Πολιτικη & Οικονομια

Γιατί στη Βρετανία έχουν ελλείψεις σε καύσιμα και σούπερ μάρκετ;

Η βενζίνη που έχει σχεδόν στερέψει, οι ανατολικοευρωπαίοι οδηγοί που λείπουν και μια εθνοκεντρική ακροβασία που εκπυρσοκροτεί με θόρυβο

Άγης Παπαγεωργίου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι Βρετανοί περιμένουν υπομονετικά για καύσιμα και τρόφιμα, ενώ ο Μπόρις Τζόνσον προσπαθεί να τους πείσει πως το Brexit παραμένει μια εξαιρετική ιδέα

Τις τελευταίες ημέρες, οι εικόνες των Βρετανών που περιμένουν –όχι πάντα τόσο υπομονετικά– στο αμάξι τους για να βάλουν λίγη βενζίνη έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, για πάνω από μία εβδομάδα πλέον, οι οδηγοί στοιχίζονται ο ένας πίσω από τον άλλον, τη στιγμή που η κυβέρνηση αποφάσισε να αξιοποιήσει τον στρατό για την αντιμετώπιση αυτής της πρωτοφανούς κρίσης εφοδιασμού καυσίμων. Οι παρομοιώσεις με την ενεργειακή κρίση του 1974 δίνουν και παίρνουν, ακόμα και αν δεν είναι ιδιαίτερα εύστοχες, ενώ στο τέλος της ημέρας η λέξη που στοίχειωσε όσο καμία άλλη τη βρετανική πολιτική σκηνή διχάζοντας τη χώρα επιστρέφει σε κάθε συζήτηση· στο Ηνωμένο Βασίλειο, όλα γυρίζουν ακόμα γύρω από το Brexit.

Μπορεί η αποχώρηση από την ΕΕ να μην είναι στον πυρήνα του προβλήματος, όμως αποτελεί καθοριστικό επιβαρυντικό παράγοντα. Στην πραγματικότητα, το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή έλλειψη επαγγελματιών οδηγών, χωρίς τους οποίους η εφοδιαστική αλυσίδα βρίσκεται σήμερα στα όρια της κατάρρευσης. Με τα Χριστούγεννα να πλησιάζουν, το ενδεχόμενο μιας εκτεταμένης κρίσης μοιάζει συνεχώς πιθανότερο, καθώς οι ελλείψεις στον εφοδιασμό καυσίμων αποτελούν μόνο ένα σκέλος ενός ευρύτερου προβλήματος. Λύση υπάρχει, αλλά δεν είναι άμεση, ενώ πιθανότατα θα αποδειχτεί ιδιαίτερα άβολή για το εθνοκεντρικό αφήγημα που έσπρωξε τη χώρα έξω από την ΕΕ.

Τα καύσιμα και οι Eυρωπαίοι που λείπουν

Κοιτάζοντας τους δείκτες, το μέγεθος του προβλήματος γίνεται εύκολα αντιληπτό. Σύμφωνα με το βρετανικό Petrol Retail Association (PRA), την περασμένη Παρασκευή το 26% των αντλιών στα πρατήρια καυσίμων ήταν τελείως άδειες, το 27% είχε μόνο είτε βενζίνη είτε πετρέλαιο, ενώ μόλις το 47% είχε αρκετό απόθεμα και από τα δύο, με τη νοτιοανατολική Αγγλία να πλήττεται περισσότερο· η εφοδιαστική κρίση όμως έχει χτυπήσει πάρα πολύ βαριά τους ανεξάρτητους επιχειρηματίες, οι οποίοι αποτελούν το 65% του κλάδου. Η κυβέρνηση υποστηρίζει πως τις τελευταίες μέρες η κατάσταση έχει εξομαλυνθεί σε έναν βαθμό, όμως οι επικεφαλής της PRA προειδοποιούν πως οι ελλείψεις θα συνεχίσουν για τουλάχιστον έναν ακόμα μήνα, με τις προσπάθειες να κατευναστούν οι καταναλωτές να έχουν προς το παρόν περιορισμένη επιτυχία. Αναπόφευκτα, τέθηκε το θέμα της προτεραιοποίησης του ανεφοδιασμού επαγγελματιών συγκεκριμένων κλάδων—όπως π.χ, του ιατρικού και του διδακτικού προσωπικού—με την κυβέρνηση όμως να μην έχει προχωρήσει ακόμα σε αυτό το βήμα· η ουτοπία μιας ανεξάρτητης και παγκόσμιας Βρετανίας παρουσιάζει κάποια δυστοπικά συμπτώματα, αν μη τι άλλο.

