Πολιτικη & Οικονομια

Edito 504

Η A.V. ήταν ενοχλητική γιατί στεκόταν αντίθετα στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα

Φώτης Γεωργελές
ΤΕΥΧΟΣ 504
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν εκείνο το πρωί της Πέμπτης ανέβηκα επάνω και η Πυροσβεστική μού έδειξε την εστία της φωτιάς, μέσα μου, στ’ αλήθεια, ήξερα τι έχει συμβεί. Δεν έλεγα όμως τίποτα, ούτε στον εαυτό μου. Ακόμα και όταν σε λίγες ώρες είχε βγει το πόρισμα που μιλούσε για διάρρηξη και εμπρησμό, εγώ ζητούσα να είμαστε χαμηλόφωνοι, να μην κατηγορούμε κανέναν, να μην υψώνουμε τους τόνους. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή που βρεθήκαμε εμείς στο ρόλο του θύματος, δεν ήθελα να τροφοδοτούμε την ένταση, να διαδίδουμε το αδιανόητο, να συμβάλλουμε σ’ αυτό το κλίμα πολέμου και συγκρούσεων που επικρατεί τόσα χρόνια.

Αν κάτι θεωρώ ως πιο σημαντικό που προσέφερε η ATHENS VOICE αυτά τα δύσκολα χρόνια είναι η συνεχής προσπάθεια για ηρεμία, να καλμάρουμε τα πράγματα, να μην αφήσουμε την οργή και το φόβο να επικρατήσουν, να αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα τα προβλήματα, να βρούμε τις απαντήσεις ακόμα και σε παράλογα ερωτήματα. Να μάθουμε και να πούμε ό,τι ξέρουμε. Ακόμα κι αν αυτό δεν ήταν δημοφιλές. Μια νέα εφημερίδα δημοσιογράφων, που δεν ανήκε σε κανέναν και δεν χρώσταγε σε κανέναν, μπορούσε εύκολα να γίνει τιμητής των πάντων και να πουλήσει την αγανάκτηση που τυφλή παρέσερνε τα πάντα. Εμείς λέγαμε τα αντίθετα, ότι η ζωή δεν είναι στρατόπεδα, ότι δεν χωριζόμαστε σε «δοσίλογους» και «ακραίους», ότι πρέπει να βρούμε με καθαρό μυαλό τις πιο σωστές και πιο δίκαιες λύσεις για να βγούμε από το πρόβλημα.

Η ATHENS VOICE ήταν μια ενοχλητική εφημερίδα όχι τόσο για τις πολιτικές της απόψεις. Ήδη καθώς ο ένας μετά τον άλλον αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, οι διαπιστώσεις της ATHENS VOICE σιγά-σιγά γίνονται εκ των υστέρων αποδεκτές. Ήταν ενοχλητική εφημερίδα γιατί στεκόταν πάντα αντίθετα στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα που εξόντωνε την κοινωνία αλλά αποτελούσε πολύτιμο όπλο στα τυχοδιωκτικά μικροκομματικά παιχνίδια εξουσίας. Ακύρωνε τις μεταμφιέσεις, έδειχνε τα γεγονότα πίσω από τις «ηρωικές» κραυγές, αποκάλυπτε πως οι «αγώνες» ήταν αγώνες για τη διατήρηση προνομίων και μορφών εκμετάλλευσης που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Ήταν το μικρό παιδί που χάλαγε το παιχνίδι των μεγάλων. Κι αυτό δημιουργεί εχθρούς.

