Πολιτικη & Οικονομια

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το διαχρονικό σκάνδαλο της γεωργίας

Το πρόσφατο σκάνδαλο είναι απλά η κορυφή του παγόβουνου

Ηλίας Ευθυμιόπουλος
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια ιστορική αναδρομή στην αγροτική παραγωγή της χώρας, από τη μεταπολεμική περίοδο στα πακέτα Ντελόρ, μέχρι τη σύγχρονη εποχή και τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Το τρέχον σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η κορυφή του παγόβουνου. Αυτό που βρίσκεται από κάτω είναι η κυριαρχούσα αντίληψη περί μιας Ευρώπης την οποία μπορούμε να λεηλατούμε ή να εκλιπαρούμε αλά καρτ, και ένα σύστημα που αρνείται να εκσυγχρονισθεί γιατί όπως είναι βολεύει τους περισσότερους.

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ακριβώς δηλαδή μετά τον Εμφύλιο και εν μέσω μιας πρωτοφανούς πολιτικής και δημογραφικής ερήμωσης της υπαίθρου, μπαίνει μπροστά ένα πολύ γενναίο και πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης, με την πλήρη οικονομική και τεχνική υποστήριξη της Δύσης, και κυρίως της Αμερικής, η οποία έχει ήδη εμπλακεί στην Ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση δια του σχεδίου Μάρσαλ. Το πρόγραμμα αυτό το οποίο διαχειρίστηκαν οι κυβερνήσεις της Δεξιάς, άφησε αδιάφορες ή εχθρικές τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, διότι διέβλεπαν σ’ αυτό μια ανάμειξη των ΗΠΑ στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, καθώς και την εγκαθίδρυση δομών που θα εμπόδιζαν κάθε ιδέα κομμουνιστικής επανίδρυσης. Δεν είχαν άδικο, αλλά ποτέ δεν θέλησαν να δουν και τη θετική πλευρά: Μέρος του προγράμματος ανασυγκρότησης αποτελούσε και η δημιουργία μιας εκατοντάδας Κέντρων Επαγγελματικής Γεωργικής Εκπαίδευσης (ΚΕΓΕ) με πλήρεις υποδομές από εργαστήρια, αίθουσες διδασκαλίας, γραφεία, χώρους φιλοξενίας και πρότυπα αγροκτήματα. Μια τέτοια μονάδα μπορείτε να δείτε ακόμα και μέσα στην Αθήνα, σε πλήρη βέβαια εγκατάλειψη, λίγο πιο πάνω από το Ολυμπιακό Στάδιο.

Παράλληλα με τα ΚΕΓΕ, στήθηκαν παρόμοια κέντρα είτε για την κατάρτιση, είτε για την υποστήριξη της τεχνολογικής εξειδίκευσης, αλλά και μικρότερες μονάδες σχετιζόμενες κυρίως με τη μεταποίηση και χρηματοδοτούμενες από πανεπιστήμια και Ιδρύματα του Εξωτερικού. Στη συντριπτική τους πλειονότητα αυτές οι δομές δεν λειτούργησαν ποτέ, εξαιρουμένων αυτών της Εκκλησίας και των Ιδρυμάτων.

Το 1982 λίγους μήνες μετά την μεγάλη πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ο Ανδρέας Παπανδρέου επισκέφθηκε τις Βρυξέλλες στην πρώτη σύνοδο των υπουργών οικονομικών της ΕΟΚ ώστε η Ευρώπη να δει, σε μια άτυπη μάλλον συνάντηση, τις διαθέσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Τελικά αυτό εξελίχθηκε σε μια διαπραγμάτευση που κράτησε τρεις ολόκληρους μήνες, και στην οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου πέτυχε το ακατόρθωτο. Χρησιμοποιώντας ως διαπραγματευτικό ατού το αντιαμερικανικό και αντιευρωπαϊκό αίσθημα του λαού (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ ίδιο συνδικάτο) , κατάφερε να εξασφαλίσει αστρονομικά ποσά μέσω των πακέτων Ντελόρ, και των «εξισωτικών πόρων» της ΚΑΠ (περί τα 200 δις σε μια 45ετία) για την στήριξη των αγροτικών προϊόντων και την ανάσχεση της δημογραφικής ερήμωσης. Τα χρήματα ήταν πάρα πολλά και ουκ ολίγοι μπήκαν στον πειρασμό να βάλουν το δάκτυλο στο μέλι.

