Πολιτικη & Οικονομια

Ανοιχτές και Κλειστές Πόλεις

Όρια και Σύνορα σε κοινωνικό και βιολογικό επίπεδο

Θανάσης Δρίτσας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι ατελείς δομές, χαρακτηριστικό μιας ανοιχτής πόλης, μπορούν να χωρέσουν περισσότερο μέσα τους τον άνθρωπο

Παρατηρώ ότι, τα τελευταία χρόνια, οι σημερινοί έφηβοι (και μετέφηβοι) παραμένουν αρκετές ώρες απομονωμένοι στο σπίτι τους και ξοδεύουν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους στα κοινωνικά δίκτυα και στην οθόνη του υπολογιστή τους (ή του κινητού τηλεφώνου) γενικότερα. Η επικοινωνία με τον έξω κόσμο συντελείται πλέον κυρίως με SMS, emails social media, Facebook, Instagram κλπ. Αυτό το φαινόμενο ήταν ήδη πραγματικότητα πολύ πριν ξεσπάσει η πανδημία Covid-19 ενώ είναι αυτονόητο ότι έχει υπερ-πολλαπλασιαστεί η συχνότητα του στα πλαίσια των περιοριστικών μέτρων και της μείωσης των κοινωνικών δραστηριοτήτων σε ολόκληρο τον πλανήτη (μετά τον Μάρτιο του 2020).

Δεν κρύβω καθόλου το γεγονός ότι νοσταλγώ την ατμόσφαιρα της γειτονιάς και της ανεμελιάς των παιδικών μου χρόνων, ίσως βέβαια οι συχνές νοσταλγικές σκέψεις να σημαίνουν ότι μάλλον έχω ήδη μεγαλώσει αρκετά. Αυτό όμως που νομίζω ότι υπήρξε κύριο χαρακτηριστικό των παιδικών και νεανικών μου χρόνων δεκαετίας 70-80 (μεγάλωσα στο Περιστέρι, ένα λαικό και φτωχικό προάστιο της Αθήνας) και συνιστά το κυρίαρχο θέμα της νοσταλγίας μου είναι η μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας, ανεμελιάς και αυτονόητης ασφάλειας σε σχέση με σήμερα. Ασταμάτητο παιχνίδι με μπάλα στις αλάνες και πολύς χρόνος έξω από το σπίτι, πολύ λίγο ή καθόλου τηλεόραση, το καλοκαίρι άφοβος ύπνος στα μπαλκόνια και στις ταράτσες, η γειτονιά ολόκληρη μια αγκαλιά για τα παιδιά χωρίς αίσθηση κοινωνικής διάκρισης ή οικονομικής τάξης. Σήμερα μας τραπέζωνε η κάποια μαμά φίλου μας, αύριο μια άλλη μαμά και κανείς δεν σκεφτότανε τότε σε τι σπίτι μένουν οι φίλοι μας, τι αυτοκίνητο οδηγεί ο μπαμπάς του συμμαθητή μας ή τι μάρκας ρούχα φορούσε ο γείτονας μας. Ακόμη και οι πλέον ευκατάστατες οικογένειες δεν έδειχναν τότε να προδίδουν τους κανόνες συμβίωσης της «ανοιχτής» εκείνης παλαιότερης ελληνικής κοινωνίας, πολύ πριν προσγειωθεί στις ζωές όλων μας το καταναλωτικό κριτήριο και το νεόπλουτο κιτς της μεταπολίτευσης.  Θα σταθώ στον όρο «ανοιχτή κοινωνία» διότι θεωρώ ότι η κοινωνία μας προοδευτικά μετατρέπεται πλέον σε μια επικίνδυνα «κλειστή κοινωνία».

Τις σκέψεις μου αυτές ήρθε (τυχαίο; δε νομίζω!) να επαληθεύσει ένα εκπληκτικό κείμενο του Richard Sennett, καθηγητή κοινωνιολογίας στο London School of Economics και διάσημου συγγραφέα με τίτλο «Η Ανοιχτή Πόλη» (πρωτότυπος τίτλος: The Open City). Στο υπέροχο αυτό κείμενο ο Sennett θεωρεί ότι η αυστηρή αρχιτεκτονική φόρμα στη δόμηση πολλών σύγχρονων μεγαλουπόλεων στις οποίες έχει προτεραιότητα η έννοια της ασφάλειας και της καθαριότητας (σε μια υποτιθέμενη δυναμική οικονομία) καθιστούν τις πόλεις μας ασφυκτικά «κλειστές» στην δυναμική ροή των ανθρώπων με αποτέλεσμα να προάγουν τελικά την απομόνωση και να αποτρέπουν την υγιή ανάπτυξη της κοινωνίας.