Όπως καταλαβαίνετε, τα παραμύθια για τα ωράρια των καταστημάτων τα ακούω βερεσέ. Είναι κι αυτή η γλώσσα που αδυσώπητη αποκαλύπτει τα πάντα. Μια μικρή εμπρηστική παρέμβαση. Όπως λέμε μια εικαστική παρέμβαση. Πόσο καλομαθημένος, πόσο μακριά από τις αγωνίες του απλού κόσμου πρέπει να είσαι για να βλέπεις ως «event» την καταστροφή της δουλειάς των ανθρώπων. Μια παλιά πολυκατοικία στα Εξάρχεια, ιδιοκτησία ενός δημόσιου ιδρύματος που περιθάλπει ανήμπορους αρρώστους. Που στεγάζει φροντιστήρια με νέα παιδιά, ηλικιωμένους ανθρώπους, γραφεία, μια εφημερίδα. Μια εφημερίδα που εδώ και 11 χρόνια στεγάζεται, ζει στα Εξάρχεια, από επιλογή. Ως δήλωση. Μια εφημερίδα, μοναδική χωρίς αστυνομική προστασία, χωρίς σεκιούριτι, με τις πόρτες πάντα ορθάνοιχτες τέντα, να μπαίνει η γειτονιά, να παίρνει εφημερίδες, να μας μαλώνει, να μας συγχαίρει, να μας διορθώνει. Γιατί αυτό θέλουμε να είμαστε, μια εφημερίδα της πόλης.

Εκείνη την Πέμπτη καθώς στεκόμαστε αμήχανοι στο πεζοδρόμιο και περιμέναμε να φύγουν οι πυροσβεστικές, ένα κορίτσι ξαφνικά έβγαλε μια κραυγή: Τα χρυσοψαράκια μας! Πάνε, θα έγιναν τηγανητά. Εκείνο το πρωί συνέβη κι ένα θαύμα. Οι τοίχοι έλιωσαν, αλλά σε μια γωνιά το ενυδρείο βρέθηκε άθικτο, τα ψαράκια ήταν ζαλισμένα αλλά ζωντανά. Πολύ σκληρά για να πεθάνουν.

Κατά σύμπτωση, λίγες μέρες πριν, κάποια με μάλωνε: Μα αυτός ο τραγουδιστής σάς βρίζει κάθε μέρα, γιατί τον βάζετε στην εφημερίδα; Μα τι να κάνουμε, απορούσα εγώ, να μη λέμε ότι ο άνθρωπος τραγουδάει, βγάζει δίσκους, δίνει συναυλίες; Την επόμενη μέρα ο άνθρωπος έγραφε, δεν θέλω να καταδικάσω αυτή την πράξη… Κι εγώ, ακόμα και τώρα, δεν μου πάει να γράψω το όνομά του. Για να τον προστατεύσω, γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι, λένε βλακείες, τυφλώνονται, κάνουν άσχημα πράγματα, μετανιώνουν, έχουν τύψεις. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, μαθαίνουμε, αλλάζουμε γνώμη, διορθώνουμε τους εαυτούς μας, συνεχίζουμε. Το πρόβλημα δεν είναι οι 2, οι 3, οι 10 που ξεφεύγουν. Το πρόβλημα είναι οι χιλιάδες που τόσο εύκολα άφησαν ελεύθερο τον εαυτό τους να βρει καταφύγιο στο μίσος, το φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, το φθόνο. Αυτοί που καθημερινά δηλητηριάζουν την κοινωνία χωρίς ούτε καν να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες. Αυτοί που νομίζουν ότι όλα επιτρέπονται αρκεί να επιτύχεις το σκοπό σου. Δεν επιτρέπονται. Η ζωή είναι σκληρή και τιμωρεί την ύβρη.

Αυτές τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ κι έπαιζα ξανά στην οθόνη του μυαλού μου τις στιγμές, θυμόμουν συνέχεια μια παλιά, άγνωστη ταινία απ’ αυτά τα B movies που μ’ αρέσει να βλέπω στις 4 το πρωί άγρυπνης νύχτας. Επίθεση εξωγήινων τεράτων, άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε ένα mall. Προσπαθούν να επιζήσουν, να διαφύγουν. Νομίζεις ότι είναι άλλη μια φτηνή ταινία με τέρατα, όταν ξαφνικά με χειρουργική κοινωνιολογική ακρίβεια, η ταινία μετατρέπεται σε ανάλυση σχέσεων, σε παρατήρηση συμπεριφορών. Πλήθος εγκλωβισμένο σε απειλητικές συνθήκες. Κάποιοι προσπαθούν να βρουν τρόπους, καταστρώνουν σχέδια, επιχειρούν να λύσουν το πρόβλημα, να αποφύγουν το θάνατο.

