Πολιτικη & Οικονομια

Γιατί οι Έλληνες πιστεύουν τόσο εύκολα στις θεωρίες συνωμοσίας

Η ευδοκίμηση θεωριών συνωμοσίας στην Ευρώπη: γιατί η Ελλάδα βρίσκεται σε τόσο υψηλή θέση;

Εύα Στάμου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί οι Έλληνες πιστεύουν τόσο εύκολα στις θεωριές συνωμοσίας και τι δείχνει μεγάλη έρευνα σε Ελλάδα και Ευρώπη για τον «δείκτη συνωμοσιολογίας»

Αναρωτιέμαι συχνά πώς γίνεται σε μια χώρα όπου όλοι θέλουν τα παιδιά τους να έχουν πτυχίο Πανεπιστημίου, να ευδοκιμούν δεκάδες θεωρίες συνωμοσίας όσον αφορά την πανδημία, τα εμβόλια και τη σύγχρονη ιατρική. Τελικά οι Έλληνες εκτιμούν, ή όχι, τους επιστήμονες;

Πρόσφατη έρευνα από μέλη δεκαεννέα Πανεπιστημίων με επικεφαλής τον Γιάννη Θεοχάρη, καθηγητή Ψηφιακής Διακυβέρνησης του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου, στην οποία αναλύθηκαν στοιχεία από 17 χώρες για τη διασπορά θεωριών συνωμοσίας πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έρχεται να επιβεβαιώσει την έντονη επίδραση των συνωμοσιολογικών αφηγημάτων στην ελληνική κοινωνία.

Σύμφωνα με την έρευνα, στην Ελλάδα ο «δείκτης συνωμοσιολογίας» κινείται πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο σε αντίθεση με χώρες όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Δανία, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ελβετία και η Βρετανία όπου ο δείκτης βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο. 

Όσον αφορά, μάλιστα, τον ευρωπαϊκό Νότο, η Ελλάδα είναι η πιο επιρρεπής χώρα στην συνωμοσιολογία, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση στην κατάταξη μαζί με το Ισραήλ, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκουμε την Ουγγαρία, στη δεύτερη την Πολωνία και στην πρώτη τη Ρουμανία.

Η συγκεκριμένη μελέτη εστίασε στην εξέταση του ρόλου διαφόρων μέσων κοινωνικής δικτύωσης –facebook, twitter, YouTube- και εφαρμογών, όπως το WhatsApp, στην διασπορά ψευδών ειδήσεων. Ένα γενικό συμπέρασμα είναι ότι ανάμεσα στα κοινωνικά δίκτυα αυτό που είναι λιγότερο ευάλωτο στις θεωρίες συνωμοσίας και τις ψευδείς ειδήσεις είναι το twitter. Οι χρήστες του twitter επιζητούν την επικοινωνία με δημοσιογράφους, πολιτικούς, ειδικούς επιστήμονες και παρακολουθούν συστηματικά τις ειδήσεις, ενώ δεν ενδιαφέρονται τόσο για την ανταλλαγή προσωπικών απόψεων και εμπειριών όπως συμβαίνει σε άλλες πλατφόρμες. Επιπλέον, οι περισσότεροι χρήστες του twitter έχουν μορφωτικό επίπεδο άνω του μετρίου και συνηθίζουν να εξακριβώνουν τις πληροφορίες που διαβάζουν καθώς και να εντοπίζουν τα fake news πολύ πιο εύκολα από ό,τι οι χρήστες του facebook.

Ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι λόγοι που η χώρα μας φιγουράρει ανάμεσα στις πρώτες που ρέπουν προς την συνωμοσιολογία;

Θα απαριθμήσω τέσσερις.

Η δυσκολία των Ελλήνων να κάνουν έρευνα και να μελετούν οι ίδιοι ένα ζήτημα σε βάθος. Η αδυναμία που έχουν πολλοί συμπολίτες μας να ψάξουν στοιχεία για την πανδημία σε έγκυρες πηγές καθώς και η δυσκολία τους να εξάγουν τα σωστά συμπεράσματα μπορεί ως έναν βαθμό να αναζητηθεί στα κενά του εκπαιδευτικού συστήματος του ενός εγχειριδίου που δεν δίδαξε ποτέ μαθητές και φοιτητές πώς θα εξετάζουν ένα θέμα ενδελεχώς και με ποιους τρόπους να διεξάγουν έρευνα. Ίσως έτσι να εξηγείται και η τάση αρκετών συμπολιτών μας να εντυπωσιάζονται από ολιγόλογες αναρτήσεις, ή ολιγόλεπτα βίντεο στα ΜΜΔ, που δεν απαιτούν ιδιαίτερη συγκέντρωση, ή κριτική σκέψη.

