Πολιτικη & Οικονομια

Ουγγαρία: Τελειώνει η κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν το 2022;

Ο Όρμπαν συνεχίζει στον δρόμο του αντιευρωπαϊσμού, με την αντιπολίτευση να συνασπίζεται εναντίον του και την ΕΕ να εξετάζει την επιβολή κυρώσεων.

Άγης Παπαγεωργίου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κυριαρχία του Όρμπαν και του ευρωσκεπτικιστικού Φιντέζ, οι κυρώσεις της ΕΕ και οι εκλογές του 2022.

Πριν δύο εβδομάδες, η προσοχή των μέσων ενημέρωσης σε παγκόσμιο επίπεδο έφυγε έστω και για λίγο από την πανδημία και τη μετάλλαξη Δέλτα. Ο λόγος ήταν η είδηση πως η ισραηλινή εταιρία NSO Group παρήγαγε ένα λογισμικό παρακολούθησης με τον ευφάνταστο τίτλο “Pegasus” το οποίο παραβίασε τα smartphone πολλών πολιτικών και δημοσιογράφων, μεταξύ αρκετών άλλων. Η σχετική έρευνα 16 διεθνών ΜΜΕ όπως της Washington Post και του Guardian αποκάλυψε πως αρκετές κυβερνήσεις με σημαντικό γεωπολιτικό αποτύπωμα φέρονται να έχουν χρησιμοποιήσει το λογισμικό. Οι περισσότερες κυβερνήσεις από αυτές είτε ανήκουν στον τρίτο κόσμο, είτε αποτελούν τυπικά παραδείγματα αυταρχικών καθεστώτων.

Εκτός από μία: την Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, η Ουγγρική κυβέρνηση χρησιμοποίησε το Pegasus για να κατασκοπεύσει τη δραστηριότητα εκατοντάδων πολιτών, και κυρίως δημοσιογράφων, σε μια ανεκδιήγητη κίνηση για κράτος-μέλος της ΕΕ· το Pegasus αποτελεί ακόμα ένα αντιδημοκρατικό ολίσθημα της Ουγγρικής κυβέρνησης, τα οποία αυξάνονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Από τη μεριά του, ο Όρμπαν διέψευσε κάθε κατηγορία, όμως στη χώρα ήδη έχουν δημιουργηθεί αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, η οποία προχωράει σε μια ευρύτατη και πρωτόγνωρη συνεργασία λίγο πριν τις εθνικές εκλογές του 2022, όπου πιθανότατα θα κριθεί το μέλλον της Ουγγαρίας, αλλά και η θέση της εντός της ΕΕ.

Η άνοδος του Όρμπαν στην εξουσία

Η προσωπική πορεία του Όρμπαν από την ψυχροπολεμική Ουγγρική επαρχία μέχρι την πολυετή και σχεδόν απόλυτη πολιτική κυριαρχία έχει αρκετό ενδιαφέρον. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός γεννήθηκε στην πόλη Φέχερβαρ το 1963, ενώ ως έφηβος έγινε μέλος της νεολαίας του Ουγγρικού κομμουνιστικού κόμματος. Ωστόσο, ο Όρμπαν άλλαξε σχετικά γρήγορα απόψεις και το 1988 αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του αντικομμουνιστικού και ριζοσπαστικά φιλελεύθερου - και φυσικά παράνομου, επί κομμουνισμού - Φιντέζ, λίγο πριν οι αντικομμουνιστικές επαναστάσεις του 1989 οδηγήσουν στην ταχύτατη πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και στην διάλυση του Ανατολικού μπλοκ. Έχοντας σπουδάσει νομική βολιδοσκοπώντας μια πιθανή ακαδημαϊκή καριέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Όρμπαν καβάλησε το τσουνάμι του αντικομουνισμού και επέστρεψε στην Ουγγαρία όπου εκλέχθηκε βουλευτής το 1990, ενώ μόλις σε τρία χρόνια ανέλαβε επικεφαλής του Φιντέζ, περιορίζοντας τη φιλελεύθερη πτέρυγά του και κάνοντας μια σχετικά απότομη δεξιά στροφή. Μπορεί το Φιντέζ να διατηρεί το όνομα του από το 1988 μέχρι σήμερα, όμως οι ιδεαλιστικές φιλελεύθερες αρχές του παραμερίστηκαν σχεδόν αμέσως από τη στιγμή που ο Όρμπαν ανέλαβε την ηγεσία, αποκτώντας σταδιακά μια περισσότερο συντηρητική ρητορική, σε μια τάση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα καθώς το κόμμα μετακινείται όλο και δεξιότερα στο πολιτικό φάσμα.