Ένας περαστικός από την πολιτεία, ένας ξένος. Ένας καθηγητής ή συγγραφέας δεν θυμάμαι, ο διανοούμενος. Ένα κορίτσι όμορφο που του αρέσει ο ξένος, ένας φοιτητής. Υπάρχουν και άλλοι όμως που, μπροστά στην απειλή, δεν ενδιαφέρονται καθόλου να την αντιμετωπίσουν. Αντίθετα, μέσα στο σούπερ μάρκετ, το ναό της καταναλωτικής ζωής, το μόνο που τους απασχολεί είναι η εξουσία, να επικρατήσουν και να αναλάβουν τη διεύθυνση. Η υστερική νοικοκυρά «ακούει φωνές», ο θεός της μιλάει και την καθοδηγεί, υψώνει το δάχτυλο και κατηγορεί, ο θεός μάς τιμωρεί για τα λάθη μας και τη διαφθορά, γιατί η ξανθούλα φοράει μίνι; Και ποιος είναι ο ξένος που δεν τον ξέρουμε, δεν είναι δικός μας, μήπως φταίει αυτός, μήπως είναι πράκτορας; Η κυριούλα γίνεται ηγέτης πουλώντας μίσος, αρχίζει το κυνήγι μαγισσών, ο μπράβος του υποκόσμου με το μαχαίρι γίνεται ο πιστός της υπαρχηγός, αποκτάει εξουσία να καταπιέσει, οι δυο άξεστοι χωριάτες «rednecks» που κοιτάζουν με πόθο και με μίσος το κορίτσι γιατί δεν τους κάθεται, θα δείρουν το φοιτητή με τα μακριά μαλλιά που τους κάνει τον έξυπνο, ΚΔΩΑ, κτηνώδης δύναμη, ογκώδης άγνοια. Λιτανείες πίστης και μίσους, αναζήτηση εξιλαστήριου θύματος, στην πυρά ο ξένος, τυφλή υποταγή, συσπείρωση στην πίστη που ξέρουμε, το τρομοκρατημένο ποίμνιο, οι πολλοί, φοβισμένοι, θυμωμένοι, πανικόβλητοι, πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε, να χάσουν τον εαυτό τους, προκειμένου να βρουν έναν ηγέτη, έναν από μηχανής θεό να τους ανακουφίσει, να τους σώσει, να διατηρήσουν τη ζωή τους χωρίς να κάνουν τίποτα, μόνο πιστεύοντας, κατηγορώντας, μισώντας και ψέλνοντας. Αριστούργημα. Στις εποχές της κρίσης, όταν τα παλιά πράγματα ξεθωριάζουν και τα καινούργια δεν έχουν ακόμα εμφανιστεί καθαρά, το μεσοδιάστημα το ονομάζουν εποχή των τεράτων.

Οι χιλιάδες άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και αντίπαλοι που συγκινητικά στάθηκαν στο πλάι μας αυτές τις μέρες και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να μας βοηθήσουν και να μας εμψυχώσουν, διώχνουν λίγο αυτή τη μυρωδιά του καμένου που δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Με κάνουν να ελπίζω ότι αυτό το καινούργιο, άλλο ένα σοκ, το κάψιμο μιας εφημερίδας που είχε μόνη περιουσία και δύναμη τις λέξεις, θα βοηθήσει την κοινωνία μας να γυρίσει σελίδα, να τελειώνει με την «εποχή των τεράτων». Να γίνει ξανά μια κοινωνία ανθρώπινη, που θα βουρκώνει και για να μην πεθαίνουν τα χρυσόψαρα.