Πολιτικη & Οικονομια

Γιατί η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού έχει πέσει τόσο χαμηλά;

Είναι το τίμημα της σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού στην Ελλάδα, ο λαϊκισμός και το έλλειμμα ανταγωνιστικής αντιπολίτευσης

Γρονθοκόπημα βουλευτών μέσα στο κοινοβούλιο με ανταλλαγή χυδαίων ύβρεων, κόμματα που δικαιολογούν ανερυθρίαστα «σφαλιάρες» πιστών ενάντια σε πολιτικά πρόσωπα στις εκκλησίες, ένας αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης που αγνοεί πλήρως ποιες είναι οι δαπάνες για τη δημόσια υγεία την ώρα που κάνει κρουαζιέρα με σκάφος στο Αιγαίο, υποψήφιοι ευρωβουλευτές που αλλάζουν κυνικά παρατάξεις σαν τα πουκάμισα ανάλογα με το ποια μπορεί να τους εξασφαλίσει τον παχυλό μισθό της Ευρωβουλής... Τι στα αλήθεια συμβαίνει με την ποιότητα του πολιτικού μας προσωπικού και γιατί μοιάζει να έχει πέσει τόσο χαμηλά;

Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά καινούργιο ούτε εντοπίζεται στη Βουλή που προέκυψε από τις τελευταίες εκλογές. Η Δημοκρατία μας άλλαξε παράδειγμα μετά το 1974, από τη στιγμή που μετατράπηκε σε μαζική. Για όσο λειτουργούσε προδικτατορικά με μια ελιτίστικη διάρθρωση στο πολιτικό επίπεδο, και με κόμματα προυχόντων, το επίπεδο του κοινοβουλίου ήταν υψηλότερο. Η αντιπροσώπευση πραγματώνονταν όχι με όρους ομοιότητας αλλά εκπροσώπησης – άσχετα βέβαια που η ποιότητα αυτή δεν θα αποδεικνύονταν επαρκής για να αποτρέψει τον κατήφορο προς τη δικτατορία του 1967. Σε κάθε περίπτωση, σε μια κοινωνία με ακόμη χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και ιεραρχική δομή, αυτός που σε εκπροσωπούσε στη Βουλή έπρεπε να είναι εξ ορισμού καλύτερος από εσένα. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού με τη συνδρομή και των μαζικών κομμάτων, μετά το 1974, θα οδηγούσε αναπόδραστα στο αντιπροσωπευτικό μοντέλο της ομοιότητας: ο πολίτης της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας ήθελε ένα κοινοβούλιο, καθ' εικόνα και καθ' ομοίωσή του, δηλαδή όσο το δυνατόν να του μοιάζει, στα καλά και τα κακά του.

Έτσι είναι, κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις πάντα στη ζωή. Και αυτό φαίνεται να είναι εδώ και δεκαετίες το τίμημα της σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας, γεγονός που το επιτείνει η διαδικασία της εξατομίκευσης που βρίσκεται οψίμως σε εξέλιξη: όσο βαθαίνει ο εκδημοκρατισμός και άρα αποδυναμώνονται οι κοινωνικές ιεραρχίες, τόσο μεγαλύτερη είναι η ρευστότητα που χαρακτηρίζει την πολιτική ελίτ και τόσο πιο ευάλωτη γίνεται η δημοκρατία στη λαϊκιστική υπονόμευση. Συμβαίνει δηλαδή αυτό που βλέπουμε όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες: μια γενικευμένη (στα αριστερά και τα δεξιά) λαϊκιστική ρητορική κατά των δήθεν διεφθαρμένων και προδοτικών ελίτ που λειτουργούν, με βάση διεθνή κέντρα συμφερόντων, ενάντια στον αγνό και αμόλυντο «λαό» των γηγενών.

Μέσα από αυτό το ψευδοερμηνευτικό σχήμα είναι που προκύπτει και το πρότυπο του «αδιαμεσολάβητου» αρχηγού που τόσο το έχει, παρεμπιπτόντως, προβάλλει ο Στέφανος Κασσελάκης από τότε που ανέλαβε την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρότυπο δηλαδή ενός αρχηγού που βρίσκεται «πιο κοντά» από τους υπόλοιπους στο «λαό» και μπορεί να ακούσει καλύτερα τα προβλήματά τους διότι είναι υποτίθεται ένας από αυτούς -άσχετα βέβαια αν στην περίπτωση Κασσελάκη δεν είναι και πολύ πειστικό να ισχυρίζεται ένας εκατομμυριούχος εξ Αμερικής ότι είναι ο αυθεντικότερος εκφραστής των μη προνομιούχων.

Όσο βαθαίνει ο εκδημοκρατισμός τόσο πιο ευάλωτη γίνεται η δημοκρατία στη λαϊκιστική υπονόμευση

Για να το πούμε, εντέλει, με ένα παράδειγμα: στις δύο κρίσιμες εκλογές της μεταπολίτευσης, το 1981 και το 2015 που το ελληνικό κοινοβούλιο ανανεώθηκε εκ βάθρων σε προσωπικό, κέρδισε αναμφισβήτητα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Αν κρίνουμε ωστόσο από τη διαχειριστική αποτελεσματικότητα εκείνων που ανέλαβαν ακολούθως την εξουσία, τότε μάλλον έχασε η διακυβέρνηση. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, μαθητευόμενοι μάγοι ιδίως στο πεδίο της οικονομίας κινδύνευσαν να τινάξουν την χώρα στον αέρα. Κάποιοι εξ αυτών παραδέχτηκαν αργότερα ότι είχαν ψευδαισθήσεις. Αυτό είναι, όμως, το πρόβλημα: το κόστος της μαθητείας σε μια δημοκρατία παραείναι ακριβό ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Στο λαϊκισμό, τα λόγια μπορεί να είναι τζάμπα αλλά οι πράξεις στοιχίζουν πανάκριβα.

