Πολιτικη & Οικονομια

Edito 237

Το παρασιτικό, κλεπτοκρατικό ελληνικό σύστημα είναι αυτό που δημιουργεί τα προβλήματα

Φώτης Γεωργελές
ΤΕΥΧΟΣ 237
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Ιταλός δημοσιογράφος Ρομπέρτο Σαβιάνο έγραψε ένα από τα πιο συγκλονιστικά βιβλία που κυκλοφόρησαν φέτος. Στα «Γόμορρα» παρουσιάζει την τοιχογραφία μιας πόλης, της Νάπολης, τη δράση της Μαφίας στη Νότια Ιταλία. Αυτό που κάνει το βιβλίο χρήσιμο, δηλαδή επικίνδυνο, είναι ότι ο Σαβιάνο ακολουθεί το χρήμα. Περιγράφει τη δράση της Μαφίας με όρους πολιτικής οικονομίας. Εξηγεί πως οι διάτρητες δομές ενός διεφθαρμένου συστήματος είναι αυτές που επιτρέπουν την οικονομική δραστηριότητα του οργανωμένου εγκλήματος.

Αν διαβάσεις προσεκτικά το βιβλίο και αφαιρέσεις το αιματηρό φολκλόρ των πυροβολισμών και των δολοφονιών, οι ομοιότητες με την ελληνική πραγματικότητα θα σε σοκάρουν. Εδώ δεν χρειάζονται σφαίρες. Ο εθνικός καταδότης, ο εθνικός εκβιαστής, ο εθνικός δικαστής, ο εθνικός προστάτης, ο εθνικός συμβολαιογράφος, διανέμουν το κρατικό χρήμα, ενεργοποιούν τις εισαγγελικές διώξεις και απενεργοποιούν τους ελέγχους της εφορίας ανάλογα με το βαθμό υπακοής των παικτών του συστήματος.

Η ιστορία της μονής Βατοπεδίου είναι το σοβαρότερο σκάνδαλο που έχει συμβεί ποτέ στη χώρα μας. Όχι μόνο για το ύψος και το μέγεθος της υπεξαίρεσης του δημόσιου χρήματος. Αλλά και γιατί, ίσως για πρώτη φορά με τέτοια καθαρότητα, ξεδίπλωσε όλες τις δομές και τις διαδρομές που ακολουθούν τα οργανωμένα συμφέροντα για να λεηλατούν την ελληνική κοινωνία. Πολιτικό σύστημα, παραδικαστικά κυκλώματα, ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, νομικά συμβούλια του κράτους, ορκωτοί λογιστές, υπουργεία, κτηματικές υπηρεσίες του δημοσίου, «αφελείς» τράπεζες που δανειοδοτούν με εκατοντάδες εκατομμύρια καλόγερους για να κάνουν χρηματιστηριακό παιχνίδι και υπουργούς για να κάνουν real estate, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, πρόεδροι κρατών που ιδρύουν offshore εταιρείες για μοναχούς αδελφούς αρχηγών κομμάτων, όλο το κύκλωμα της επαγγελματικής εθνικοφροσύνης και της προσοδοφόρας θρησκευτικής πίστης. Όλοι με το αζημίωτο «για την ευλογία της Παναγίας».

Μετά από αυτή την ιστορία που συνταράσσει τη χώρα επί τρεις μήνες τώρα, δεν μπορεί κανείς πια να ισχυριστεί ότι είναι ανύποπτος. Ότι είναι αφελής, ότι δεν ξέρει. Την επόμενη φορά που όλοι αυτοί οι άγιοι άνθρωποι θα περιφέρουν την επόμενη «Αγία Ζώνη της Παναγίας» σε εκκλησίες, κόμματα και επιχειρήσεις για να μαζέψουν χρήματα και δύναμη, όσοι δεν καταλάβουν ότι το εμπόριο πίστης και πατριωτισμού είναι το έσχατο όπλο του απατεώνα, θα είναι αυτοί που δεν θέλουν να καταλάβουν. Αυτοί που έχουν συμφέρον να μην καταλάβουν.

