Πολιτικη & Οικονομια

Ρωσία - Τουρκία, βίοι παράλληλοι

Ρωσία και Τουρκία, δύο αναθεωρητικές πρώην αυτοκρατορίες προσπαθούν να ενισχύσουν το γεωπολιτικό τους αποτύπωμα.

Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για τις παράλληλες προσπάθειες Ρωσίας και Τουρκίας ώστε να ορίσουν τις σφαίρες επιρροής τους στην Ανατολική Ευρώπη.

Για όσους αγαπούν τις αναλογίες, η σύγκριση της πολιτικής της Ρωσίας απέναντι στην Ουκρανία με την πολιτική της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα έχει ενδιαφέρον. Μιλάμε για δύο πρώην αυτοκρατορίες οι οποίες επιθυμούν να αναστήσουν ένα μέρος από το παρελθόν τους. Και οι δύο το επιχειρούν μέσω της προβολής στρατιωτικής ισχύος. Και οι δύο επιδιώκουν να δημιουργήσουν μία περιμετρική ζώνη επιρροής που θα αποτελείται από χώρες περιορισμένης κυριαρχίας.

Για τη Ρωσία αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία δεν θα μπει ποτέ στο ΝΑΤΟ και δεν θα μπορεί να φιλοξενήσει στο έδαφος της αμερικανικά πυραυλικά συστήματα. Μια σύγχρονη εκδοχή της φινλανδοποίησης. Για την Τουρκία σημαίνει ότι τα ελληνικά νησιά θα έχουν περιορισμένη επιδραστικότητα σε ό,τι αφορά τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα. Κι ακόμα ότι θα είναι αποστρατιωτικοποιημένα, θα στερηθούν δηλαδή του δικαιώματος άμυνας.

Προφανώς υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Ρώσοι και Ουκρανοί είναι πολύ πιο κοντά πολιτισμικά. Ο χωρισμός τους είναι πρόσφατος, ενώ υπάρχει και μεγάλη ρωσική μειονότητα δίπλα στα σύνορα. Κάτι που δεν ισχύει για τα ελληνικά νησιά. Η επιμονή στις αναλογίες λοιπόν έχει όρια. Υπάρχει ωστόσο κάτι ακόμα που δείχνει να συνδέει τα υβριδικά καθεστώτα που έχουν αναδειχθεί μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Τα προσωποπαγή καθεστώτα, δηλαδή, που χαρακτηρίζονται ως αυταρχικές ή κατ' όνομα δημοκρατίες. Σε αυτά, με τις ιδιαιτερότητές της, μπορεί να προστεθεί και η Κίνα. Και το στοιχείο που τα συνδέει είναι ο αναθεωρητισμός. Η περιφρόνηση δηλαδή στο διεθνές δίκαιο και η προσπάθεια να ανατρέψουν τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων.