Από τον εορτασμό της επετείου του Κιλελέρ στη Λάρισα, το 1999 © Eurokinissi

Το επίτευγμα αυτό ήταν και η αρχή του τέλους. Η ανάκληση του Κιλελέρ από το χρονοντούλαπο δεν φαινόταν να σώζει την κατάσταση και η Ελληνική γεωργία κατέρρεε, από μέρα σε μέρα από χρονιά σε χρονιά, από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, από μπλόκα σε μπλόκα. Ένας από τους δείκτες είναι η παραγωγικότητα του τομέα. Σύμφωνα με στοιχεία του Eurostat, το 2025 σε 19 χώρες της ΕΕ σημειώθηκε σημαντική αύξηση της αγροτικής παραγωγικότητας. Τις υψηλότερες επιδόσεις παρουσίασαν το Λουξεμβούργο, όπου καταγράφηκε άνοδος 40,1%, η Πολωνία με αύξηση 33,4% και η Εσθονία με 30,9%. Αντίθετα, μείωση μετρήθηκε σε οκτώ κράτη-μέλη, με τις μεγαλύτερες πτώσεις να εντοπίζονται στην Κροατία (-14,9%), την Πορτογαλία (-10,7%) και την Ελλάδα (-8,8%). ¨Όπως μάλιστα σημείωσε σε πρόσφατη δημοσίευσή της η ΑΑΔΕ, για το 2023, το 50% των επενδύσεων που έγιναν - από αγρότες κατά κύριο επάγγελμα - αφορούσε στην εκμετάλλευση ακινήτων (δηλαδή μισθώσεις και πωλήσεις κατοικιών) ενώ μόνο το 10% κατευθύνθηκε στον γεωργικό τομέα. Την εν λόγω χρονιά οι ενισχύσεις από την ΕΕ ήταν περίπου 3 δις.

Οι επιδοτήσεις λειτούργησαν ανάποδα. Η παραγωγική γεωργία εγκαταλείφθηκε υπέρ μιας παρασιτικής τοιαύτης διαμεσολαβούμενης από τους πρώην αγριεμένους συνδικαλιστές της ΠΑΣΕΓΕΣ. «Γεωργοί χωρίς γεωργία» κατά το «βιομήχανοι χωρίς βιομηχανία» του Γ. Καρτάλη υπουργού Συντονισμού του 1952. Ο ίδιος μάλιστα – για να δούμε πως η ιστορία επαναλαμβάνεται – είχε δηλώσει τότε, με αφορμή το Σχέδιο Μάρσαλ ότι «από το σύνολο των 750 εκατ. δολαρίων του προγράμματος βοήθειας, μέχρι το τέλος Ιουνίου 1951, πλέον του 75% κατηναλώθησαν δι’ εισαγωγάς καταναλωτικών αγαθών, προς ικανοποίησιν των τρεχουσών αναγκών της χώρας και ολιγώτερον των 25% απέμειναν διά την χρηματοδότησιν αγαθών κεφαλαίου».

Το 1986 σχεδόν ένα χρόνο μετά την νέα νίκη του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα στις εκλογές, διαδίδεται ότι η χώρα έχει πλέον αλλάξει οριστικά ρότα, και πως για πρώτη φορά εφαρμόζεται ενιαία αποκεντρωμένη αγροτική και οικονομική πολιτική. Ήδη όμως από τις αρχές του 1986 και με αφορμή τη διαδικασία ψήφισης του προϋπολογισμού στην βουλή, η Νέα Δημοκρατία ως ο κυρίως αντιπολιτευτικός κορμός θέτει το ερώτημα της διαχείρισης του προϋπολογισμού και των ευρωπαϊκών κονδυλίων, με απανωτές επίκαιρες ερωτήσεις.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου από το βήμα της Βουλής απαντά στις κοινωνικές προκλήσεις: «Ρωτήστε τους αγρότες μας, τους κτηνοτρόφους μας, την ελληνική ύπαιθρο και τους κατοίκους της για το που πήγαν οι επιδοτήσεις. Ρωτήστε τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και τους βιοπαλαιστές των παραγωγικών τάξεων της πατρίδας μας… Αυτοί οι άνθρωποι που για χρόνια ζούσαν στην οικονομική, ανθρωπιστική και πολιτική ερημιά και σήμερα για πρώτη φορά αντιλαμβάνονται τι σημαίνει να έχουν δικαιώματα και προοπτικές…».

Όμως, αυτό που ίσχυσε τελικά, κατά τον Γιώργο Μέργο, ομότιμο καθηγητή Οικονομικών στο ΕΚΠΑ, πρώην γ.γ. ΥΠΟΙΚ, είναι ότι η μεταφορά πόρων στον αγροτικό τομέα εξελήφθη ως «εισόδημα εξ ουρανού» (windfall income), και συν τω χρόνω απέκτησε χαρακτηριστικά μονίμου εισοδήματος (όλα τα κιλά όλα τα λεφτά). Ως τέτοιο, όπως λέει η οικονομική θεωρία, ήταν φυσικό να κατευθυνθεί στην κατανάλωση και όχι σε επενδύσεις για αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και των λοιπών εκμεταλλεύσεων.

