- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Προσωπολατρεία: Η προσωποποίηση της εξουσίας και το δημοκρατικό έλλειμμα
Η δημοκρατία μετά το αδιέξοδο των ηγετών
Η Ελλάδα και τα κράτη που λειτουργούν απρόσωπα, χωρίς να χρειάζεται να σε «γνωρίζουν»
Στην Ελλάδα η προσωπολατρία στην πολιτική δεν είναι ζήτημα νοοτροπίας· είναι σύμπτωμα θεσμικής αδυναμίας. Όταν οι κανόνες δεν δουλεύουν, οι κοινωνίες αναζητούν «σωτήρες». Ο πολίτης δεν εμπιστεύεται ότι ο νόμος θα εφαρμοστεί, ότι η δικαιοσύνη θα αποδοθεί, ότι η διοίκηση θα λειτουργήσει χωρίς να χρειαστεί να βάλει «μέσο». Έτσι, η προσωπολατρία λειτουργεί ως υποκατάστατο εμπιστοσύνης και η πολιτική ελπίδα επενδύεται σε πρόσωπα αντί για θεσμούς.
Σήμερα, μπροστά στο κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο —ακόμη και υπό τη σκιά μεγάλων σκανδάλων και εγκλημάτων— στον δημόσιο διάλογο δεν επικρατεί η ανάγκη «να σχεδιάσουμε νέους κανόνες οι οποίοι να λειτουργούν», αλλά «να βρούμε τον άνθρωπο που θα τα βάλει με όλους». Η λογική αυτή αναδεικνύει τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα του μοντέλου διακυβέρνησης, στο οποίο η εξουσία ενσαρκώνεται σε πρόσωπα αντί να θεμελιώνεται σε δημοκρατικούς θεσμούς, κανόνες και διαδικασίες, προσεγγίζοντας σχήματα διακυβέρνησης ηγεμονικού, μοναρχικού ή ολιγαρχικού τύπου. Αντίθετα, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η πολιτική αλλαγή δεν εξαρτάται από τον ρόλο ενός ηγέτη, αλλά από τη λειτουργία των κανόνων και τη συλλογική δράση των πολιτών και των κοινοτήτων που τους ενεργοποιούν, τους ελέγχουν και τους διεκδικούν.
Σε κράτη με θεσμική επάρκεια, υπάρχει διοικητική συνέχεια. Αντίθετα σε κράτη με θεσμική αδυναμία, τα πάντα εξαρτώνται από το ποιος βρίσκεται «επάνω». Έτσι ο πολίτης μαθαίνει να δικαιολογεί και να ταυτίζεται, να συγχωρεί ή να ανέχεται— όχι βάσει κανόνων, αλλά βάσει προσώπων. Όταν «φταίει το σύστημα» αλλά «σώζει ο ηγέτης», οι επιτυχίες προσωποποιούνται, οι αποτυχίες εξαφανίζονται και η λογοδοσία χάνεται. Πάνω απ’ όλα, η προσωπολατρία διαβρώνει τη δημοκρατία γιατί δηλητηριάζει την ευθύνη και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο απογοήτευσης και νέας αναζήτησης σωτήρων με αποτέλεσμα η κοινωνία να μένει πολιτικά ανώριμη.
Η προσωπολατρία στην πολιτική ζωή της Ελλάδας σήμερα εκδηλώνεται τόσο γύρω από το πρόσωπο του πρωθυπουργού όσο και γύρω από πολίτες-σύμβολα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για την προσωποποίηση της κυβερνητικής ισχύος και μιας επικοινωνιακά κατασκευασμένης εικόνας. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για πρόσωπα που αναδύθηκαν από την θεσμική αποτυχία, όταν η δικαιοσύνη και η λογοδοσία δεν λειτουργούν θεσμικά, όταν η ισονομία ακυρώνεται στην πράξη και όταν η πολιτική οργανώνεται και συντηρείται μέσω δικτύων που βασίζονται σε παραβατικές ή εγκληματικές πρακτικές. Γιατί όμως χρειάζεται ένας πολίτης να αναλάβει αυτόν τον ρόλο για να υπάρξει έστω η πιθανότητα ή η ελπίδα απόδοσης δικαιοσύνης; Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ηθικά ισοδύναμες· είναι όμως θεσμικά συγγενείς, καθώς και στις δύο το βάρος της ευθύνης μετατοπίζεται από τις διαδικασίες στα πρόσωπα, με αποτέλεσμα η λογοδοσία και η αλλαγή να εξαρτώνται από τη φυσική παρουσία, την αντοχή ή το κύρος ενός ανθρώπου, αντί να εγγράφονται σε θεσμούς που λειτουργούν, ελέγχονται και συνεχίζουν ανεξάρτητα από πρόσωπα.
