Πολιτικη & Οικονομια

Η πολιτική ύβρις του Πέδρο Σάντσεθ, και η νέμεση που πολύ δύσκολα θα αποφύγει

Ο Ισπανός Πρωθυπουργός επέλεξε να είναι όμηρος των Καταλανών αυτονομιστών

Άγης Παπαγεωργίου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ισπανική κυβέρνηση των ηττημένων, οι Καταλανοί αυτονομιστές, και το αβέβαιο μέλλον της Ισπανίας προς το μέλλον

Ο Ισπανός Πρωθυπουργός –και επικεφαλής του κεντροαριστερού PSOE– έχει κερδίσει για τον εαυτό του ένα μάλλον αξιοζήλευτο προσωνύμιο, το οποίο του το έχουν κολλήσει όχι οι οπαδοί, αλλά οι αντίπαλοι του. Ο “Perro Sanxe” –ή, αλλιώς, ο Σάντσεθ ο Σκύλος– κατάφερε να παραμείνει στην ισπανική πρωθυπουργία επιτυγχάνοντας μια άνευ προηγουμένου συμφωνία με τους Καταλανούς αυτονομιστές, Junts, χωρίς να έχει κερδίσει καν τις εκλογές.

Στην πολιτική του σταδιοδρομία μέχρι σήμερα, ο Σάντσεθ έχει αποδείξει πως του αξίζει –και με το παραπάνω– να τον αποκαλούνε σκύλο. Ο Μαδριλένος σοσιαλδημοκράτης έχει καταφέρει να εκμεταλλευτεί –μέχρι σήμερα– κάθε συγκυρία προς όφελος του· όπως ακριβώς κέρδισε την ισπανική πρωθυπουργία με ανορθόδοξο τρόπο, έτσι κατάφερε και να τη διατηρήσει, ελπίζοντας πως το απίστευτο σερί ευνοϊκών συγκυριών δε θα σταματήσει στο άμεσο χρονικό διάστημα. Οι πιθανότητες σήμερα μοιάζουν ήδη να είναι εναντίον του.

Ισπανία: Μια αλλοπρόσαλλη κυβέρνηση ηττημένων

Από τις ισπανικές εκλογές του Ιουλίου, προέκυψε μια εξαιρετικά ασταθής, και πολιτικά αλλοπρόσαλλη κυβέρνηση ηττημένων. Συγκεκριμένα, το PSOE συγκέντρωσε μεν το 31.7% της ψήφου, ωστόσο το κεντροδεξιό PP επικράτησε καθαρά, με 33.1%· στην ουσία, οι Ισπανοί επέλεξαν –έστω και με μικρότερη διαφορά απ’ όση αναμενόταν– να προτιμήσουν τον Αλμπέρτο Φεϊχό ως τον επόμενο πρωθυπουργό τους, παρότι ο Σάντσεθ διεκδικούσε την επανεκλογή του. Όμως, καθώς η Ισπανία εφαρμόζει το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, το PP συγκέντρωσε μόλις 137 έδρες –τη στιγμή που χρειαζόταν τουλάχιστον 176 ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση– ενώ το PSOE συγκέντρωσε 121, μια περισσότερη από όσες είχε κατά το διάστημα 2019-2023. Με άλλα λόγια, το γεγονός πως ο Σάντσεθ ηττήθηκε μεν αλλά χωρίς να συντριβεί τού έδωσε τη δυνατότητα να ελπίζει πως θα μπορέσει να μαζέψει τις απαιτούμενες 175 που απαιτούνται στο ισπανικό κοινοβούλιο, ώστε να λάβει εκ νέου ψήφο εμπιστοσύνης, παρακάμπτοντας τον Φεϊχό. Προφανώς, ο Σάντσεθ ξεκίνησε τη διαδικασία με γκολ από τα αποδυτήρια, καθώς μπορούσε από την αρχή να υπολογίζει στη στήριξη του αριστερού σχηματισμού Sumar, στον οποίο ανήκουν πλέον οι Podemos με τους οποίους είχε συγκυβερνήσει από το 2018.