Έτσι, με την καταβολή των επιδοτήσεων οι αγρότες αύξησαν την κατανάλωση, έχτισαν σπίτια, αγόρασαν διαμερίσματα, απέκτησαν ακριβά αυτοκίνητα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα εισαγωγής, χρηματοδότησαν κέντρα διασκέδασης (ίσως κάποιοι θυμούνται τα «πολιτιστικά μαγαζιά» που φύτρωσαν στην αγροτική ύπαιθρο την περίοδο μετά το 1989).

Στη συνέχεια, μπήκαν στο χορό και υποκείμενα ουδεμία σχέση έχοντα με το αγροτικό επάγγελμα και σε κραυγαλέα αντίθεση με το πνεύμα της ΚΑΠ. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν διάσπαρτες ανά την Ελλάδα, και κυρίως σε μέρη όπως η Κρήτη με εντατικές εκμεταλλεύσεις, πολλές από τις οποίες ανήκουν σε πολιτικούς πρώτης γραμμής. Οι ίδιοι απαντούν δια των εκπροσώπων τους, ότι σ’ αυτό δεν υπάρχει καμιά παρανομία, πράγμα που είναι ίσως αληθές. Η συναλλαγή όμως αυτή (να επωφελούνται δηλαδή μεγαλοαστοί από χρηματοδοτήσεις που είχαν προορισμό τη «φτωχή αγροτιά» του Ανδρέα) θέτει προφανώς ζητήματα ηθικής και πολιτικής τάξης. Θέτει και το θέμα της στρεβλής κατανόησης που έχουν, ακόμη και επιτελικοί παράγοντες των θεσμών, για το περιεχόμενο και τη στόχευση των δράσεων επίτευξης της Συνοχής στο πλαίσιο ΕΕ.

Μετά τα πρόσφατα γεγονότα, σε πρωτοσέλιδο τίτλο της η Γερμανική εφημερίδα Zeit έγραψε: «Η άφθονη σοδειά των ψευτοαγροτών» φέρνει στο προσκήνιο το σκάνδαλο κατάχρησης ευρωπαϊκών αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ …όπου «Έλληνες απατεώνες και κρατικοί αξιωματούχοι φαίνεται να εμπλέκονται σε σκάνδαλο κατάχρησης ευρωπαϊκών επιδοτήσεων επί σειρά ετών. Το σκάνδαλο αποκαλύπτει ένα σύστημα, το οποίο θεωρούνταν ότι προ πολλού έχει ξεπεραστεί». Κατά τον Γ.Μέργο, «το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις αγροτικές επιδοτήσεις, αλλά διατρέχει όλο το φάσμα των ευρωπαϊκών κονδυλίων». Ο ίδιος εξηγεί ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ διαχειριζόταν πάνω από 3 δισ. ευρώ ετησίως από κοινοτικές ενισχύσεις, περίπου 1,5% του ΑΕΠ, όταν ο αγροτικός τομέας συμμετέχει στο ΑΕΠ της Ελλάδας κατά 3,8%. Δηλαδή το 40% του αγροτικού ΑΕΠ είναι επιδοτήσεις».

Να προσθέσουμε ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο διατομεακό αλλά και διαχρονικό. Να θυμίσουμε μόνο το σκάνδαλο του 1986 με το Γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι (9000 τόνοι) που παρουσιάστηκε ως Ελληνικό για να πάρει «όλα τα λεφτά», στο οποίο πρωταγωνιστής υπήρξε ο αξέχαστος Νίκος Αθανασόπουλος, επίτιμος εισαγγελέας, βουλευτής και υφυπουργός οικονομικών του ΠΑΣΟΚ και ο οποίος εν τέλει πήγε φυλακή μαζί με άλλους έξι. Στις επόμενες όμως εκλογές (1993) επανεξελέγη πανηγυρικά με 117.000 ψήφους και το κόμμα τού έδωσε αμνηστία. Για την ιστορία, να θυμηθούμε και την υπερασπιστική γραμμή του Χρ. Φωτίου ο οποίος τον αντικατέστησε στην κυβέρνηση. Είπε λοιπόν ο Φωτίου στη Βουλή απαντώντας σε βουλευτή της αντιπολίτευσης: «Τι είναι αυτά που μας λέτε κύριε Παναγιωτόπουλε; Εμείς είμαστε κίνημα, δεν είμαστε κόμμα, αυτά που μας λέτε για λαθρεμπόρια και για νοθείες είναι του παρελθόντος».