Οι εξεταστικές και οι προανακριτικές επιτροπές της Βουλής, οι εισαγγελείς, θα διερευνήσουν και πρέπει να αποδώσουν ευθύνες. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα το κάνουν. Όπως κάθε φορά, θα προσπαθήσουν να διαχειριστούν την κρίση με τις μικρότερες απώλειες και προς το συμφέρον ο καθένας του κόμματός του. Κυρίως όμως, θα περιοριστούν σ’ αυτό. Στις προσωπικές ευθύνες. Όχι πως δεν είναι σημαντικό κι αυτό, σε μια χώρα που γέννησε τη λέξη κάθαρση και τώρα την έχει διαγράψει εντελώς από τη δημόσια ζωή.

Όμως για μια κοινωνία αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό. Το σημαντικότερο είναι να αναγνωρίζει πού βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα και να προσπαθεί να το αντιμετωπίσει. Αυτή η συζήτηση δεν γίνεται ποτέ σ’ αυτή τη χώρα. Γιατί κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει τα πολιτικά προβλήματα.

Γιατί την ίδια εποχή που διαδραματίζονται όλα αυτά, έληξε η προθεσμία υποβολής δηλώσεων στο Κτηματολόγιο. Και με έκπληξη μάθαμε ότι αυτός που δεν προσήλθε στο Κτηματολόγιο για να εγγραφεί, ήταν το ίδιο το Δημόσιο με την ευρύτερη έννοια. Δηλαδή η εκκλησία, οι μονές, οι δημόσιοι οργανισμοί, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Γιατί γίνεται τότε το κτηματολόγιο, αν όχι γι’ αυτά ακριβώς τα οικόπεδα που κινδυνεύουν, που καταπατούνται, που λεηλατούνται; Για το διαμέρισμα της μάνας μου στην Κυψέλη γίνεται; Αυτό είναι μόνο για να εισπράξει ακόμα μια φορά χαράτσι, το κτηματόσημο, το κράτος από τους πολίτες του.

Πριν μερικές εβδομάδες, η «Καθημερινή» δημοσίευσε στοιχεία για την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας. Εκείνο που έκανε εντύπωση ήταν οι τόσο διαφορετικές εκτιμήσεις που προέρχονται από το ίδιο το κράτος. 1 εκατομμύριο 300 χιλιάδες στρέμματα τα υπολόγιζε η Αγροτική Τράπεζα, ενώ το Υπουργείο Γεωργίας τα περιόριζε μόνο σε 855 χιλιάδες και από αυτά τα 422 είναι διακατεχόμενα. Δεν ξέρεις τώρα βέβαια τι σημαίνει «διακατεχόμενα», δεν είναι όμως πολύ ωραία λέξη; Πολύ κομψή; Διακατεχόμενα είναι εκείνες οι εκτάσεις που δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας ή υπήρχαν και χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Από τη μια εκτίμηση στην άλλη όμως είναι ίσαμε 1 εκατομμύριο στρέμματα, σε ποιον ανήκουν όλα αυτά; Και αν δεν τα ορίσουμε, δεν είναι ολοφάνερο ότι Εφραίμ συνεχώς θα εμφανίζονται όταν θα ωριμάζουν οι συνθήκες, όπως ωρίμασαν τώρα;

Αν λοιπόν το πολιτικό σύστημα δεν ήταν αυτό που έχουμε, αν ζούσαμε σε μια οποιαδήποτε δυτική δημοκρατία, σήμερα τα 5 κόμματα της Βουλής ή κάποια τουλάχιστον που θα ήθελαν πραγματικά, παράλληλα με την αναζήτηση και απόδοση ευθυνών, θα λέγανε, ωπ, τι γίνεται εδώ, πώς μας ξέφυγε αυτό το πράγμα, τι πα’ να πει τελείωσε η προθεσμία για το Κτηματολόγιο; Δεν τελείωσε τίποτα. Παράταση 20 ημέρες, και όλοι αυτοί, έτσι με την ίδια φόρα που έχουν ήδη από την εξεταστική και τους εισαγγελείς, με τις μαύρες λιμουζίνες τους, τους μπράβους, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους τους, θα πάνε στα κτηματολόγια και θα καταθέσουν τα χαρτιά για ό,τι ισχυρίζονται ότι τους ανήκει. Και όποιος έρθει και πει ότι του ανήκει η μισή Πεντέλη γιατί του τη χάρισε ο Μωάμεθ επειδή ήταν υπάκουος ραγιάς και δεν πολέμησε και, να μωρέ, δεν έχει εύκαιρα τα χαρτιά γιατί καήκανε στη μεγάλη πυρκαγιά του 1827 επί Ομέρ Βρυώνη κι έχει και μάρτυρα τον καντηλανάφτη, να τον δίνουμε σ’ εκείνους τους πατριώτες που ήθελαν να λιντσάρουν τη Ρεπούση για το βιβλίο της Ιστορίας του δημοτικού.