Ποιες συνθήκες οδήγησαν στην επικράτηση ενός τόσο προσωποκεντρικού και πολωτικού πολιτικού μοντέλου στην Ελλάδα;
Πρώτα από όλα το ζήτημα αυτό εδράζεται πάνω στο ίδιο το σύνταγμα της χώρας. Οι ισχύοντες θεσμοί προβλέπουν ένα έντονα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, με υπερεξουσίες συγκεντρωμένες στην εκτελεστική εξουσία και με κοινοβουλευτικό έλεγχο που συχνά λειτουργεί περισσότερο τυπικά παρά ουσιαστικά. Η διάκριση των εξουσιών —θεμελιώδης αρχή ενός δημοκρατικού πολιτεύματος— δεν διασφαλίζεται στην πράξη. Παράλληλα η συντακτική βουλή και ο νομοθέτης επέλεξε έννοιες που περιορίζονται σε ευσεβέις πόθους παρά στην πραγματική λειτουργία της εξουσίας όπως για παράδειγμα αναφέρονται «ανεξάρτητες αρχές» χωρίς να προβλέπεται διοικητική ή λειτουργική αυτονομία, διατυπώνεται άρθρο «νόμο περί ευθύνης υπουργών» που στην πράξη θεσμοποιεί τη μη ευθύνη, αναφέρεται «διαφάνεια στην οικονομική διαχείριση των κομμάτων» χωρίς καμία δικλίδα εφαρμογής. Μέσα σε αυτό το συνταγματικό πλαίσιο η προσωπολατρία αποτελεί προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας θεσμικής αρχιτεκτονικής που δεν παράγει κανόνες ισχύος, αλλά ρόλους ισχύος. Και όταν η εξουσία οργανώνεται γύρω από πρόσωπα, η πολιτική σκέψη και η κοινωνική προσδοκία μαθαίνουν να αναζητούν πρόσωπα.
Η προσωπολατρεία δεν αποτελεί πολιτισμική ιδιομορφία και η πολιτική στην Ελλάδα δεν έγινε προσωποκεντρική επειδή «έτσι είναι ο λαός», αλλά επειδή, μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες, δεν πρόλαβε να αποκτήσει θεσμική μνήμη ούτε να ζήσει σταθερά την εμπειρία ενός κράτους που λειτουργεί απρόσωπα, χωρίς να χρειάζεται να σε γνωρίζει. Οι πολιτικές συνήθειες δεν είναι έμφυτες· κατά τον Αριστοτέλη, οι συνήθειες των πόλεων γεννιούνται από τις αρχές τους: οι πολίτες δεν συμπεριφέρονται όπως «είναι», αλλά όπως τους μαθαίνει να λειτουργούν το πολίτευμά τους.
Από τη γέννηση του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα δεν κληρονόμησε ένα θεσμικό παρελθόν, αλλά κοινότητες, καπεταναίους, προεστούς και τοπικούς προστάτες. Δεν εμπεδώθηκε ποτέ η ιδέα ότι «ο νόμος είναι πάνω από όλους», αλλά η λογική του «δικού μας ανθρώπου». Η πρώτη σοβαρή απόπειρα συγκρότησης θεσμικού κράτους, υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια, συγκρούστηκε με τοπικά συμφέροντα και αντιμετωπίστηκε ως ανεπιθύμητη και σε διεθνές επίπεδο. Η δολοφονία του δεν άφησε πίσω της εδραιωμένους θεσμούς, αλλά ένα βαθύ πολιτικό τραύμα: την πεποίθηση ότι χωρίς ισχυρό πρόσωπο δεν στήνεται κράτος και ότι, όταν το πρόσωπο χαθεί, όλα καταρρέουν.Τελικά το κράτος ήρθε απ’ έξω. Η Βαυαροκρατία αποτέλεσε μία ξενόφερτη κρατική μορφή αλλά χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση. Ο πολίτης δεν ένιωσε «αυτό το κράτος είναι δικό μου». Ήδη έχει ξεκινήσει να γεννιέται η πελατειακή λογική. Δεν έχεις δικαίωμα έχεις χάρη, δεν υπάρχει θεσμός υπάρχει γνωστός.
Ο 20ός αιώνας βάθυνε την προσωποκεντρική λογική μέσω εθνικών διχασμών και αρχηγικών στρατοπέδων. Η πολιτική οργανώθηκε γύρω από πρόσωπα με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το αντιθετικό του στρατόπεδο, οι «αντιβενιζελικοί». Η πολιτική έγινε ταύτιση και πίστη αντί να γίνει θεσμική κρίση. Ο Εμφύλιος και το μετεμφυλιακό κράτος εδραίωσαν τον φόβο στη θέση της εμπιστοσύνης. Οι θεσμοί δεν ήταν ουδέτεροι, ούτε για όλους. Η ασφάλεια περνούσε ξανά από πρόσωπα και πιστοποιητικά. Η Μεταπολίτευση έφερε ελευθερία και δικαιώματα, αλλά όχι αντίστοιχη θεσμική ωρίμανση. Τα κόμματα κατέλαβαν το κράτος και λειτούργησαν ως μηχανισμοί προστασίας. Η σύγχρονη προσωπολατρία γεννήθηκε όχι από φόβο, αλλά από την εναλλαγή ελπίδας και απογοήτευσης.
