- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ακούς εκεί ο υπουργός Τουρισμού;
Με αφορμή τις επικρίσεις που εκτοξεύονται για το πρόσφατο πρωθυπουργικό ταξίδι στην Άγκυρα
Ελληνοτουρκικές σχέσεις: τι συμφωνήθηκε στην Άγκυρα, τι προβλέπει η κοινή δήλωση και γιατί ο διάλογος θεωρείται μονόδρομος για Ελλάδα–Τουρκία.
Η ελευθερία του λόγου είναι αναφαίρετο, συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Καθεμιά και καθένας δικαιούται να εκφέρει γνώμη επί παντός του επιστητού, ακόμα και για θέματα για τα οποία γνωρίζει ελάχιστα – για παράδειγμα, θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα, τα εγχώρια ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από σχόλια – στην πλειονότητά τους, αρνητικά. Βγήκαν στην επιφάνεια οι γνωστές επιφυλάξεις της εκάστοτε αντιπολίτευσης, των πικραμένων «πρώην» στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, αλλά και νεόκοπων επίδοξων διεκδικητών της λαϊκής ψήφου – για να μην αναφερθούν οι χιλιάδες που σχολιάζουν στο διαδίκτυο από την άνεση του καναπέ τους.
Τι προσάπτουν στον πρωθυπουργό οι επικριτές του; Ότι προσέρχεται σε διάλογο με την τουρκική ηγεσία τη στιγμή που η τελευταία διατηρεί στο ακέραιο διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο, σταθμεύει κατοχικά στρατεύματα στην Κύπρο, εκμεταλλεύεται τις μεταναστευτικές ροές ως μέσο πίεσης προς τη χώρα μας, αλλά και, άκουσον άκουσον, στέλνει τον υπουργό Τουρισμού να υποδεχτεί στο αεροδρόμιο κοτζάμ πρωθυπουργό της Ελλάδος!
Ας αρχίσουμε από το τελευταίο: Το ποιος υποδέχεται ποιον επίσημο ξένης χώρας είναι ζήτημα εθιμοτυπίας. Επ’ αυτού, κάθε κράτος έχει τους δικούς του κανόνες. Μια έρευνα στο διαδίκτυο δείχνει ότι η Τουρκική Δημοκρατία έχει τρεις κατηγορίες επισκεπτών στην κορυφή του καταλόγου: (α) επίσημη επίσκεψη αρχηγού κράτους, κατηγορία στην οποία δεν ενέπιπτε η επίσκεψη Μητσοτάκη· (β) επίσημη επίσκεψη πρωθυπουργού, περίπτωση στην οποία τον υψηλό προσκεκλημένο υποδέχεται υπουργός με στρατιωτικό άγημα, ανάκρουση εθνικών ύμνων και συνοδεία μέχρι το προεδρικό μέγαρο· (γ) επίσκεψη εργασίας, οπότε την υποδοχή κάνει ο τοπικός νομάρχης (βαλής).
Τον Έλληνα Πρωθυπουργό υποδέχθηκε ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού –όπως πληροφορούμαι, το ζήτησε ο ίδιος ο κ. Ερσόι έναντι των συναδέλφων του στην κυβέρνηση– ο ίδιος είχε υποδεχτεί πρόσφατα τον Πάπα Λέοντα. Άλλωστε, αυτός επρόκειτο να υπογράψει και το σημαντικότερο από πλευράς Διεθνούς Δικαίου κείμενο της επίσκεψης (Μνημόνιο Κατανόησης, μαζί με την κα Μενδώνη). Ως μέτρο σύγκρισης, ας σημειωθεί ότι τον Δεκέμβριο του 2024 τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Antony Blinken είχε υποδεχτεί ο γενικός διευθυντής Πρωτοκόλλου του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών – ούτε καν ο νομάρχης δηλαδή. Η πλευρά της – απερχόμενης – αμερικανικής προεδρίας είχε λόγο να ενοχληθεί τότε, πράγμα που ουδόλως ισχύει για την ελληνική κυβέρνηση σήμερα.
Τίποτα στη διμερή κοινή δήλωση δεν υπονοεί απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Οι δύο πλευρές τονίζουν την ανάγκη για «εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης» και την προσήλωσή τους στη διμερή συνεργασία «με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Για την ελληνική πλευρά, ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στην «καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης», μέσω τριμερούς συνεργασίας που περιλαμβάνει και τη Βουλγαρία – με τον πρωθυπουργό να αναγνωρίζει ότι η συνεργασία αυτή είχε αποδώσει μείωση των ροών στο Αιγαίο κατά 60% το 2025. Για την τουρκική πλευρά, η επιβεβαίωση της βούλησης των δύο πλευρών «να συνεργαστούν εποικοδομητικά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ ως δύο Σύμμαχοι», αλλά και η αναφορά στις σχέσεις Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης πιθανότατα κατοπτρίζει το έντονο ενδιαφέρον της Άγκυρας να επωφεληθεί από το πρόγραμμα SAFE, δηλαδή δανεισμό ύψους 150 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της άμυνας των κρατών μελών της ΕΕ. Να σημειωθεί ότι η Τουρκία έχασε την προθεσμία συμμετοχής στην πρώτη φάση και αντιμετωπίζει βέτο από την πλευρά της Ελλάδας (με όρους την άρση του casus belli και την παύση της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου) και της Κύπρου.