Πολύ σύντομα κατέστη πλήρως σαφές πως, για ακόμα μια φορά, η σύνθεση –και η σταθερότητα– μιας ακόμα ισπανικής κυβέρνησης θα εξαρτιόταν από μικρά, κατά κύριο λόγο τοπικιστικά κόμματα, με σημαντικά περιορισμένο πολιτικό πρόγραμμα. Σε αυτή την κούρσα, ο Φεϊχό υπολειπόταν σημαντικά του Σάντσεθ, καθώς ο επικεφαλής του PP δε θα μπορούσε ποτέ να κερδίσει –αλλά και να διεκδικήσει επί της αρχής– την ψήφο των Καταλανών αυτονομιστών. Αυτό γιατί, οι Junts εξακολουθούν να απαιτούν την ανεξαρτησία της Καταλονίας, τη στιγμή που οι μνήμες από το παράνομο δημοψήφισμα του 2017 –τη διεξαγωγή του οποίου δεν είχε εγκρίνει ο τότε κεντροδεξιός Πρωθυπουργός, Μαριάνο Ραχόι– εξακολουθούν να είναι ολοζώντανες τόσο για το PP, όσο και για τους Junts. Ωστόσο, ακόμα και αν υποθέσουμε πως το ισπανικό κεντροδεξιό κόμμα δε θα μπορούσε ποτέ να συγκυβερνήσει με τους Καταλανούς αυτονομιστές λόγω της μεταξύ τους ιστορίας, έτσι θα υπέθετε κανείς πως και ο ίδιος ο Σάντσεθ δε θα δεχόταν να σχηματίσει κυβέρνηση με ένα τοπικιστικό κόμμα που δεν πιστεύει καν στη νομιμότητα της ισπανικής κυβέρνησης εξ’ αρχής. Για τον κεντροαριστερό Ισπανό πρωθυπουργό όμως, αυτή η παραδοξότητα δεν αποτελεί dealbraker –όπως λατρεύουν να λένε οι Αμερικάνοι– αλλά μια μικρή λεπτομέρεια, η οποία μπορεί να ξεπεραστεί στο όνομα του κοινού οφέλους.

Η επιστροφή του Κάρλες Πουτζδεμόν

Η επιλογή του Σάντσεθ να δημιουργήσει μια κυβέρνηση ηττημένων μπορεί να είναι –σε θεωρητικό επίπεδο– πολιτικά ανήθικη, όμως παραμένει απόλυτα νόμιμη. Ωστόσο, για να εξασφαλίσει τη στήριξη των Junts, ο Ισπανός Πρωθυπουργός υποσχέθηκε πως θα παράσχει στους επικεφαλής τους πλήρη αμνηστία, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν από τις Βρυξέλλες, όπου έχουν διαφύγει από το 2017 και μετά. Ο λόγος είναι πως, αμέσως μετά τη λήξη του δημοψηφίσματος και τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξάρτητης Καταλονίας, ο επικεφαλής των Junts –και τότε κυβερνήτης της Καταλονίας– Κάρλες Πουτζδεμόν, ήρθε αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες, για τις οποίες κινδυνεύει να καταδικαστεί σε περισσότερα από 30 χρόνια κάθειρξης· μεταξύ άλλων, ο Πουτζδεμόν – και οι άμεσοι συνεργάτες του – κατηγορείται για προδοσία, πρόκληση σε εξέγερση, και κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η απόφαση του Σάντσεθ να παράσχει αμνηστία στον Πουτζδεμόν δημιούργησε άμεσα πολύ μεγάλες αντιδράσεις, με εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανούς –σχεδόν από όλες τις πολιτικές παρατάξεις– να προβαίνουν σε μαζικές διαδηλώσεις εναντίον της πρωτοβουλίας του Ισπανού Πρωθυπουργού.

Η οργή των Ισπανών μπορεί να γίνει εύλογα κατανοητή, αν συνυπολογίσουμε την ακρότητα των θέσεων των Ισπανών αυτονομιστών. Σημειολογικά, όταν ο Πουτζδεμόν ανέλαβε τα καθήκοντα του κυβερνήτη της Καταλονίας τον Ιανουάριο του 2016, αρνήθηκε να ορκιστεί στο Ισπανικό Σύνταγμα, καθώς δεν το αναγνωρίζει, όπως άλλωστε και την ισπανική μοναρχία. Αξίζει να σημειωθεί πως το δημοψήφισμα τελικά διεξήχθη χωρίς την έγκριση της Ισπανικής κυβέρνησης, η οποία είχε δηλώσει πως δε θα αναγνώριζε οποιοδήποτε αποτέλεσμα υπέρ της Καταλανικής ανεξαρτησίας. Με άλλα λόγια, ο Πουτζδεμόν γνώριζε πως η κίνησή του θα προκαλούσε μια άνευ προηγουμένου συνταγματική κρίση, αλλά επέλεξε να προκαλέσει την Μαδρίτη μέχρι τέλους, βυθίζοντας τη χώρα στο χάος, χωρίς να μπορεί στην πραγματικότητα να πετύχει ούτε στο ελάχιστον τον στόχο του. Προφανώς, για τους σκληροπυρηνικούς Καταλανούς αυτονομιστές, ο Πουτζδεμόν αποτελεί έναν τοπικό ήρωα· για τους υπόλοιπους Ισπανούς, ωστόσο, ο επικεφαλής των Junts είναι όντως προδότης, όσο βαρύς και αν είναι ο χαρακτηρισμός.