Με αυτή την έννοια, η σύγκρουση με τη Ρωσία, πέρα από τις άμεσες οικονομικές επιπτώσεις, αφορά κατ' εξοχήν την Ελλάδα και την εξωτερική της πολιτική. Κι αυτό αντανακλάται και στη στάση της κοινής γνώμης. Έχει ενδιαφέρον μια πρόσφατη δημοσκόπηση σε 8 ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ελλάδα, για την κρίση στην Ουκρανία. Σε αυτήν, οι Έλληνες, σε ποσοστό 21%, πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βοηθήσει την Ουκρανία ούτε στρατιωτικά αλλά ούτε και διπλωματικά. Είναι το μεγαλύτερο ποσοστό, ενώ δεύτερη έρχεται η Γαλλία με 17%. Πολλοί συμπεραίνουν ότι εκφράζει την ελληνική ιδιαιτερότητα, την εμμονή μας με το ξανθό γένος. Η σωστή ανάγνωση όμως ίσως είναι η αντίστροφη: ποτέ στο παρελθόν οι Έλληνες δεν ήταν τόσο ευθυγραμμισμένοι με την πολιτική της Δύσης. Με ποσοστό 72% στηρίζουν την υπεράσπιση της Ουκρανίας, το 21% ακόμα και στρατιωτικά! Είναι από τα υψηλότερα στις χώρες που μετείχαν στην έρευνα. Το «ανήκομεν εις την Δύση» μοιάζει να εκφράζει πια την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Στις παράπλευρες συνέπειες της ουκρανικής κρίσης έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε μία ακόμα. Την αναβάθμιση της σημασίας του ΝΑΤΟ, η οποία επίσης μας αφορά άμεσα. Στο παρελθόν, η επιθυμία των ΗΠΑ να μην υπάρξει σύγκρουση μεταξύ δύο εταίρων και κλονιστεί η ενότητα της Συμμαχίας, ήταν ο βασικός λόγος που παρενέβαιναν για να αποτραπεί ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος. Στο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά για το Κυπριακό έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο ο Χένρι Κίσινγκερ αδιαφορούσε για την Κύπρο. Δεν επηρεάζει αρνητικά τα στρατηγικά μας συμφέροντα η διχοτόμηση του νησιού, έγραφε στους συνεργάτες του. Αλλά και πόσο αντιθέτως ανησυχούσε και έκανε κάθε προσπάθεια για να αποτρέψει, έναν πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αν εκτός από το ΝΑΤΟ η κρίση αναβαθμίσει και την ευρωπαϊκή συνεργασία στα θέματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, τότε αυτό θα είναι ένα πρόσθετο μπόνους. Και τα δύο αποτελούν έναν πρόσθετο βαθμό ασφάλειας.

Προφανώς η κρίση αναβαθμίζει και τη γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας. Η Αλεξανδρούπολη και ο Έβρος αποτελούν τον ασφαλέστερο και συντομότερο διάδρομο για τις ΗΠΑ, προκειμένου να μεταφέρει ενισχύσεις στην Ανατολική Ευρώπη. Στο μέτρο που η στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ προστατεύει την Ελλάδα και απέναντι στις επιθετικές επιδιώξεις της Τουρκίας, οι προοπτικές για το μέλλον είναι εξαιρετικά θετικές. Η κρίση βέβαια αναβαθμίζει και την σημασία της Τουρκίας. Κάνοντας ωστόσο ακόμα πιο δύσκολο το δίλημμα της και τις ισορροπίες που προσπαθεί να κρατήσει μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Το επιτήδειος ουδέτερος δεν αποδίδει πάντα.

Ενδιαφέρον για την Ελλάδα τέλος έχει και ο τρόπος που επιχειρείται να επιλυθεί η κρίση, μέσω του διαλόγου. Στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά προσφιλές το είδος του υπερπατριωτισμού σύμφωνα με το οποίο ο διάλογος αποτελεί προδοσία ή τέλος πάντων ένδειξη μειωμένης εθνικής ευαισθησίας. Σε αυτή την εκδοχή οι συμφωνίες του Ελσίνκι επί Σημίτη είναι το ελληνικό Μόναχο με τον Χίτλερ. Και βέβαια κάποιοι έχουν μονίμως λυμένο το ζωνάρι και φαντασιώνονται στρατιωτικές λύσεις. Τα Ραφάλ τους έχουν απογειώσει. Δεν κατανοούν ότι αυτοσκοπός είναι η άμυνα, όχι οι αμυντικές δαπάνες. Και ότι η άμυνα υπηρετείται καλύτερα από την διπλωματία και τον διάλογο. Είναι χαρακτηριστικό πως ούτε οι ΗΠΑ αλλά ούτε και οι Ευρωπαίοι, αρνήθηκαν να πάνε σε διάλογο με τον Πούτιν, παρά το ότι αυτός γίνεται υπό το κράτος άμεσης στρατιωτικής απειλής. Το κάνουν για λόγους ρεαλισμού αλλά και για λόγους αρχής.  Και τα δύο μας αφορούν.