Πολιτικη & Οικονομια

Qatargate: Τα κενά και ο εκδημοκρατισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Η δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου και δίκαιου κόσμου απαιτεί ένα μεταρρυθμισμένο και πιο δημοκρατικό σύστημα ευρωπαϊκής διακυβέρνησης»

Χρήστος Α. Φραγκονικολόπουλος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το σκάνδαλο Qatargate, η αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι προκλήσεις για το μέλλον της

Οι δρώντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) νομιμοποιούνται από τους φιλελεύθερους στόχους που επιδιώκουν (ανθρώπινα δικαιώματα, ανάπτυξη, ευημερία, δημοκρατία και μη βίαιη επίλυση των συγκρούσεων). Σκάνδαλα, όμως, όπως το Qatargate, θέτουν υπό αμφισβήτηση ολόκληρο τον πολιτικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, υπογραμμίζουν το «κενό δικαιοδοσίας», το «κενό συμμετοχής» και το «κενό πολιτικής δέσμευσης», δηλαδή την απουσία δημοκρατικών διαδικασιών που να συνδέουν τα υποκείμενα και τα αντικείμενα των αποφάσεων. Απουσιάζουν δηλαδή οι δημοκρατικές διαδικασίες που θα εξασφάλιζαν τη λογοδοσία στους πολίτες, καθώς και οι διαδικασίες που θα τους επέτρεπε να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση της ατζέντας και στη δημόσια συζήτηση για τα ευρωπαϊκά/παγκόσμια ζητήματα.

Όπως αποδεικνύει έρευνα του European Council on Foreign Relations σε 12 χώρες της ΕΕ (9 Μαρτίου του 2022), το 58% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα πολιτικά συστήματα των χωρών τους είναι δυσλειτουργικά, ανήμπορα να προσφέρουν λύσεις στα σημερινά θεμελιώδη προβλήματα. Το ίδιο ποσοστό δηλώνει ότι δεν διαθέτει καμία επίδραση στην πολιτική διαδικασία. Επίσης, το 60% και το 71% δηλώνει απογοητευμένο από τη διαχείριση της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που η φιλελεύθερη δημοκρατία στην Ευρώπη (και πέρα από αυτήν) αντιμετωπίζεται με όρους παρακμής και κατάρρευσης. Τόσο η αυξανόμενη δημόσια απογοήτευση με τις πολιτικές ελίτ, όσο και η αποξένωση από τις πολιτικές και εκλογικές διαδικασίες, δεν αντιπροσωπεύουν απλώς μια διάθεση, αλλά δείχνουν μια τάση. Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται μόνο στον πολύπλοκο χαρακτήρα των σημερινών προβλημάτων αλλά και στο γεγονός ότι η τρέχουσα αρχιτεκτονική σε εθνικό και επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματα των πολιτών για περισσότερη πολιτική συμμετοχή και επιρροή.

Το υπάρχον σύστημα πρέπει να επενδύσει σε διαλεκτικές και συμμετοχικές διαδικασίες για να μπορέσει να απομονώσει ό,τι είναι σημαντικό και να αποφασίσει τι λειτουργεί καλά, τι πρέπει να μεταρρυθμιστεί και τι πρέπει να απορριφθεί. Να διαπιστώσει όχι μόνο τι έχει αλλάξει, αλλά και τι δεν έχει αλλά πρέπει. Οι διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ ενοχλητικές για τα κομματικά, κυβερνητικά και αντιπροσωπευτικά συστήματα, και τους θεσμούς λήψης αποφάσεων. Ίσως το συμπέρασμα να είναι ότι απαιτείται μια συνολική και ριζική μεταρρύθμιση σε εθνικό ή/και ενωσιακό επίπεδο. Ή να προχωρήσουμε με λίγες αλλά ουσιαστικές τροποποιήσεις στο τρέχον σύστημα. Το ζητούμενο, όμως, πρέπει να παραμείνει το ίδιο, δηλαδή να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν τα ελαττώματα και οι περιορισμοί του τρέχοντος μοντέλου αντιπροσώπευσης και λήψης αποφάσεων.

Η ιδιαιτερότητα της σημερινής δημοκρατικής πρόκλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι οι εξωτερικοί κραδασμοί και οι πιέσεις στο σύστημα –όπως η μετανάστευση, η τρομοκρατία, ανταγωνισμός μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων ή η κλιματική αλλαγή– πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα με την πρόκληση που τίθεται στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων από μια ολοένα και πιο ισχυρή αμφισβήτησή τους. Κατά συνέπεια, το καθήκον των θεσμών και των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι μόνο να υπερασπιστούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι ισχυρών εξωτερικών απειλών, αλλά και να την αποτρέψουν από το να πεθάνει εκ των έσω. Με λίγα λόγια, ο διάλογος αποτελεί πλέον επιτακτικό εργαλείο της ευρωπαϊκής δημόσιας διπλωματίας. Ανοίγοντας δίαυλους επικοινωνίας με πολίτες και την κοινωνία των πολιτών στα αίτια και στις αντίστοιχες λύσεις, οι δημοκρατίες όχι μόνο θα εμπλουτίσουν τον δημόσιο διάλογο, αλλά θα προσφέρουν και περισσότερες επιλογές προς εξέταση και σκέψη που δυνητικά μπορούν να οδηγήσουν σε βέλτιστες πρακτικές και αποτελέσματα. Και ειδικότερα σήμερα όπου η ελιτιστική-τεχνοκρατική αντίληψη και η υπεραπλουστευτική ρητορική έχει οδηγήσει σε μια τοξική αντιπαράθεση ανάμεσα σε όσους υποστηρίζουν την απόρριψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσα από ποικίλες μορφές λαϊκισμού και εθνοκεντρισμού, και σε όσους ευαγγελίζονται μια Ευρωπαϊκή Ένωση ως αναγκαιότητα, τους οποίους συνενώνει η ιδέα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική απέναντι στην παρούσα μορφή της.