Η ισπανική κυβέρνηση όμηρος της πολιτικής παράνοιας

Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η συμφωνία μεταξύ PSOE και Junts, πολλά ισπανικά και διεθνή μέσα έπλεξαν το εγκώμιο του Σάντσεθ, αναγνωρίζοντας του πως, για άλλη μια φορά –και με τις πιθανότητες ξανά εναντίον του– κατάφερε να παραμείνει στην πρωθυπουργία. Ο ίδιος προσπάθησε αμέσως να τιμήσει την εμπιστοσύνη των Καταλανών –αλλά και των Βάσκων– αυτονομιστών που τον στήριξαν, ζητώντας από την ΕΕ να αναγνωρίσει τις δύο διαλέκτους ως επίσημες γλώσσες της ΕΕ, και προθυμοποιώντας να αναλάβει η Ισπανία όλα τα σχετικά κόστη· το αίτημα του μόνο ευήκοα ώτα δε βρήκε, για να το θέσουμε ευγενικά. Ωστόσο, ακόμα χειρότερα για τον Ισπανό Πρωθυπουργό, ο Πουτζδεμόν πρόσφατα δήλωσε πως αν η νέα ισπανική κυβέρνηση δεν προχωρήσει άμεσα στις κινήσεις που απαιτούνται ώστε να «υπάρξει σημαντική πρόοδος» σε ό,τι αφορά την Καταλανική ανεξαρτησία, τότε δεν θα διστάσει να στηρίξει μια πρόταση μομφής του κεντροδεξιού PP ώστε ο Σάντσεθ να καταπέσει από την πρωθυπουργία. Στον απόηχο των συγκεκριμένων δηλώσεων, ο Φεϊχό δήλωσε πως το κόμμα του δε θα προχωρούσε ποτέ σε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Junts.

Αλλά ακόμα και αν το PP αρνηθεί να ρίξει την κυβέρνηση Σάντσεθ μαζί με τους Junts σε ένα υποθετικό σενάριο, ο Σάντσεθ παραμένει όμηρος μιας –ακραίας– πολιτικής μειοψηφίας, της οποίας το κύριο αίτημα δεν είναι ποτέ δυνατόν να ικανοποιήσει. Όση επιπλέον αυτονομία και να δώσει στην Καταλονία –κάτι που δε θα είναι καθόλου εύκολο– οι Junts, λόγω της ιδεολογικής τους προσήλωσης στην ανεξαρτησία, δε θα είναι ποτέ ικανοποιημένοι. Ως αποτέλεσμα, ο Σάντσεθ θα πρέπει να κυβερνήσει μια από τις οικονομικά σημαντικότερες χώρες για την ΕΕ –και έναν ισχυρό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ– έχοντας πάντα στο μυαλό του τα αιτήματα, και τις απειλές του Πουτζδεμόν, για τον οποίο οι δεσμεύσεις και οι προκλήσεις της ισπανικής κυβέρνησης δε σημαίνουν σχεδόν τίποτα. Στην ουσία, ο Σάντσεθ καλείται να κυβερνήσει για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, διατηρώντας ικανοποιημένο ένα κόμμα το οποίο δεν πιστεύει στη νομιμότητα της κυβέρνησης την οποία επέλεξε να στηρίξει, και το κάνει απλά και μόνο ώστε να μπορέσει να αποσχίσει την Καταλονία από αυτήν· η πιθανότητα να πετύχει το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι μικρή, τουλάχιστον.

Αυτό σημαίνει πως, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο Σάντσεθ να απωλέσει τελικά την πρωθυπουργία επειδή η κυβέρνηση –ηττημένων– την οποία σχημάτισε να καταρρεύσει στο πρώτο μεγάλο σκάνδαλο. Ακριβώς έτσι έγινε, άλλωστε, Πρωθυπουργός πίσω στο 2018, όταν η κυβέρνηση Ραχόι απώλεσε τη δεδηλωμένη. Με δεδομένο πως ο Πουτζδεμόν –και οι Junts– έχουν αποδείξει πως αδυνατούν να προχωρήσουν σε πολιτικούς συμβιβασμούς, εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πως ένα πρόσχημα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο άρσης της ψήφου εμπιστοσύνης τους. Και αν το PP αρνηθεί να γίνει εκείνο όμηρος των Καταλανών αυτονομιστών, είναι δεδομένο πως –ειδικά σε ένα πλαίσιο πρόωρων εκλογών– Ισπανοί ψηφοφόροι δεν θα ξεχάσουν τον πολιτικό κυνισμό του Σάντσεθ. Για εκατομμύρια Ισπανούς, ο Σάντσεθ διέπραξε την απόλυτη ύβρη, ανταλλάσσοντας ουσιαστικά την ακεραιότητα του αξιώματος του με τις εφτά έδρες που χρειαζόταν ώστε να διατηρηθεί σε αυτό. Η πολιτική του ομηρεία –αλλά και η πιθανή του πτώση από την πρωθυπουργία– μοιάζει ήδη με τη νέμεση, που πάντα –μα πάντα ακολουθεί.