Πολιτικη & Οικονομια

Η ΔΕΘ θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο

Όχι δύο σαββατοκύριακα στημένων ομιλιών και επισκέψεων

Νίκος Νυφούδης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και την αντιμετώπισή της από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και την εγχώρια επιχειρηματική ελίτ.

Στα μισά της εβδομάδας της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Μεταξύ των δύο σαββατοκύριακων των συνεντεύξεων τύπου στο Βελλίδειο, των φωτογραφιών με τις κουστωδίες στα πέριξ των περιπτέρων και των ρεπορτάζ για το ποιος έφαγε σε ποιο εστιατόριο της πόλης. Στις μέρες δηλαδή που μια εμπορική έκθεση παράγει το ζητούμενο για τους συμμετέχοντες σε αυτήν: παρουσίαση νέων προϊόντων, υπηρεσιών και τεχνολογιών σε δυνητικούς ενδιαφερόμενους και, κυρίως, εδραίωση κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ προμηθευτών και πελατών. Είναι αλήθεια ότι το χρονικό διάστημα ουσίας της Έκθεσης Θεσσαλονίκης έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς η συνολική διάρκεια της Έκθεσης περιορίστηκε, χωρίς βέβαια να περικοπούν «τα σαββατοκύριακα της κάμερας και της ατάκας». Είναι αυτό μια ένδειξη της εθνικής μας άγνοιας για τη λειτουργία μιας εμπορικής έκθεσης;

Φοβάμαι πως ναι. Υπολογίζεται ότι οι εμπορικές εκθέσεις παγκοσμίως δημιούργησαν το 2018 έσοδα της τάξης των 137 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό το οποίο μειώθηκε κατά 65% φυσικά το 2020 λόγω της πανδημίας. Ο κλάδος των εκθέσεων προφανώς δέχτηκε πολύ βαρύ και πιθανώς μοιραίο πλήγμα, καθώς ακόμα και εκείνες οι εκθέσεις που τελικά δεν ακυρώθηκαν, πραγματοποιήθηκαν διαδικτυακά, εξέλιξη που όπως είναι φυσικό στέρησε από τις τοπικές οικονομίες έσοδα σχετιζόμενα με την εστίαση και τη διαμονή. Όμως πέρα από τη συνθήκη της πανδημίας, οι διεθνείς εμπορικές εκθέσεις είναι κομβικό στοιχείο της επιχειρηματικότητας και για αυτό είναι βέβαιο ότι θα επιστρέψουν στο επίκεντρο της προσοχής των αγορών μετά το τέλος της πανδημίας. Η συμμετοχή σε εμπορικές εκθέσεις είναι ο τρόπος να βγαίνεις από τον μικρόκοσμό σου και εκείνοι που γνωρίζουν ότι οι ιδέες και η ανάπτυξη απαιτούν να φύγεις πέρα από τα όρια της γειτονιάς, της πόλης ή της χώρας σου, τις τιμούν.

Δυστυχώς η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν αντιμετωπίζεται ως μια τέτοια ευκαιρία για την οικονομία της χώρας, ούτε από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, ούτε ίσως και από την εγχώρια επιχειρηματική ελίτ. Η σύγκριση του μεγέθους και του τρόπου λειτουργίας της «δικής μας» Έκθεσης με τις εκθέσεις σε μια χώρα όπως η Γερμανία, η οποία φιλοξενεί κάθε χρόνο τις τέσσερις από τις δέκα μεγαλύτερες εκθέσεις παγκοσμίως, είναι καταλυτική. Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν είναι ένα κομβικό γεγονός για τη διεθνή αγορά, είναι ένα κομβικό γεγονός για τους κατοίκους της πόλης, είτε επειδή θυμούνται νοσταλγικά τις παιδικές επισκέψεις τους κάτω από τον Πύργο του ΟΤΕ, είτε γιατί ταλαιπωρούνται από τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας στους δρόμους της πόλης. Και όμως θα μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα, καθώς υπάρχει άπλετος χώρος για την ανάπτυξη εκθέσεων ως αυτόνομος κλάδος της οικονομίας παγκοσμίως.

Αντ’ αυτού, τα εκθεσιακά περίπτερα της ΔΕΘ καλύπτονται κατά κύριο από Υπουργεία που περιμένουν τους πολιτικούς προϊσταμένους και τους συνοδούς τους να φωτογραφηθούν κάτω από τις πινακίδες τους. Και η δημόσια συζήτηση γύρω από την ΔΕΘ επικεντρώνεται στις ετήσιες υποσχέσεις του κάθε Πρωθυπουργού για την οικονομική πολιτική που (τάχα) θα ακολουθήσει τον επόμενο χρόνο και στις ετήσιες υποδείξεις για αυτές τις υποσχέσεις κάθε Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μία εβδομάδα μετά. Η ΔΕΘ θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο, όχι δύο σαββατοκύριακα στημένων ομιλιών και επισκέψεων.