Η απουσία εμπιστοσύνης αρκετών Ελλήνων στους πολιτικούς και τα ΜΜΕ, και η συνακόλουθη ιδεοληψία ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που ελέγχεται από σκοτεινές δυνάμεις. Η τάση αυτή παγιώθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε της πανδημίας  -αρκεί να θυμηθούμε τους αγανακτισμένους στην πλατεία Συντάγματος, για να κατανοήσουμε ότι αρκετοί πολίτες όταν αναζητούν πληροφορίες για σημαντικά θέματα αγνοούν και τις ανακοινώσεις της Κυβέρνησης και τα «συστημικά» ΜΜΕ. Εμπιστεύονται περισσότερο το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον τους από ό,τι το ρεπορτάζ έγκριτων δημοσιογραφικών σάιτ ή εφημερίδων, για τα οποία έχει παγιωθεί η εσφαλμένη άποψη ότι προωθούν ειδικά συμφέροντα. Είναι πρόθυμοι να αναπαράγουν οποιαδήποτε ανυπόστατη πληροφορία αρκεί να προέρχεται από πηγές που εμπιστεύονται, -όπως είναι ο κίτρινος τύπος, οι φίλοι ή οι ομοϊδεάτες τους- κλείνοντας ταυτόχρονα τα αυτιά τους στις οδηγίες της επιστημονικών επιτροπών, τα εξακριβωμένα στοιχεία, και τα ενημερωτικά δελτία έγκυρων ΜΜΕ. 

Ο ρόλος της Εκκλησίας είναι συχνά ανταγωνιστικός όχι μόνο προς τον επιστημονικό λόγο και τις αναλύσεις των ειδικών αλλά και απέναντι στα μέτρα που λαμβάνει η Κυβέρνηση προκειμένου να προστατευθούν οι πολίτες από τον ιό. Πιο συγκεκριμένα, αν και η διοικητική κεφαλή της Εκκλησίας προτρέπει τους πολίτες να εμβολιαστούν και να τηρούν τα δέοντα μέτρα, δεκάδες ‘αντάρτες’ ιερείς ανά την Ελλάδα καθοδηγούν το ποίμνιο τους να μην εμβολιαστεί και να μην φοράει μάσκα μπαίνοντας στους ναούς αντλώντας από ιδεοληψίες για το πώς οφείλουν να συμπεριφέρονται οι καλοί Χριστιανοί κατά τη διάρκεια της πανδημίας προκειμένου να επιβεβαιώσουν την πίστη τους. 

Η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους ειδικούς της ψυχικής υγείας, που έχει ως συνέπεια να μένουν απροστάτευτοι άνθρωποι που έπασχαν έτσι και αλλιώς από ιδεοληψίες και αγχώδεις διαταραχές, προ πανδημίας, και των οποίων η κατάσταση επιδεινώθηκε τους τελευταίους μήνες αφού προτίμησαν να αναζητήσουν την λύση των προβλημάτων τους σε θεωρίες συνωμοσίας. Ορισμένοι, αδυνατώντας να λύσουν τα προσωπικά τους προβλήματα μεταθέτουν διαρκώς τις ευθύνες σε κάποιον άλλο -όταν μάλιστα δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο να μπορούν κυριολεκτικά να αποδώσουν ευθύνη για κάτι, κατασκευάζουν υπερατομικά υποκείμενα («Οι εβραίοι», «οι Βρυξέλλες», «Οι  αγορές»), ή ασπάζονται μια θεωρία που αποδίδει χθόνιους σκοπούς και υπεράνθρωπες δυνατότητες σε υπαρκτά άτομα (τον Μπιλ Γκέιτς ή τον Τζορτ Σόρος) ώστε να αιτιολογήσουν γιατί δεν μπορούν οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν όσα αρνητικά ανακύπτουν στον βίο τους.

Άλλωστε, όπως έχω υποστηρίξει επανειλημμένα, και στην περίπτωση της πανδημίας ισχύει ότι: υγεία χωρίς ψυχική υγεία δεν υπάρχει.