Προσωπολατρεία στην πολιτική: Τι συμβαίνει αλλού στον κόσμο
Η σύγκριση με άλλες χώρες μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση μας. Παρατηρώντας εκείνες που όντως έσπασαν την προσωπολατρία, όχι επειδή «βρήκαν καλούς ηγέτες», αλλά επειδή έφτιαξαν θεσμούς που δεν τους χρειάζονται.
Η Γερμανία έζησε την απόλυτη προσωπολατρία με τον Χίτλερ. Μετά το 1945 κυριάρχησε ένας υπαρξιακός φόβος: «αν ξαναεμφανιστεί ισχυρό πρόσωπο, τελειώσαμε». Η απάντηση ήταν δομική σχεδιάζοντας ένα αδύναμο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, ισχυρή ομοσπονδία με κρατίδια, Συνταγματικό Δικαστήριο με πραγματικές αρμοδιότητες, δημόσια διοίκηση επαγγελματική και όχι κομματική. Σήμερα στη Γερμανία δύσκολα αναδύεται πολιτικός ως «σωτήρας». Ακόμη και ισχυρές μορφές, όπως η Άνγκελα Μέρκελ, κρίνονται κυρίως τεχνοκρατικά και θεσμικά, όχι συναισθηματικά.
Στη Σουηδία, μία χώρα που δεν ξέρεις το όνομα του πρωθυπουργού, έχουν σχεδιάσει θεσμούς που διασφαλίζουν την απόλυτη διαφάνεια του κράτους. Ο πολίτης βλέπει σχεδόν τα πάντα. Ο υπουργός δεν μπορεί να παρεμβαίνει στη διοίκηση, οι πολίτες εμπιστεύονται τη διαδικασία, όχι τον άνθρωπο. Αν ένας πολιτικός πει ψέμα, παραιτείται. Δεν «δικαιολογείται». Όταν όλα είναι ορατά, κανείς δεν μπορεί να χτιστεί ως μεσσίας.
Η Ιαπωνία χτίζει ένα ισχυρό κράτος με αδύναμους πολιτικούς καθώς μετά τον πόλεμο ο φόβος επιστροφής σε αυταρχική ηγεσία προκάλεσε μία ισχυρή γραφειοκρατία. Οι υπουργοί αλλάζουν, το κράτος συνεχίζει. Η πολιτική κουλτούρα αποθαρρύνει την «προσωπική προβολή». Όταν το κράτος έχει μνήμη, οι πολιτικοί δεν γίνονται ήρωες.
Το κοινό χαρακτηριστικό των χωρών αυτών δεν είναι οι «καλοί άνθρωποι» ή «ικανοί ηγέτες» αλλά τα θεσμικά αντίβαρα (κανείς δεν τα ελέγχει όλα), η διαφάνεια, η συνέχεια κράτους και η πολιτική παιδεία η οποία συνοψίζεται με την ικανότητα του πολίτη να μην ταυτίζεται αλλά να κρίνει. Ίσως όμως το πιο σημαντικό μάθημα μέσα από την σύγκριση θεσμών με άλλες χώρες είναι ότι η προσωπολατρία δεν «πολεμιέται». Αχρηστεύεται όταν οι κανόνες λειτουργούν. Και τότε ακόμα κι αν εμφανιστεί χαρισματικός ηγέτης, δεν μπορεί να γίνει σωτήρας.
Στην Ελλάδα η πολιτική προσωπολατρία δεν φαίνεται να πηγάζει αυθόρμητα ή οργανικά από τη βάση αλλά αναδύεται και προπαντός παγιώνεται μέσα από ενδιάμεσους φορείς νοήματος, από εκείνους που της προσφέρουν νόημα. Είναι ένα κρίσιμο ποσοστό της κοινωνικής και πνευματικής ελίτ της χώρας, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι γνώμης, ακαδημαϊκοί, opinion leaders, που συμβάλλει ενεργά στη μετατροπή της πολιτικής σε αφήγημα γύρω από πρόσωπα. Χωρίς αυτούς, η προσωπολατρία μένει ρηχή. Με αυτούς, γίνεται κανονικότητα. Όταν η δημόσια συζήτηση οργανώνεται γύρω από χαρακτήρες, προθέσεις και ηθικές ταυτίσεις, οι θεσμοί εξαφανίζονται από το οπτικό πεδίο. Και όταν οι θεσμοί παύουν να είναι το μέτρο της κριτικής, η πολιτική αρχίζει να λειτουργεί με όρους πίστης και όχι κανόνων.