Μπορεί στις εκλογές του 1994, το Φιντέζ να κέρδισε μόλις το 5% της ουγγρικής ψήφου, όμως κέρδισε εκείνες του 1998 με μια ξεκάθαρα συντηρητική πλέον ατζέντα. Ως τριανταπεντάχρονος πρωθυπουργός, μια από της πρώτες αλλαγές που έφερε ο Όρμπαν ήταν η ισχυροποίηση της θέσης του στο ουγγρικό πολιτικό σύστημα, ενώ έστησε τους κοινοβουλευτικούς κανόνες έτσι ώστε η κυβέρνηση να λειτουργεί με όσο το δυνατόν λιγότερα εμπόδια από την αντιπολίτευση. Παρόλα αυτά, η πρώτη κυβέρνηση Όρμπαν δεν μακροημέρευσε, καθώς το Φιντέζ ηττήθηκε στο νήμα από το κεντροαριστερό MSZP, τόσο στις εκλογές του 2002 όσο και σε εκείνες του 2006. Όμως, με τις διαφορές και στις δύο εκλογικές διαδικασίες να είναι μικρότερες του 2%, ο δικομματισμός του ουγγρικού εκλογικού σώματος καθώς και η προσωπική κυριαρχία του Όρμπαν στον πολιτικό του χώρο κράτησαν ζωντανές τις ελπίδες επιστροφής στην κυβέρνηση. Εκμεταλλευόμενος τη ραγδαία πτώση της δημοφιλίας του πρωθυπουργού, Φέρεντς Γκιουρτσάνι, στον απόηχο μιας διαρροής προσωπικής του συνομιλίας όπου εκμυστηρευόταν τους τρόπους που χειραγώγησε το εκλογικό σώμα, ο Όρμπαν αυτοανακηρύχθηκε με επιτυχία απελευθερωτής του Ούγγρων από τη "διεφθαρμένη κυβέρνηση του MSZP" επιστρέφοντας στην πρωθυπουργία το 2010 με απόλυτη πλειοψηφία. Μάλιστα, έχοντας εξασφαλίσει τα 2/3 των εδρών του ουγγρικού κοινοβουλίου, ο Όρμπαν και το Φιντέζ μπορούσαν πλέον να προχωρήσουν σε ραγδαίες συνταγματικές αναθεωρήσεις.

Η κυριαρχία του Ουγγρικού εθνοκεντρισμού

Οι πρώτες συνταγματικές αλλαγές που έφερε το Φιντέζ έδωσαν τον τόνο της δεύτερης θητείας του Όρμπαν, με το Σύνταγμα του 2011 να φέρνει έναν εθνοκεντρικό και έντονα χριστιανικό λόγο στην επίσημη ρητορική του κράτους. Παράλληλα, το Φιντέζ ξεκίνησε να αναπτύσσει μια ευρωσκεπτικιστική ρητορική στα πλαίσια της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, κάτι που όμως δεν του κόστισε ιδιαίτερα, καθώς το ουγγρικό εκλογικό σώμα ανανέωσε την εμπιστοσύνη του απέναντι στον πρωθυπουργό του στις εκλογές του 2014. Έναν χρόνο μετά, και στο απόγειο της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, ο Όρμπαν άδραξε την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει τόσο το ιδεολογικό υπόβαθρο της κυβέρνησης του, όσο και τις θέσεις της χώρας του εντός της ΕΕ. Συγκεκριμένα, η ουγγρική κυβέρνηση ακολούθησε την αυστηρότερη δυνατή πολιτική απέναντι στην υποδοχή προσφύγων και παράνομων μεταναστών, ενώ με πρόσχημα τη μεταναστευτική κρίση, ο Ούγγρος Πρωθυπουργός ανακοίνωσε πως η κυβέρνηση του εξέταζε ακραίες - για τα ευρωπαϊκά δεδομένα -  νομοθετικές αλλαγές, όπως την επιστροφή της θανατικής ποινής. Ως απάντηση στο εθνοκεντρικό και αυταρχικό κρεσέντο του Όρμπαν του 2015, ο τότε επικεφαλής της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, είχε πει το θρυλικό «έρχεται και ο δικτάτορας» καθώς ο Όρμπαν πλησίαζε εκείνον και τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, για την τυπική χειραψία στα πλαίσια ευρωπαϊκής συνδιάσκεψης στη Λετονία.

