Πολιτικη & Οικονομια

Η πολιτική κάτω από τις συμπληγάδες του προσωπικού

Η πολιτική τύφλωση υπάρχει και σήμερα και εκφράζεται με την απόφαση του Γιώργου Παπανδρέου να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ

Ανδρέας Βασιλιάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιώργος Παπανδρέου: Σχόλιο για την υποψηφιότητά του για την προεδρία του Κινήματος Αλλαγής.

Όταν το 2009 το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στην χώρα μας, το ΠΑΣΟΚ, κέρδισε τις εκλογές με τον Γιώργο Παπανδρέου, κανείς μέσα στο κόμμα δεν πίστευε ότι ήμασταν ένα βήμα πριν τη χρεωκοπία, ούτε φυσικά ο ίδιος. Αυτή η άγνοια ή η απάρνηση της πραγματικότητας που δεν ερευνήθηκε ποτέ και από κανέναν, έχει προσωπικές ρίζες και μόνον έτσι μπορεί να ερμηνευθεί. Έτσι όμως, ίσως μπορεί και να αναδειχθεί η ιδεολογική υπερίσχυση μιας λαϊκίστικης σοσιαλδημοκρατικής άποψης μέσα στο κίνημα.

Το 2009 ήταν η δεύτερη φορά που ο ΓΑΠ θα αναμετριόταν εκλογικά με τον Κ.Κ. και ήταν και η σημαδιακή. Γιατί ο ΓΑΠ άλλαξε πολιτική. Μετακινήθηκε από το χώρο της εκσυγχρονιστικής σοσιαλδημοκρατίας, που είχε δρομολογηθεί από τον Κ. Σημίτη, ο οποίος ουσιαστικά τον έχρισε διάδοχό του, σε λαϊκίστικες θέσεις, που στήριζαν συγκεκριμένες πολιτικές ομάδες μέσα στο κίνημα και βαθιά αντι-εκσυγχρονιστικές. Έτσι, κέρδισε τον «κόσμο» και τις εκλογές. 

Ο ΓΑΠ ήταν ένας σύγχρονος σοσιαλδημοκράτης με πολλές σύγχρονες ιδέες, αρκετές από τις οποίες κατάφερε και εφάρμοσε μέσα από διάφορες θεσμικές θέσεις. Ήταν και παραμένει ένας σύγχρονος ευγενικός σοσιαλδημοκράτης, που ταίριαζε, πολιτικά και σαν χαρακτήρας περισσότερο με το προφίλ Σημίτη, παρά με εκείνο του Αντρέα. Δύο κυρίαρχων πολιτικών προσωπικοτήτων σε μόνιμη πολιτική αντιπαράθεση, αλλά και αντιπαράθεση ύφους, αναφορικά με το πολιτικό στίγμα της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας. Να θυμηθούμε ότι ο Αντρέας είχε καθαιρέσει τον Σημίτη, ως τη «δεξιά» παρέκκλιση στο κίνημα. Όταν ο Σημίτης, αφού έγινε πρωθυπουργός και πρόεδρος του κινήματος, εισήγαγε τον όρο «κεντροαριστερά» στην ελληνική πολιτική σκηνή, στο εσωτερικό έγινε ένας μεγάλος «χαμός». Ο εκσυγχρονισμός θεωρήθηκε δεξιά παρέκκλιση. Ο ΓΑΠ, ωστόσο, είχε σημαντικές κυβερνητικές θέσεις (π.χ. υπουργός Εξωτερικών), κάπως έτσι, πιθανώς, εξηγούνται και οι πρώτες του θέσεις, αφότου ανέλαβε αρχηγός. Όμως στις δημοσκοπήσεις ήταν δεύτερος, ακολουθούσε τον Κ.Κ. Άλλα επιζητούσε η κομματική βάση και οι φίλοι, που ουσιαστικά ποτέ δεν αποδέχτηκαν τον εκσυγχρονιστή Σημίτη.

Το 2009 συντελέστηκε η μεγάλη στροφή προς τ’ «αριστερά». Ουσιαστικά η επάνοδος σε μια λαϊκίστικη σοσιαλδημοκρατική γραμμή, παροχών, εποχής ’81. Ο ΓΑΠ εγκατέλειψε τον εκσυγχρονισμό βασικά μη αντέχοντας τις πιέσεις του βαθιού ΠΑΣΟΚ, αλλά και εξ αιτίας των εσωτερικών του συγκρούσεων. Άλλαξε μεριά τελεσίδικα, προσωπικά και πολιτικά. Πάνω σ’ αυτήν την μεγάλη πίεση, διέγραψε το Σημίτη. Ο συνδυασμός αυτών των δύο αδιεξόδων, του προσωπικού και του πολιτικού, ήταν, πιθανώς, και ο λόγος που τον εμπόδιζε να δει το μέγεθος της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας. 

Αυτή η πολιτική τύφλωση υπάρχει και σήμερα και εκφράζεται με την απόφασή του να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ, και μετά απ’ όσα έχουν μεσολαβήσει, με απώτερο στόχο τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης των «προοδευτικών» δυνάμεων.

Αυτή η επανάληψη του χθες στο σήμερα, πιθανώς, και ως μια από-φυγή προς τα μπρος του χαμένου 2010, έρχεται και εκφράζει με τον πιο τραγικό τρόπο το πώς προσωπικές καθηλώσεις και εμμονές αρνούνται την πολιτική πραγματικότητα (όπως και τις πολιτικές θέσεις των φίλων του κινήματος) και στη θέση της κατασκευάζουν άλλες ψευδαισθητικές διαιωνίζοντας εμμονικά πολιτικά σχήματα του περασμένου αιώνα.

Όμως ο προοδευτικός κόσμος, ο οποίος έχει καταφύγει σήμερα στη ΝΔ, γιατί να στηρίξει πολιτικές παρελθόντος χρόνου, απλά στο όνομα μιας νέας επανάληψης του παλιού στο σήμερα; Προτιμά να περιμένει να συγκροτηθεί μια σοσιαλδημοκρατική παράταξη σύγχρονη και δυναμική, παρά να πριμοδοτήσει ανερμάτιστες πολιτικές αναζητήσεις, που σε τελευταία ανάλυση δυσφημούν την ίδια τη σοσιαλδημοκρατία.