Πολιτικη & Οικονομια

Η κυριαρχία της μικροπολιτικής στον δημόσιο διάλογο

Στην Ελλάδα η ζυγαριά μεταξύ του πολιτικού παιχνιδιού («politics») και των δημόσιων πολιτικών («policies») στον δημόσιο διάλογο συνεχίζει να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του πρώτου.

Σοφία Καλαμαντή
ΤΕΥΧΟΣ 873
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Εκλογές 2023: Η προεκλογική περίοδος, η μικροπολιτική, η Gen Z και το αποτέλεσμα της κάλπης

Η προεκλογική περίοδος είχε ως επί το πλείστον πτυχές που απασχολούν ούτως ή άλλως τη δημόσια σφαίρα και την επικαιρότητα. Η μικροπολιτική, οι επιθέσεις επί προσωπικού μεταξύ των αρχηγών των κομμάτων, η προσπάθεια εύρεσης ευκολοχώνευτων συνθημάτων, τα επικοινωνιακά κλισέ και οι παρασκηνιακές όψεις της πολιτικής επικυριάρχησαν στην ατζέντα του προεκλογικού λόγου. Παράλληλα, δεν έλειψαν και εντονότερες παραφωνίες από κόμματα με αντισυστημικό πρόσημο, σε μία προσπάθεια προσέλκυσης της σημαντικής μερίδας αναποφάσιστων και όσων δηλώνουν δυσαρεστημένοι με το «παλαιοκομματικό σύστημα».

Είναι αυτονόητο πως στον συμπυκνωμένο προεκλογικό χρόνο τα αντανακλαστικά των πολιτικών δρώντων εστιάζουν στην όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη σύνοψη του μηνύματός τους, με βασικό κριτήριο το πώς θα καταστεί η απήχησή τους ευρεία. Τα οράματα για την Ελλάδα του 2023-27 ξεδιπλώθηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις, αναλόγως και το ιδεολογικο-πολιτικό αποτύπωμα κάθε κόμματος. Το ερώτημα είναι εάν αυτά ήταν επαρκώς σύμφυτα με τις προκλήσεις της εποχής.

Πολλά έχουν αλλάξει από το 2019 σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε έναν μεταπανδημικό κόσμο, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες μεταβολές, σμιλεμένες από την κλιματική αλλαγή, την έκρηξη στις νέες τεχνολογίες και τη χιονοστιβάδα ρυθμιστικών ζητημάτων για τα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτικότητα εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, η παραπληροφόρηση και η συνωμοσιολογία στο ψηφιακό πεδίο επιτρέπουν στον εξτρεμισμό να ανθίζει δηλητηριάζοντας τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Τέλος, η μετανάστευση, η δημογραφική γήρανση της Ευρώπης και οι γεωπολιτικές προκλήσεις στη μετά-τη-ρωσική-εισβολή εποχή έρχονται να ανακατέψουν εκ νέου την τράπουλα και στις διεθνείς ισορροπίες.

Τα ζητήματα αυτά προσεγγίστηκαν –αν προσεγγίστηκαν– ακροθιγώς με γενικόλογες τοποθετήσεις και πάντως κανένα ενδιαφέρον δεν φάνηκε να είχαν ούτε για τους υποψηφίους, ούτε και για την κοινή γνώμη, σε σύγκριση με τα προβλήματα της απτής καθημερινότητας.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως τέτοιες θεματικές είναι υπερβολικά τεχνικές ή και καθόλα ασαφείς για τους περισσότερους, επομένως δεν έχουν θέση σε μία συζήτηση αποτελούμενη από εύληπτα μηνύματα για εκλογική κινητοποίηση. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι πως οι προκλήσεις αυτές δεν θα είναι για πολύ ένα θολό συνονθύλευμα στη σφαίρα του θεωρητικού ή του αμιγώς τεχνοκρατικού, απασχολώντας αποκλειστικά τα όργανα θέσπισης πολιτικών. Αντιθέτως, θα αποτελέσουν τις παραμέτρους που θα καθορίσουν αποφασιστικά την ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών. Οι σημερινοί νέοι είναι βέβαιο πως θα αναμετρηθούν εμπράκτως με αυτές τις ανακατατάξεις παγκόσμιου βεληνεκούς, επομένως το να τις κρύβει κανείς κάτω από το χαλί ως δευτερεύουσες προβληματικές για έναν μεταγενέστερο χρόνο, μόνο παραγωγικό δεν θα αποβεί.

