μέλφου)

Οι οικογένειες όλων των συλληφθέντων, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειας Μέλφου, άσκησαν πιέσεις προς κάθε κατεύθυνση για την αποτροπή της παραπομπής των παιδιών τους σε δίκη. Η οικογένεια του γνωρίζει πως ο ίδιος ο Γ. Μέλφος ήθελε να δικαστεί, και το γεγονός ότι δεν δικάστηκε τον έφερε σε προσωπική δυσμενή θέση. Όμως, κανένα άλλο από τα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που δεν δικάστηκαν αλλά κλήθηκαν ως μάρτυρες στο δικαστήριο (Ιωάννου, Μάνεσης, Ζουράρη, Δώδος, Λεβεντάκης και Σωσσίδης) δεν κατηγορήθηκε ποτέ για προδοσία, ενώ, όπως φάνηκε, ορισμένοι εξ αυτών είχαν επιβαρύνει τη θέση των κατηγορουμένων στο δικαστήριο, σε αντίθεση με τον Μέλφο που πήρε επάνω του όλη την ευθύνη.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Γεώργιος Κρέπης, στη μεταπτυχιακή του εργασία, το 2024, αναφερόμενος στη «Δημοκρατική Άμυνα» Θεσσαλονίκης, υιοθετεί και αναπαράγει το ανακριβές αφήγημα του Νέστορα για τον Μέλφο με βάση «Το Συναξάρι», χωρίς να προβαίνει σε ουσιαστική πρωτογενή έρευνα ούτε σε διασταύρωση της αξιοπιστίας των στοιχείων που παραθέτει. Και καταλήγει σε συμπεράσματα ιδιαιτέρως προσβλητικά για τη μνήμη του Μέλφου, ότι «εξελίχθηκε από αριστερός ιδεολόγος και μέλος της Δ.Α. σε καταδότη της Χούντας»30. Η κρίση του, αν μη τι άλλο, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς την ερευνητική τεκμηρίωση και τη μεθοδολογική επάρκεια της προσέγγισης.

Μετά την αποφυλάκισή του και τη Μεταπολίτευση, ο Μέλφος παρέμεινε ενεργός στον δημόσιο βίο, συμμετέχοντας σε πολιτικές, πολιτιστικές και ιστορικές δραστηριότητες. Δεν σταμάτησε να συγκεντρώνει στοιχεία, αλλά δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια στα γεγονότα του 1968. Είχε μακρόχρονη φιλική σχέση με τον Νέστορα από τα μαθητικά και φοιτητικά τους χρόνια. Η φιλία τους διατηρήθηκε ακόμη και όταν ο Νέστωρ έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στις ΗΠΑ, το 195531. Στην κατάθεσή του στο Έκτακτο Στρατοδικείο το 1968, ο Μέλφος τόνισε τη φιλική του σχέση με τους κατηγορούμενους, εννοώντας κυρίως τον Νέστορα. Σε μία προσπάθεια να δημιουργήσει γέφυρα επικοινωνίας μαζί του, αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση του Στρατοδικείου, του έστειλε βιβλία στην φυλακή, τα οποία εκείνος αρνήθηκε να παραλάβει, όπως προκύπτει από σχετική επιστολή της γραμματέως του: «Ο κ. Νέστωρ λυπάται ειλικρινώς αλλά δυστυχώς δεν δύναται να δεχθή παρ’ υμών ούτε ευχάς ούτε δώρα»32.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω τεκμηριωμένα στοιχεία, προκύπτει ότι οι βαριές κατηγορίες περί «προδοσίας» του Μέλφου είναι αναληθείς και ανυπόστατες και δεν στηρίζονται σε αποδείξεις, αλλά σε υποθέσεις, προσωπικές εκτιμήσεις και φήμες, συχνά προϊόντα της στοχευμένης διαρροής από τις αρχές ή από εσωτερικές αντιπαραθέσεις στους κόλπους της Οργάνωσης. Μέχρι σήμερα, 48 χρόνια μετά, δεν έχουν παρουσιαστεί τεκμηριωμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτό το αφήγημα. Αντίθετα, τα επίσημα ντοκουμέντα της δίκης το καταρρίπτουν. Η απουσία του Μέλφου από τη δημόσια συζήτηση, λόγω του πρόωρου θανάτου του, τον κατέστησε ευάλωτο σε μονομερείς ερμηνείες και φήμες. Άφησε, δυστυχώς, το πεδίο ελεύθερο για αναπαραγωγή ανακριβειών και ανυπόστατων κατηγοριών. Δεν ήταν πλέον παρών για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή να απαντήσει. Γι’ αυτό το αφήγημα περί «προδοσίας» εδραιώθηκε μετά τον θάνατό του. Με σεβασμό τόσο προς την ιστορική αλήθεια όσο και προς τον πατέρα μου, συνέχισα το έργο του, το εμπλούτισα και παρουσιάζω τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν. Ο Γιάννης Μέλφος δεν πρόδωσε τη «Δημοκρατική Άμυνα».