Το φαινόμενο ενισχύεται ακόμα περισσότερο για λόγους κατανάλωσης από τα μέσα ενημέρωσης, τους επικοινωνιολόγους και τους δημοσιολογούντες, συστρατευμένους, πληρωμένους ή μη. Οι θεσμοί δεν «κάνουν story» ενώ η σύγκρουση προσώπων πουλάει. Η πολιτική μετατρέπεται σε χαρακτήρες, με δραματουργία και διλήμματα «καλοί εναντίον κακών». Ο ηγέτης γίνεται brand και η πολιτική θέαμα αντί για σχεδιασμό, διαδικασίες και λογοδοσία. Οι πολιτικοί αξιολογούνται από τoν τρόπο διαχείρισης τεχνητής ταυτότητας και όχι από τις πράξεις και τα αποτελέσματα τους ενώ σε ακραίες εκφάνσεις, αυτή η διαδικασία οδηγεί στην απόδοση σχεδόν μεταφυσικών ιδιοτήτων σε πολιτικά πρόσωπα.
Είναι αυτή η κοινωνική και πνευματική ελίτ που έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη από τον τρόπο που πλαισιώνει την εξουσία, σε κάθε πλευρά του κομματικού και ιδεολογικού φάσματος στο φαινόμενο αυτό κατά το οποίο η πολιτική αποθεσμοποιείται και μετατρέπεται σε συναισθηματική και ταυτοτική υπόθεση. Σε αυτό το πλαίσιο δομείται και το φαινόμενο του κομματικού οπαδισμού ή της «κομματοδουλείας» μια δομική σχέση εξάρτησης του πολίτη από κομματικούς μηχανισμούς για πρόσβαση σε δικαιώματα και πόρους που θα έπρεπε να διασφαλίζονται θεσμικά.
Επιπλέον, μέρος της κυρίαρχης διανόησης συμβάλλει στον αποπροσανατολισμό του δημόσιου λόγου μέσω της αναπαραγωγής λανθασμένων ερμηνευτικών σχημάτων, αντί να τα αποδομεί και να διευκολύνει μια καθαρότερη κατανόηση των θεσμικών προβλημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το στερεότυπο «δεν φταίνε οι κανόνες, αλλά το ότι δεν τηρούνται». Πρόκειται για μια δομικά λανθασμένη θέση, που μεταφέρει ξανά την ευθύνη από τους θεσμούς στα πρόσωπα. Υπονοεί ότι οι κανόνες είναι επαρκείς και ότι το πρόβλημα εντοπίζεται σε άτομα που επιλέγουν να τους παραβιάσουν. Όμως, όταν ένας κανόνας δεν τηρείται συστηματικά, το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η ηθική των προσώπων, αλλά ο ίδιος ο σχεδιασμός του. Οι λειτουργικοί κανόνες δεν βασίζονται στην καλή θέληση, αλλά προβλέπουν την παραβίαση και την καθιστούν ασύμφορη. Διαφορετικά, η πολιτική αποτυχία προσωποποιείται ξανά και η αναζήτηση θεσμικών λύσεων αντικαθίσταται από την αναζήτηση «καλύτερων ανθρώπων».
Υπάρχει ένα δομημένο και αναπαραγόμενο θεσμικό και δημοκρατικό έλλειμμα, καθώς και ένα ολόκληρο οικοσύστημα ισχύος και δημόσιου διαλόγου που μετατοπίζει συστηματικά το κέντρο βάρους της πολιτικής συζήτησης, της σκέψης και της δράσης. Αντί να συζητούμε πώς θα μεταβούμε σε ένα νέο τρόπο διακυβέρνησης περιοριζόμαστε στην αναζήτηση του επόμενου «σωτήρα». Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιο πρόσωπο θα αναλάβει τον ρόλο της αλλαγής, αλλά πώς μπορεί να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί η μετάβαση σε έναν νέο τρόπο διακυβέρνησης — με επαρκείς θεσμούς, κανόνες και δημοκρατικές διαδικασίες, πρωτόγνωρες για τη χώρα.
Πέρα όμως από τη θεσμική της διάσταση, το ζήτημα της πολιτικής προσωπολατρίας δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των θεσμών, αλλά τη θέση του ίδιου του ατόμου μέσα στην κοινωνία: αν θα παραμείνει παθητικός αποδέκτης εξουσίας ή αν θα μετατραπεί σε πολιτικό υποκείμενο. Όσο η πολιτική εξαντλείται στην προσωποποίηση της ελπίδας και της ευθύνης, η αναγκαία πολιτική καινοτομία αναβάλλεται — ή καθίσταται αδιανόητη.