Με βάση όσα ανακοινώθηκαν, η τουρκική αντιπολίτευση κάλλιστα θα μπορούσε να καταλογίσει στον πρόεδρο Ερντογάν ενδοτικότητα απέναντι στην «ελληνική αδιαλλαξία», αφού απέφυγε να αντικρούσει ή να σχολιάσει τις αναφορές του κ. Μητσοτάκη σε πάγιες ελληνικές θέσεις: (α) Μόνο δύο, αλληλένδετες, εκκρεμότητες υφίστανται μεταξύ των δύο χωρών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης· (β) η λύση τους μπορεί να επιδιωχθεί με προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, «με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας» – το οποίο δεν έχει συνυπογράψει η Τουρκία, προτιμώντας την αρχή της ευθυδικίας· (γ) η ανάγκη να ξαναρχίσει ο διάλογος για το Κυπριακό «πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας –που αποκλείει τη λύση των δύο κρατών, όπως πλέον επιζητεί η Άγκυρα· (δ) η μειονότητα στη Δυτική Θράκη προσδιορίζεται ως θρησκευτική - μουσουλμανική – και όχι εθνοτική - τουρκική, όπως τη θέλει η τουρκική πλευρά· (ε) η θέση της είναι σαφώς καλύτερη από την αντίστοιχη της ελληνικής μειονότητας στην Πόλη· (στ) η Ελλάδα καλείται να συμμετάσχει στην ανασυγκρότηση της Συρίας – πεδίο όπου η Άγκυρα παίζει προνομιακά· (ζ) η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδος, όπως επανέλαβε ο Έλληνας πρωθυπουργός παραμονές της επίσκεψής του.
Δεν γνωρίζω αν για όλα τα παραπάνω ο πρόεδρος Ερντογάν βρέθηκε στο στόχαστρο της εγχώριας αντιπολίτευσης. Αντιθέτως, ο Έλληνας πρωθυπουργός επικρίθηκε, και μάλιστα προτού ταξιδέψει στην Άγκυρα, για την προσήλωσή του σε μια πολιτική διαλόγου και αποκατάστασης ήρεμου κλίματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την οποία εγκαινίασε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1975, προσχώρησε σε αυτήν ο Ανδρέας Παπανδρέου (πανηγυρικά στο Νταβός, το 1988), και έκτοτε ακολούθησαν, λίγο ως πολύ όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Πολιτική που βασίζεται σε ορισμένες (ρητές ή σιωπηρές) παραδοχές: (α) τα σοβαρά διμερή προβλήματα, που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας, αλλά και το Κυπριακό, δεν επιλύονται χωρίς αποφάσεις που ενέχουν υψηλό πολιτικό κόστος· (β) ο (ατέρμων) διάλογος είναι προτιμότερος από τον μη διάλογο και τις κρίσεις· (γ) η διατήρηση ανοικτών διαύλων επιτρέπει στις δύο πλευρές να αποκλιμακώνουν τις εντάσεις προκειμένου προβληματικά περιστατικά (π.χ. με σκάφη του λιμενικού ή αλιευτικά) να μην εξελίσσονται σε κρίσεις· δ) η κουλτούρα διαλόγου παράγει και απτά θετικά αποτελέσματα σε πεδία «χαμηλότερης» πολιτικής με όφελος για τους πολίτες των δύο χωρών.
Δεν είναι σαφές τι προτείνουν οι επικριτές του σημερινού πρωθυπουργού (όπως και προκατόχων του, παλαιότερα) σε αντικατάσταση του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Το βέβαιο είναι ότι πολλοί εξ αυτών προσδοκούν άμεσο και εύκολο πολιτικό όφελος από το τμήμα της κοινωνίας που θέλγεται από τον παλικαρισμό στις διάφορες εκδοχές του. Αλλά και αν τα κίνητρά τους δεν είναι μικροπολιτικά, η προσέγγισή τους προδίδει άγνοια για τους τρόπους, με τους οποίους αντιμετωπίζονται ειρηνικά οι συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα σε κράτη, και μάλιστα κράτη με άνιση κατανομή ισχύος. Εκτός και αν αποδέχονται το ενδεχόμενο της μη ειρηνικής επίλυσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία και την οικονομία της χώρας. Ας μας το πουν.