Γι’ αυτό και η δημοκρατία στην ΕΕ θα πρέπει να πλαισιωθεί από δημοκρατικές διαδικασίες που να ρυθμίζουν εκείνα τα προβλήματα που τα κράτη δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνα τους. Να επεκταθεί με τη δημιουργία μηχανισμών που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων για υπερ-ή διεθνικά προβλήματα. Από τη στιγμή που η δημιουργία υπερεθνικών αγορών και η ύπαρξη σωρείας φύσει διεθνικών ζητημάτων ξεπερνούν τα κράτη και τη δυνατότητά τους να ανταπεξέλθουν στις νέες προκλήσεις, η αντιμετώπισή τους πρέπει αντίστοιχα να τοποθετηθεί, και η επιρροή τους να ρυθμιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο με συγκεκριμένες δράσεις. Στο πολιτικό πεδίο, στόχος είναι ο εκδημοκρατισμός των διαδικασιών μέσω των οποίων λαμβάνονται οι αποφάσεις. Πρώτο πυλώνα αυτής της προσπάθειας θα πρέπει να αποτελέσει η αποστέρηση της ολιγαρχικής δύναμης την οποία πολλές φορές απολαμβάνουν τα κράτη, με αποτέλεσμα τα ισχυρότερα από αυτά να υπόκεινται σε περιορισμένους και αναποτελεσματικούς ελέγχους.

Σε δεύτερο επίπεδο, χρειάζεται αναδιάρθρωση των Ευρωπαϊκών θεσμών και δρώντων. Αν και η δράση τους είναι συνήθως θετική γιατί περιορίζει την αυθαιρεσία των κρατών, συχνά οι διαδικασίες εντός των θεσμών είναι αδιαφανείς και μη δημοκρατικές. Καίριας σημασίας αποτελεί και ο εκδημοκρατισμός των διεθνικών κινημάτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ). Ο αριθμός τους έχει πολλαπλασιαστεί εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί σημαντικοί δρώντες στην παγκόσμια πολιτική καθώς συμμετέχουν στη διαμόρφωση της παγκόσμιας ατζέντας και πιέζουν τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς για την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών. Ωστόσο, συχνά οι οργανώσεις αυτές δεν απαντούν παρά σε πιο περιορισμένα συμφέροντα και ακολουθούν αδιαφανείς διαδικασίες. Σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται σαφής η ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας και νομιμότητας των ΜΚΟ ώστε η αυξανόμενη σημασία τους για την ευρωπαϊκή πολιτική να μην παρουσιάζει το δημοκρατικό έλλειμμα που χαρακτηρίζει άλλους δρώντες της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.

Επιπλέον, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει πολύ σημαντική ισχύ. Τα περιουσιακά τους στοιχεία, οι επιπτώσεις που μπορεί να φέρει η αθρόα μετακίνηση κεφαλαίων και η πίεση που ασκούν στις κυβερνήσεις με το εκτεταμένο δίκτυο lobbying που διαθέτουν καταδεικνύουν τη σημασία τους στην παγκόσμια πολιτική. Το μέγεθος της ισχύος τους, όμως, βρίσκεται σε ασυμμετρία με τον έλεγχο που είναι σε θέση να τους ασκήσουν τα κράτη και οι πολίτες. Η ενσωμάτωση της δραστηριότητάς τους στην υπηρέτηση παγκόσμιων δημόσιων συμφερόντων, πέρα από των εταιρικών, είναι, έτσι, απαραίτητη. Η εταιρική ευθύνη που έχουν υιοθετήσει αρκετές μεγάλες εταιρίες στη στρατηγική τους αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα, που από μόνο του όμως δεν αρκεί. Ακόμη πιο σημαντικό, δεν βελτιώνει το μείζον πρόβλημα της απουσίας μηχανισμών λογοδοσίας των εταιριών αυτών. Οι εταιρείες αυτές παραμένουν ανεξέλεγκτες.

Τα παραπάνω σκιαγραφούν το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να κινηθεί ο εκδημοκρατισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο το μόνο που επιτυγχάνουν είναι η πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση να συνεχίσει να περιστρέφεται εξακολουθούν να γύρω από τους ίδιους άξονες. Η δημιουργία ενός πιο ανθρώπινου και δίκαιου κόσμου απαιτεί ένα μεταρρυθμισμένο και πιο δημοκρατικό σύστημα ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί μέρος της ιστορικής λύσης που δόθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου μακρά περίοδο ειρήνης, ευμάρειας και σταθερότητας στην πιο συγκρουσιακή ήπειρο του πλανήτη. Η διατήρηση αυτών των κεκτημένων και η επίλυση των ενδοευρωπαϊκών διαφορών αποτελεί το ζητούμενο και η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να αποτελεί, με την ευρύτερη θεώρησή της ως ένα σύνολο εμπεδωμένων νορμών, κανόνων, αξιών και διαδικασιών που αποτρέπει συγκρουσιακές και βίαιες εναλλακτικές και οδηγεί σε συναινετικές και αμοιβαία επωφελείς λύσεις, τον μηχανισμό που θα διαμεσολαβήσει την επίλυσή τους.