Στην προεκλογική περίοδο η προσέγγιση των νεαρότερων ψηφοφόρων, εκείνων της γενιάς Ζ, που βρέθηκαν με δικαίωμα ψήφου χωρίς καν να έχουν τελειώσει το Λύκειο, πήρε τη μορφή ενός επικοινωνιακού πυροτεχνήματος που έλαβε χώρα κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ενδιαφέρον μονοπώλησε η πλατφόρμα του TikTok, στην οποία δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων. Η κάπως αμήχανη προσπάθεια προσέγγισης των νεαρότερων ηλικιών, εντός της μιντιακής τους «έδρας», περιελάμβανε βίντεο με γρήγορο μοντάζ, χρωματιστούς υποτίτλους, έντονη μουσική, σε μία προσπάθεια να χαλιναγωγηθεί το  μικρό εύρος προσοχής των ψηφοφόρων εκείνων που θα επισκέπτονταν την κάλπη για πρώτη φορά στη ζωή τους.

Το αποτέλεσμα ήταν από αισθητικής άποψης κάποιες φορές πετυχημένο και άλλοτε το λιγότερο άβολο, με το περιεχόμενο των αναρτήσεων να κινείται μεταξύ φτηνού χιούμορ, με συνθήματα και λογοπαίγνια, και ορισμένων στιγμών που πράγματι εξέπεμπαν έναν αυθορμητισμό και μια ματιά στα παρασκήνια, που δεν είχε ξαναπροσφερθεί σε κοινή θέα. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που τελικά έμεινε ήταν μία προσπάθεια εξανθρωπισμού των υποψηφίων στα μάτια των εφήβων, ώστε να δείχνουν λιγότερο «εξωγήινοι», και όχι μία περισσότερο ειλικρινής οπτική για την πραγματικότητα, με αληθινά σύγχρονους όρους.

Η νέα γενιά είναι πάντως περισσότερο κυνική από όσο πιστεύει κανείς, αφού ενηλικιώνεται ταχύτερα σε σχέση με τις προηγούμενες, εξαιτίας και του πλήθους διαθέσιμης πληροφορίας που έχει για τον κόσμο. Ενώ, λοιπόν, το μέσο ήταν πράγματι το κατάλληλο, τα μηνύματα σε αυτό κατέληγαν να είναι μάλλον ευτελή και ίσως και να υποτιμούσαν το νεαρότερο ακροατήριο, χωρίς να είναι σε θέση να προσεγγίσουν τις δυνητικές προβληματικές που θα το κινητοποιούσαν.

Συνοψίζοντας, στην Ελλάδα η ζυγαριά μεταξύ του πολιτικού παιχνιδιού («politics») και των δημόσιων πολιτικών («policies») στον δημόσιο διάλογο συνεχίζει να γέρνει αποφασιστικά υπέρ του πρώτου. Όσο όμως ο κόσμος γύρω μας γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος, τόσο πιο ανεπαρκές και παρωχημένο θα καθίσταται αυτό το μοντέλο διαλεκτικής σύγκρουσης. Χρειάζεται η δημόσια ατζέντα να γίνει πιο πλουραλιστική, λειτουργώντας ως θεματικό χωνευτήρι και για τα συνθετότερα προκείμενα, και να μην επιτρέπει στο πολιτικό βαρόμετρο του στρατευμένου Twitter να ορίζει τις προτεραιότητες. Παράλληλα, είναι σημαντικό το κοινό να έχει περισσότερες απαιτήσεις από τη δημόσια σφαίρα, συνειδητοποιώντας πως οι κυβερνήσεις θα βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με πρωτόγνωρες και πολυεπίπεδες κρίσεις τις οποίες θα καλούνται να διαχειριστούν, όπως συνέβη τα προηγούμενα δύο χρόνια. Αυτή η στροφή θα πρέπει να επιτευχθεί όχι με νοοτροπία καταστροφολογίας, μιζεραμπιλισμού ή φοβικών σπασμών, αλλά με ψυχραιμία και νηφαλιότητα, με την έμφαση του διαλόγου να μετατοπίζεται σε πολιτικές προτάσεις που θα εμπεριέχουν δεσμεύσεις για τεχνογνωσία, καινοτομία και ενδυνάμωση του ρόλου των εμπειρογνωμόνων στα δημόσια πράγματα.