Από την πλευρά του, ο Μπόρις Τζόνσον κάνει ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό ώστε να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα της κατάστασης – αλλά και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τα βαθύτερες αιτίες της. Σύμφωνα με τον Βρετανό πρωθυπουργό, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσφοράς, αλλά υπερβολικής ζήτησης – το οποίο σκοπεύει να περιορίσει με την αξιοποίηση του στρατού. Όμως, τόσο ο Τζόνσον, όσο και οι περισσότεροι Βρετανοί γνωρίζουν πως ο αριθμός των οδηγών που απαιτούνται δεν καλύπτεται με τίποτα, ειδικά από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι οδηγοί έχουν αποχωρήσει ανά τις χιλιάδες από τη χώρα στα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται πως λόγω του Brexit, περισσότεροι από 15.000 Ευρωπαίοι οδηγοί έχουν επιστρέψει πίσω στην ΕΕ, με το Ηνωμένο Βασίλειο να χρειάζεται επειγόντως περίπου 60.000 οδηγούς συνολικά ώστε να λειτουργήσει πλήρως η εφοδιαστική του αλυσίδα. Δύσκολη η εξίσωση, θα έλεγε κανείς.

Το Brexit, οι βραχύχρονες βίζες, οι γερμανικές προσκλήσεις

Έτσι, μπορεί το Brexit να μη δημιούργησε τις ελλείψεις των καυσίμων, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι πίσω από την όξυνσή τους. Στην προ-Brexit εποχή, χιλιάδες επαγγελματίες οδηγοί –κυρίως από τα ανατολικά κράτη-μέλη της ΕΕ– είχαν εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς κανένα πρόβλημα, έχοντας τη δυνατότητα να εργάζονται τόσο σε επιχειρήσεις με εγχώριο κύκλο εργασιών, όσο και σε εκείνες με πανευρωπαϊκό. Το Brexit όμως είτε οδήγησε πολλούς από αυτούς στην υποχρεωτική επιστροφή στην ΕΕ, είτε τους έπεισε πως στην ηπειρωτική Ευρώπη θα έχουν περισσότερη εργασιακή ασφάλεια. Από τη μεριά του, ο Τζόνσον θεωρεί πως το προηγούμενο μοντέλο δε δούλευε ούτως ή άλλως, καθώς οι ανατολικοευρωπαίοι οδηγοί αμείβονταν με χαμηλούς μισθούς, συντηρώντας ένα καθεστώς «ανεξέλεγκτης μετανάστευσης» στο οποίο το Brexit έδωσε τέλος. Σε αυτό που ο Τζόνσον αδυνατεί να απαντήσει όμως είναι πώς ακριβώς –αλλά και πόσο γρήγορα– θα πειστούν Βρετανοί πολίτες να καλύψουν εκείνοι τα κενά που άφησαν οι Πολωνοί και οι Ρουμάνοι οδηγοί, ειδικά δε από τη στιγμή που οι αμοιβές στον κλάδο δεν είναι ιδανικές. Η εξίσωση δυσκολεύει, θα προσέθετε κανείς.