Εν κατακλείδι. Το τρέχον σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η κορυφή του παγόβουνου. Αυτό που βρίσκεται από κάτω είναι η κυριαρχούσα αντίληψη περί μιας Ευρώπης την οποία μπορούμε να λεηλατούμε ή να εκλιπαρούμε αλά καρτ, και ένα σύστημα που αρνείται να εκσυγχρονισθεί γιατί όπως είναι βολεύει τους πάντες: αγρότες, συνδικαλιστές, κόμματα, πολιτικούς, μεσάζοντες γεωπόνους και οπλαρχηγούς καβάλα σε περήφανα και θηριώδη τρακτέρ.

Κατά βάθος όμως, το πραγματικό πρόβλημα της γεωργίας είναι η αμφιθυμία του πολιτικού μας συστήματος μεταξύ κατευθυνόμενης οικονομίας και ελεύθερης αγοράς. Οι μόνοι που έχουν λύσει το πρόβλημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ (ο παλιός) και το ΚΚΕ: φταίει η ΕΕ στο σύνολό της και οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο ΣΥΡΙΖΑ διαφήμιζε, αν θυμάστε, τις σοσιαλιστικές πατάτες που έφερναν οι σύντροφοί κατευθείαν από το Νευροκόπι και τις μοίραζαν στο κοινό έξω από το Πολυτεχνείο (χωρίς δηλ. μεσάζοντες). Το ΚΚΕ επίσης, το οποίο υποστηρίζει όλα τα αιτήματα των μπλόκων (αφού πρώτα τα υπαγόρευσε) μεταξύ αυτών και τις εγγυημένες τιμές (δηλαδή έσοδα, βρέξει χιονίσει) δεν έχει κανενός είδους δίλημμα (εικάζω). Μάλλον, υποθέτω, θα υποστήριζε και τα αντίστοιχα αιτήματα όλων των ελεύθερων επαγγελματιών (μηχανικών, κουρέων, και ταξιτζήδων) εάν και εφόσον ετίθεντο. Το κόστος μιας τέτοιας πολιτικής εγγυήσεων, θα το πλήρωναν φυσικά οι άλλοι, για την ακρίβεια οι άλλοι μισοί, οι μισθωτοί των χιλίων ευρώ και οι συνταξιούχοι των επτακοσίων. Πως; Δια της φορολογίας. Εάν δεν συμφωνούσαν, θα κατέβαιναν σε απεργία και κινητοποιήσεις δια της ΑΔΕΔΥ και οι πιο μαχητικοί θα έκαιγαν τους κάδους και τους αστυφύλακες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ήταν τότε υποχρεωμένος να επαναλάβει το ρητό: «πάμε σε διάλογο. Όλα λύνονται με την καλή θέληση».

Το μεγάλο λάθος βέβαια του πρωθυπουργού είναι ότι μιλάει διαρκώς για πλεονάσματα τα οποία θα επιτρέψουν στα θύματα του Μνημονίου να πάρουν πίσω τα λεφτά τους, πράγμα εντελώς αναληθές. Έχει κάνει όμως και άλλα λάθη. Το πιο πρόσφατο είναι η σκανδαλώδης υποχώρηση στο λόμπυ ΗΠΑ και εφοπλιστών για την αναβολή της υποχρέωσης των τελευταίων να συμορφωθούν με τις αποφάσεις της ΕΕ και του ΙΜΟ. Έτσι, πήραμε και τα εύσημα του Τραμπ. Όσο για τους εφοπλιστές μάλλον «την έβγαλαν φθηνά» με ένα δωράκι στην κυβέρνηση 45 εκ ευρώ για την ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας μετά τον Ντάνιελ.

Τι σχέση έχουν αυτά τα τελευταία με τη γεωργία; Καμία, συνειρμικά μου προέκυψαν.

Όμως δεν μπορώ πραγματικά να καταλάβω, πώς μπορεί να μπει σε διάλογο το αίτημα των αγροτών για ηλεκτρικό με 0,07 ευρώ την κιλοβατώρα, τη στιγμή που στην αγορά το αντίστοιχο μέγεθος είναι 0,09 - 0,15. Ο μόνος τρόπος είναι να καταργηθεί η αγορά και να επανέλθουμε στην μονοπωλιακή τιμολόγηση από μια κρατική εταιρεία τύπου ΔΕΗ. Το οποίον απαγορεύει τόσον η ΕΕ όσο και οι μνημονιακές συμφωνίες.

Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν αναξιοπαθούντες στις τάξεις του γενικού πληθυσμού και μεγάλες επίσης αδικίες/ανισότητες. Όπως δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η πολιτική υπαγορεύεται κυρίως από σκοπιμότητες τις οποίες εμείς (οι κοινοί θνητοί) δεν γνωρίζουμε, π.χ. συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι για το Αμερικανικό LNG. Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι οι αποφάσεις που παίρνονται υπό το καθεστώς βίας (αποκλεισμός των δρόμων) ή εκβιασμών (τύπου drill baby drill) είναι πάντα οι χειρότερες.