Τι γνωρίζουμε από την ελληνική πολιτική ιστορία;

Τι είναι αυτό, συνεπώς, που μας χρειάζεται; Μια μεγαλύτερη ισορροπία ανάμεσα στο μοντέλο της ομοιότητας και της εκπροσώπησης, έχοντας πάντα επίσης κατά νου ότι εκτός από την αντιπροσωπευτικότητα μια δημοκρατία πρέπει να μεριμνά να έχει και καλούς καπετάνιους στο τιμόνι, πόσο μάλλον σε καιρούς φουρτουνιασμένους σαν τους δικούς μας. Σχολιάζουν πολλοί, κατά καιρούς, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απίστευτα τυχερός διότι έχει απέναντί του πολύ μικρά αναστήματα για αντιπάλους. Δεν είναι όμως θέμα τύχης. Η ποιότητα των εκάστοτε ηγεσιών είναι απευθείας αντανάκλαση των κοινωνικών συμμαχιών των οποίων ηγούνται. Είσαι ως ηγέτης αυτό που σε κάνει η βάση σου, και τούμπαλιν.

Το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά από την ελληνική πολιτική ιστορία. Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε ο πρώτος μεγάλος μεταρρυθμιστής του ελληνικού κράτους το 19ο αιώνα, ηγούμενος των ανερχόμενων αστικών στρωμάτων της χώρας που ήταν οι βασικοί φορείς του εκσυγχρονισμού εκείνη την περίοδο. Αργότερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα συγκέντρωνε στο κόμμα των Φιλελευθέρων τους καλύτερους από όλους τους τομείς, με γνώμονα ένα ριζοσπαστικό εκμοντερνισμό του κράτους, εξ ου και δεν είναι υπερβολή όταν λέγεται ότι η ποιότητα της κρατικής ελίτ του μεσοπολέμου δεν είχε προηγούμενο ούτε επόμενο.

Μεταπολεμικά, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα εκπροσωπούσε μια κοινωνία νοικοκυραίων που είχε επενδύσει στον οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας και στη δραματική βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, όπως αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, αν και με ασήκωτο κόστος για την οικονομία. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Κώστας Σημίτης θα επένδυαν από την πλευρά τους στον εξευρωπαϊσμό, με σύμμαχο τα δυναμικά μεσαία στρώματα της κοινωνίας που ήθελαν μια Ελλάδα που να μην υπολείπεται των υπολοίπων της Ε.Ε. Αντίστοιχα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης που ήρθε στο προσκήνιο μετά από μια χρεοκοπία και απανωτές κρίσεις, βασίζει σήμερα το δικό του εκσυγχρονιστικό σχέδιο στη συμμαχία του με το λεγόμενο πολιτικό Κέντρο το οποίο απαιτεί προωθημένες μεταρρυθμίσεις, ταχεία οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική συμπεριληπτικότητα και γεωπολιτική ασφάλεια.

Αν ήταν και είναι όλοι τους αντικειμενικά οι καταλληλότεροι για επικεφαλής κυβερνήσεων ήταν και είναι διότι εκπροσωπούσαν και εκπροσωπούν και τα καλύτερα εκσυγχρονιστικά σχέδια της εποχής τους, αποτελώντας ευθεία παράγωγα εκείνων των κοινωνικών ομάδων που τους στήριζαν και εμπνέονταν από αυτούς.

Τι εμποδίζει την αντιπολίτευση στο να προτάξει ανταγωνιστικές ηγεσίες;

Όχι μια άτυχη συγκυρία, αλλά το γεγονός ότι αφενός τα αναπτυξιακά σχέδια που προτείνει, σε οποιαδήποτε εκδοχή, αριστερή ή δεξιά, δεν είναι ούτε σοβαρά ούτε θελκτικά στους πολλούς. Και αφετέρου ότι η αντίστοιχη κοινωνική βάση αυτών των λαϊκιστικών κομμάτων δεν μπορεί παρά να έχει τους αρχηγούς που τις αξίζουν. Με απλά λόγια, ό,τι θερίζεις, σπέρνεις σε ένα κόμμα. Τι σοβαρή ηγεσία περιμένουμε να προκύψει τελικά από έναν κόσμο ψεκασμένων, αγανακτισμένων, συνωμοσιολόγων, αντιευρωπαϊστών ή και αντιδυτικιστών; Αλλά και τι ηγεσία θα έχει ένα κόμμα που απλώς αντιπολιτεύεται τυφλά χωρίς να έχει να προτείνει τίποτε ουσιαστικό; Σίγουρα θα απέχει αρκετά από τον Τσώρτσιλ.

Η ποιότητα της πολιτικής μας ελίτ μπορεί φυσικά να μετρηθεί με βάση πτυχία, μεταπτυχιακά και επαγγελματικές περγαμηνές, και εκεί να βρεθεί πάνω από το μέσο όρο. Η ουσιαστική της όμως αποτίμηση μπορεί να γίνει μόνο στο επίπεδο της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και της καθημερινής της παρουσίας στο δημόσιο διάλογο. Εκεί είναι που δίνει διαρκείς εξετάσεις ως προς την επίλυση προβλημάτων, την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, την υψηλή τεχνογνωσία, τον ρεαλισμό αλλά και το όραμα για το μέλλον, όπως και ως προς το ύφος και το ήθος της ηγεσίας της. Όσοι περιμένουν να μας σώσει ο ιππότης με το λευκό άλογο, είναι και όσοι πιστεύουν στα παραμύθια. Και αυτό στην πολιτική φλερτάρει με την εξαπάτηση.