Όμως, τόσο ο Γιούνκερ όσο και ο Τουσκ έχουν από καιρό αποχωρήσει από τις τότε θέσεις τους, με τον Όρμπαν να παραμένει στην ουγγρική πρωθυπουργία. Μάλιστα, τόσο το σχόλιο του Γιούνκερ - που συνόψιζε σε μια φράση την εντονότατη ευρωπαϊκή κριτική απέναντι στην κυβέρνηση Όρμπαν - όσο και ο χαρακτηρισμός του Ρεπουμπλικάνου Γερουσιαστή και πρώην υποψήφιου Προέδρου το 2008, Τζον Μακέιν, πως ο Όρμπαν αποτελεί έναν «νεοφασίστα δικτάτορα» δεν τον πτόησαν ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα, ως εξαιρετικός λαϊκιστής, ο Όρμπαν αξιοποίησε στο έπακρο την αιχμηρή κριτική που δέχθηκε ώστε να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το εθνοκεντρικό του αφήγημα· ως αποτέλεσμα, το Φιντέζ κέρδισε ξανά στις εκλογές του 2018 συγκεντρώνοντας σχεδόν το 50% της ψήφου, πετυχαίνοντας μια διαφορά 20% από το συντηρητικό φιλοευρωπαϊκό κόμμα, Γιόμπικ, και σχεδόν 30% από το MSZP. Με άλλα λόγια, η αντισυστιμική συμπεριφορά του Όρμπαν στα πλαίσια των απανωτών ευρωπαϊκών κρίσεων αύξησε το πολιτικό του κεφάλαιο, και, κυρίως, εδραιοποίησε έναν εθνικιστικό και αξιακά αντιευρωπαϊκό λόγο μέσα στην ΕΕ.

Η ροπή του Όρμπαν στον αυταρχισμό

Η πολιτική ισχυροποίηση του Όρμπαν σε έναν πολιτικό χρόνο γεμάτο ευρωπαϊκές κρίσεις, του έδωσε την αυτοπεποίθηση να προχωρήσει σε πρωτοφανείς νομοθετικές αλλαγές. Η πιο σοκαριστική από αυτές ήρθε στο απόγειο του πρώτου κύματος της πανδημίας και αφορά την ψήφιση νομοσχεδίου που δίνει στον πρωθυπουργό τη δυνατότητα να κυβερνάει ουσιαστικά μόνος του σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Παράλληλα, ο Ούγγρος Πρωθυπουργός ξεκίνησε διπλωματικά ανοίγματα σε αμφίβολης - ή και μηδενικής - δημοκρατικής ποιότητας κυβερνήσεις, όπως εκείνες της Βραζιλίας, της Κίνας και της Τουρκίας, ενώ ακολούθησε την προτροπή του Ντόναλντ Τραμπ ώστε να αναγνωριστεί η Ιερουσαλήμ ως η πρωτεύουσα του Ισραήλ, μεταφέροντας τις εμπορικές αρμοδιότητες της ουγγρικής πρεσβείας του Τελ Αβίβ στην πόλη, και αψηφώντας - εμμέσως - τις οδηγίες της ΕΕ. Και αν η στροφή της Ουγγρικής κυβέρνησης προς αμφιλεγόμενους γεωπολιτικούς παίκτες είναι ξεκάθαρη, το στάτους της Ουγγαρίας ως κράτος μέλος της ΕΕ της δίνει τη δυνατότητα και να προσεγγίζει τρίτους ως ευρωπαϊκός εταίρος, δημιουργώντας παράλληλα τριβές εντός της ΕΕ - της οποίας η βασανιστικά αργή επίλυση κρίσιμων γεωπολιτικών θεμάτων μεγεθύνει το πρόβλημα.