Έτσι, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στραφεί σε λύσεις ανάγκης, οι οποίες μοιάζουν τουλάχιστον κωμικοτραγικές. Αρχικά, ανακοίνωσε πως θα διαθέσει 5.000 τριμηνιαίες βίζες σε ξένους οδηγούς ώστε να έρθουν στη Βρετανία για να βγουν τουλάχιστον τα Χριστούγεννα· η ειρωνεία την οποία αναγκάζεται να βιώσει η κυβέρνηση Τζόνσον δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, πολύ περισσότερο μάλιστα από τη στιγμή που ήδη εξετάζεται η παράταση του –έτσι και αλλιώς, προσβλητικού σε έναν βαθμό– τριμήνου. Η δεύτερη πρωτοβουλία όμως είναι μάλλον η πιο ανεκδιήγητη αλλά και ενδεικτική του προβλήματος, καθώς η κυβέρνηση έστειλε προσκλήσεις σε εγκατεστημένους Γερμανούς πολίτες ζητώντας τους να συμβάλουν στην προσπάθεια. Ο λόγος είναι πως τα γερμανικά διπλώματα οδήγησης που εκδόθηκαν πριν το 1999 επιτρέπουν τη χρήση μικρών και μεσαίων φορτηγών. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση Τζόνσον προσκαλεί Γερμανούς πολίτες –οι συγγενείς και φίλοι των οποίων δεν μπορούν πλέον να μεταναστεύσουν στη χώρα ως πολίτες της ΕΕ– να εργαστούν ως οδηγοί στον κλάδο των μεταφορών –που το Brexit που εκείνη υποστήριξε έβλαψε σε μεγάλο βαθμό– χωρίς να έχουν ποτέ πιθανότατα οδηγήσει φορτηγό στο παρελθόν. Χάος.

Η θανάτωση 120.000 γουρουνιών (!)

Όσο όμως οι Βρετανοί ψάχνουν για καύσιμα, ο χρόνος τρέχει και το πρόβλημα της έλλειψης οδηγών μεγεθύνεται. Ενδεικτικά, η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών δεν έχει επηρεάσει μόνο τα πρατήρια καυσίμων, αλλά αντανακλάται πλέον στα άδεια ράφια μεγάλων αλυσίδων σουπερμάρκετ, καθώς τα φορτηγά απλά δεν επαρκούν ώστε οι προμήθειες να φτάσουν στους προορισμούς τους. Το ίδιο ισχύει, αναπόφευκτα, και για τον ευρύτερο τομέα της εστίασης, ενώ οι προβλέψεις των επικεφαλής και των δύο κλάδων είναι εξαιρετικά δυσοίωνες, κάνοντας λόγο για παγίωση μιας ανεπίστρεπτης κατάστασης. Πέρα όμως από τα σουπερμάρκετ, ο τελευταίος κλάδος που αναμένεται να χτυπηθεί ανεπανόρθωτα αφορά εκείνον της κατανάλωσης κρέατος, και ειδικά των γουρουνιών· σήμερα υπολογίζεται πως περίπου 120.000 γουρούνια θα θανατωθούν χωρίς να πουληθούν προς κατανάλωση, καθώς υπάρχει πολύ μεγάλη έλλειψη εκπαιδευμένων σφαγέων ώστε να πραγματοποιηθεί σωστά η επεξεργασία του κρέατος τους. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της National Pig Association (NPA), η αποχώρηση ικανού προσωπικού λόγω του Brexit έχει μεγιστοποιήσει το πρόβλημα.