Παρεμπιπτόντως, όλοι εκείνοι που φυλάσσουν Θερμοπύλας, οι πατριώτες, οι Ακαδημίες, οι ανησυχούντες για το εθνικό φρόνημα και την ορθοδοξία που κινδυνεύει από τα σχολικά βιβλία, πώς και δεν είναι στα τηλεοπτικά παράθυρα τώρα να στηλιτεύουν τους προδότες που παίρνανε οικόπεδα από τους σουλτάνους γιατί δεν πολέμησαν;

Όμως τίποτα τέτοιο δεν θα γίνει. Γιατί το παρασιτικό, κλεπτοκρατικό ελληνικό σύστημα είναι αυτό που δημιουργεί τα προβλήματα. Που βάζει διαβαθμίσεις στο δάσος και στην ερμηνεία των νόμων, δάσος, χθαμαλόν, δασική έκταση, χορτολιβαδική, θαμνώδης, κόψε κουκουναριές φύτεψε πεύκο, κόψε πεύκο χτίσε βίλα. Θέμα ερμηνείας. Είναι αυτό που απαλλάσσει φορολογικών υποχρεώσεων τα χιλιάδες νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που απαλλάσσει της υποχρέωσης κατάθεσης ισολογισμών, που επιτρέπει τις αδιαφανείς μπίζνες σε αυτονομημένες περιοχές του κράτους, που οδήγησε στα ελληνικά «νησιά Κέιμαν», στις offshore του Αγίου Όρους.

Κι επειδή το προσοδοφόρο συστηματάκι δεν πρέπει ν’ αλλάξει, τα πολιτικά σκάνδαλα πρέπει να γίνονται προσωπικές υποθέσεις. Υπήρχαν και κάποιοι με μειωμένη συνείδηση που παρανόμησαν. Θα τους αποκαλύψουμε. Αν είναι και του αντιπάλου, καλύτερα. Αν είναι και οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης, ακόμα καλύτερα. Τα πολιτικά προβλήματα δεν αγγίζονται.

Πέρυσι ήταν η υπόθεση Ζαχόπουλου. Το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα δεν ήταν φυσικά αν ένας γ. γραμματέας πήδησε απ’ το μπαλκόνι γιατί κυκλοφορούσε ένα ερωτικό βίντεο. Αλλά το σύστημα με το οποίο το χρήμα του δημοσίου, μέσω επιδοτήσεων του υπουργείου Πολιτισμού και επιχορηγήσεων του ΟΠΑΠ, πήγαινε σε ανύπαρκτους συλλόγους, σωματεία-σφραγίδες και μη κυβερνητικές οργανώσεις που ιδρύουν οι γυναίκες τους, τα παιδιά τους και οι κουμπάροι τους. Πρόπερσι με τα ομόλογα, το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα ήταν ότι κομματικά στελέχη διαχειρίζονται τα λεφτά των ασφαλισμένων με αδιαφανή τρόπο, δημιουργώντας πολιτικό χρήμα για τα κομματικά ταμεία ή για τους ίδιους. Για τίποτα απ’ αυτά δεν συζήτησε η ελληνική κοινωνία, τίποτα δεν διόρθωσε.

Αν αφαιρέσεις τις λεπτομέρειες και τα ονόματα, θα δεις σε όλα τα σκάνδαλα ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: μια διαρκή συναλλαγή πολιτικών και κρατικών στελεχών με οργανωμένα συμφέροντα, που έχει σκοπό τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, τη δημιουργία μαύρου χρήματος και πολιτικής δύναμης. Επειδή η κοινή γνώμη, παρ’ όλες τις προσπάθειες παραπλάνησης, αυτό το ’χει πια καταλάβει, στις δημοσκοπήσεις δηλώνει κατά 80% ότι δεν περιμένει να λάμψει η αλήθεια ούτε αυτή τη φορά. Ίσως είναι η πρώτη φορά που η ελληνική κοινή γνώμη είναι πιο μπροστά από την πολιτική σκηνή της χώρας.