Συμπεράσματα

  • Η δράση των μελών της «Δημοκρατικής Άμυνας» Θεσσαλονίκης οδήγησε σε παρακολούθηση και συλλήψεις από την Ασφάλεια, και από τα 13 μέλη που συνελήφθησαν παραπέμφθηκαν σε δίκη μόνο τα έξι. Ο Μέλφος, όπως και τα υπόλοιπα έξι συλληφθέντα μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας», δεν δικάσθηκαν.
  • Κατά την ανάκριση ο Μέλφος απλώς επιβεβαίωσε την κατάθεση που είχε ήδη δώσει ο ίδιος ο Νέστωρ στη διάρκεια της ανάκρισης και δεν προσέθεσε πληροφορίες που δεν είχαν ήδη προκύψει από την ανάκριση και τις καταθέσεις των υπολοίπων.
  • Ο Μέλφος δεν υπήρξε «μάρτυρας κατηγορίας» ούτε πρόδωσε την Οργάνωση, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν μεταγενέστερες δημοσιεύσεις (Νέστωρ, Ζάννας, Μαυραγάνης, Κρέπης).
  • Οι ισχυρισμοί ότι ο Μέλφος αποκάλυψε πληροφορίες στην Ασφάλεια ή κατά τη δίκη των έξι αντιφάσκουν με τα Επίσημα Πρακτικά και τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων.
  • Οι επαφές με το «Πατριωτικό Μέτωπο» και τον Παπαλέξη έγιναν αποκλειστικά από τον Μέλφο, όπως επιβεβαιώνεται από την κατάθεσή του στα Πρακτικά της Δίκης. Ο ίδιος, κατά τη δίκη, ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για τις επαφές αυτές.
  • Η κράτηση του Μέλφου σε κακές συνθήκες στην ΚΥΠ αντικρούει τους ισχυρισμούς για ευνοϊκή μεταχείριση ή συνεργασία με τις αρχές.
  • Η «Δημοκρατική Άμυνα» δεν διέθετε ιεραρχική δομή και ο Γ. Μέλφος δεν υπέδειξε ποτέ κάποιον ως αρχηγό.
  • Τα διαθέσιμα τεκμήρια (Επίσημα Πρακτικά της Δίκης, ο Τύπος της εποχής, το πλούσιο και λεπτομερές αρχείο του Μέλφου όπως πρωτότυπα έγγραφα, επιστολές, ιδιόχειρα σημειώματα) αποδεικνύουν ότι ο Μέλφος δεν πρόδωσε την Οργάνωση και ότι οι κατηγορίες εναντίον του είναι ιστορικά ανακριβείς, αναληθείς και ανυπόστατες.

Παραπομπές

  1. Κατσαφάδος Ν. (2019). «Δημοκρατική Άμυνα: Η πορεία μιας οργάνωσης 1967-1970». Μεταπτυχιακή Εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 58.
  2. Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους (1998). «Ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου και η προσωπικότητά του». Οδός Πανός, τεύχος 99-100, σελ. 116-132.
  3. Ελληνικός Βορράς, 7/11/1968.
  4. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης. Μακεδονία και Θεσσαλονίκη, 8/11/1968.
  5. Μακεδονία, 10/11/1968, σελ 16.
  6. Στο ίδιο.
  7. Κατσαφάδος, ό.π., σελ. 48.
  8. Κατσαφάδος Ν. (2019). «Δημοκρατική Άμυνα: Η πορεία μιας οργάνωσης 1967-1970». Μεταπτυχιακή Εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 28.
  9. Προσωπικές μαρτυρίες από Α. Γρίμπα, Β. Βαλανά κ.ά. Ο Τ. Βράκας δεν υπήρξε μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας».
  10. Α. Ζάννας (2000). Ημερολόγιο Φυλακής, Εκδόσεις Ερμής, σελ. 34, 271.
  11. Ο Ξ. Μαυραγάνης δεν υπήρξε μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας».
  12. Ξ. Μαυραγάνης (2023). 7 και κάτι νύχτες, Εκδόσεις Νησίδες, σελ. 84
  13. Σ. Νέστωρ (2019). Το Συναξάρι μου, Εκδόσεις Πατάκης σελ. 249.
  14. Στο ίδιο,  σελ. 250.
  15. Ελληνικός Βορράς και Μακεδονία, 9/11/1968.
  16. Νέστωρ, ό.π., σελ. 268-269.
  17. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης. Μακεδονία και Θεσσαλονίκη 8/11/1968.
  18. Ο Οικονόμου ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Παπαλέξη και του Μέλφου, και δεν υπήρξε μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας».
  19. Θεσσαλονίκη, 8/11/1968.
  20. Στο ίδιο.
  21. Μακεδονία, 8/11/1968.
  22. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης. 
  23. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης.
  24. Ελληνικός Βορράς, 8/11/1968.
  25. Εσπερινή Ώρα, 7/11/1968.
  26. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης.
  27. Μακεδονία και Ελληνικός Βορράς, 9/11/1968.
  28. Ελληνικός Βορράς, 9/11/1968.
  29. Επίσημα Πρακτικά της Δίκης.
  30. Γεώργιος Κρέπης (2024), «Η οργάνωση Δημοκρατική Άμυνα στο κάδρο του αντιδικτατορικού αγώνα». Μεταπτυχιακή Εργασία, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, σελ. 142.
  31. Αλληλογραφία Γ. Μέλφου με Σ. Νέστορα, 1948-1961 (Αρχείο Γ. Μέλφου)
  32. Αρχείο Γιάννη Μέλφου