Για να θέσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα ακριβώς όπως είναι, γιατί μοιάζει –και είναι– απίστευτο: πάνω από 100.000 γουρούνια θα θανατωθούν και θα αποτεφρωθούν, γιατί έχουν μεγαλώσει τόσο πολύ –αφού έχουν μείνει ελάχιστοι ώστε να τα σφάξουν και να τα επεξεργαστούν σωστά– που πρώτον, οι φάρμες δεν τα χωράνε, και δεύτερον, παράγουν τεράστια ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα. Σε μια προσπάθεια να ελεγχθεί κάπως η κατάσταση, η κυβέρνηση εξαίρεσε τον κλάδο από τους ανταγωνιστικούς κανόνες περιβαλλοντικής προστασίας, όμως όπως λέει η NPA, «οδεύουμε άμεσα προς την καταστροφή»· τι άλλο να πει κανείς.

Το ελλιπές αφήγημα

Ας πούμε τώρα πως ο Τζόνσον έχει ένα δίκιο με το μέρος του. Έστω, δηλαδή, πως το προηγούμενο status quo ήταν προβληματικό στον κλάδο τον μεταφορών –αν και τέτοιες εικόνες δεν έδωσε ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο από το 1992 μέχρι το 2016– και πως το Brexit αποτελεί ευκαιρία για μια ολική μεταρρύθμιση στην ανεφοδιαστική αλυσίδα της χώρας. Αναπόφευκτα, το επόμενο ερώτημα είναι το εξής: υπάρχει περίπτωση να καλυφθούν οι θέσεις από Βρετανούς σε μόνιμη βάση; Παράλληλα, οι προεκτάσεις του ερωτήματος δεν περιορίζονται στον συγκεκριμένο κλάδο, αλλά και σε πολλούς άλλους στους οποίους οι Ευρωπαίοι είχαν τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση. Οι ανατολικοευρωπαίοι –και όχι μόνο– δραστηριοποιούνταν για χρόνια στους εργασιακά σκληρούς, απαιτητικούς και όχι πάντα καλά αμειβόμενους πρωτογενείς και δευτερογενείς τομείς, και η αποχώρηση τους αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και πιθανώς μεσοπρόθεσμα. Θα δεχτούν οι Βρετανοί να αναλάβουν τις δουλειές των «μεταναστών» τώρα που τους τις δίνουν πίσω σιγά-σιγά; Και αν ναι, θα δεχτούν να αμείβονται με τους εδώ και χρόνια παγωμένους βρετανικούς μισθούς; Αυτό ήταν ίσως το καίριο ερώτημα του Brexit – στο όποιο τόσο ο Τζόνσον όσο και ο αμίμητος Νάιτζελ Φάρατζ δεν έχουν δώσει ακόμα σαφή απάντηση, παρεκκλίνοντας τη συζήτηση σε ευχολόγια ενός βρετανικού μεγαλείου που όπου να ’ναι έρχεται.

Σε πείσμα της πραγματικότητας και της πολιτικής πίεσης, ο Τζόνσον προσπαθεί να προβάλει έναν αέρα αισιοδοξίας. Μόλις την Κυριακή, λίγο πριν την έναρξη του συνεδρίου των Συντηρητικών για το 2021, ο Βρετανός πρωθυπουργός δήλωσε πως η έλλειψη προσωπικού, και ειδικά των επαγγελματιών οδηγών, αποτελεί ένα πανευρωπαϊκό, αν όχι και παγκόσμιο πρόβλημα – κάτι που όμως δεν ισχύει, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα εξυπηρετούσε το αφήγημα του – και πως σταδιακά η κατάσταση θα εξομαλυνθεί. Επίσης, δεν παρέλειψε να προσθέσει πως η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου είναι σήμερα εκείνη που αναπτύσσεται ταχύτερα από τις υπόλοιπες εφτά του G7, αλλά και πως οι πολίτες που ψήφισαν για την «αλλαγή» στο δημοψήφισμα του 2016 και στις εκλογές του 2019 επέλεξαν να αφήσουν για πάντα πίσω τους ένα αντιπαραγωγικό μοντέλο που έπληττε τη βρετανική οικονομία. Μπορεί· στην ΕΕ πάντως, πιθανότατα θα κάνουμε Χριστούγεννα κανονικά.