Παρόλα αυτά, φαίνεται πως σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει πλέον η θέληση να τιμωρηθεί με κάποιον τρόπο η Ουγγαρία. Ήδη από τις αρχές του 2020 ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρωτοστάτησε στην πρωτοβουλία δώδεκα πολιτικών αρχηγών κομμάτων-μελών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ώστε να αποβληθεί το Φιντέζ από τις τάξεις του, ενώ οι πρόσφατοι περιορισμοί των δικαιωμάτων των LGBTQ+ από την κυβέρνηση Όρμπαν επανάφερε το ζήτημα των κυρώσεων. Όπως σωστά δήλωσε πρόσφατα ο συνήθως εύστοχος πρώην επικεφαλής των Ευρωπαίων Φιλελεύθερων, Γκι Φερχόφστατ, «η ΕΕ έχει μια δικτατορία που μεγαλώνει μέσα της» ενώ πριν λίγες μέρες o υπουργός Άμυνας του Λουξεμβούργου, Γιαν Άσσελμπορν, πήγε ένα βήμα παραπέρα καλώντας σε πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα αποβολής της Ουγγαρίας από την ΕΕ. Στον ίδιο τόνο, ο Ολλανδός Πρωθυπουργός, Μαρκ Ρούτε, δήλωσε ξεκάθαρα στα τέλη Ιουνίου πως «η Ουγγαρία δεν έχει πλέον καμία θέση στην ΕΕ». Δυστυχώς, σε αντίθεση με το Brexit, δεν υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος μηχανισμός που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί, όμως το κλίμα απέναντι στην Ουγγαρία του Όρμπαν έχει βαρύνει σημαντικά εντός της ένωσης, με την επικεφαλής της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, να αναγκάζεται - επιτέλους - να δώσει περισσότερη προσοχή στο ζήτημα.

Οι εκλογές του 2022 και η ενωμένη αντιπολίτευση

Σε κάθε περίπτωση, η Ουγγαρία ουσιαστικά βρίσκεται ήδη σε προεκλογική περίοδο, καθώς το 2022 αποτελεί εκλογική χρονιά. Έχοντας βιώσει τη δημοκρατική ολίσθηση του Όρμπαν με κάθε τρόπο - από βολικές συνταγματικές αναθεωρήσεις μέχρι έμμεσους περιορισμούς της ελευθερίας του λόγου - η αντιπολίτευση δείχνει έτοιμη να κατέβει ενωμένη απέναντι στο Φιντέζ ώστε να τελειώσει την κυριαρχία του στην ουγγρική πολιτική σκηνή. Αυτή τη στιγμή, το συντηρητικό Γιόμπικ, το σοσιαλδημοκρατικό MSZP, αλλά και αρκετοί άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί, έχουν παραμερίσει τις ιδεολογικές τους διαφωνίες, βάζοντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επικράτηση επί του Φιντέζ. Αν και αρκετά παράτολμο πολιτικά, το επιχείρημα δείχνει να λειτουργεί - τουλάχιστον σε αυτή τη φάση - καθώς από τον Ιανουάριο όταν και επισημοποιήθηκε αυτή η συμμαχία η δημοσκοπική διαφορά με το Φιντέζ βρίσκεται περίπου στο 2%. Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι αν θα καταφέρει να κρατήσει η αντιπολίτευση τη συνοχή της, με το παιχνίδι να είναι στημένο εναντίον της από τον Όρμπαν και το κόμμα του· οι πιθανές κυρώσεις τις ΕΕ - αν πρόκειται να είναι ουσιαστικές και ιδεολογικά ξεκάθαρες - μπορούν μόνο να βοηθήσουν.