Οι κλειστές αυτές πόλεις προάγουν την ανισότητα και τον ρατσισμό και αποτρέπουν την εξέλιξη των ιδεών και την υγιή ανάμειξη διαφορετικών κοινωνικά και οικονομικά ομάδων. Κατοικίες αυστηρής δόμησης και μοντέρνας αρχιτεκτονικής φόρμας με υπερσύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό συνήθως είναι κατοικίες πλουσίων που συντελούν, κατά τον Sennett, σε αποξένωση κοινωνικών ομάδων και στη δημιουργία αυστηρών και αδιαπέραστων συνόρων (με την έννοια του τείχους).

Ο Sennett τονίζει τη διαφορετική λειτουργία των εννοιών «όριο» και «σύνορο», παραλληλίζει μάλιστα την έννοια του κοινωνικού «ορίου» με την βιολογική έννοια της κυτταρικής μεμβράνης η οποία διαθέτει πόρους που επιτρέπουν την βιοχημική ανταλλαγή ουσιών και υποβοηθούν μια «ανοιχτή» και δυναμική επικοινωνία με το περιβάλλον. Αντιθέτως η έννοια του κυτταρικού τοιχώματος το καθιστά «σύνορο», ένα δηλαδή αυστηρά δομημένο τείχος που αποτρέπει την ελεύθερη ανταλλαγή ουσιών και απαγορεύει κάθε επικοινωνία. Αν θέλουμε να έχουμε στο μέλλον ανοιχτές «πόλεις» οι οποίες θα προάγουν την ανθρώπινη επικοινωνία, την ανάπτυξη και τησυμβίωση θα πρέπει να αποδεχθούμε τα όρια (borders) άλλα όχι τα ερμητικά κλειστά σύνορα (boundaries).

Γενικά η ιδέα της ολοκληρωμένης αυστηρής φόρμας αποτρέπει την προσαρμογή σύμφωνα με τις ανάγκες της εξέλιξης σε σχέση με τη λιτή και μη-ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική φόρμα (incomplete form) η οποία, κατά τον Sennett, επιτρέπει την ευκολότερη προσαρμογή στις δυναμικές αλλαγές με βάση τις απαιτήσεις και την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Έτσι οι ατελείς δομές, χαρακτηριστικό μιας ανοιχτής πόλης, μπορούν να χωρέσουν περισσότερο μέσα τους τον άνθρωπο και να αναπτυχθούν ουσιαστικάεφόσον προάγουν την ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών και απόψεων. Σύμφωνα με τον Sennett περισσότερο «ανοιχτή» στον κόσμο και στους ανθρώπους της, ως πόλη «ζώντων», είναι π.χ. η Νάπολη της Ιταλίας παρά η Φρανκφούρτη της Γερμανίας.

Αμέσως φέρνω στο μυαλό μου την επιδεικτική απομόνωση των ευκατάστατων κοινωνικών ομάδων της χώρας μας στα υπερπολυτελή «κλειστά» αρχιτεκτονικά «φρούρια» των Βορείων Προαστείων των Αθηνών, εκεί όπου η έννοια της γειτονιάς ανθρώπων απουσιάζει και  μάλιστα χωρίς αυτοκίνητο αδυνατείς να επιβιώσεις. Αυτό ακριβώς σχολιάζει και ο Sennett όταν γράφει ότι η αντίληψη της «κλειστής» πόλης δεν προάγει την υγιή ανάμειξη ομάδων και ανθρώπων και την κοινωνική εξέλιξη. Επίσης συσχετίζω άμεσα την προηγμένη σκέψη του Sennett με την άποψη του David Aldridge, ενός διεθνώς καταξιωμένου επιστήμονα στο χώρο της μουσικής θεραπείας ο οποίος γράφει το εξής σε ένα από τα βιβλία του: «Περισσότερο θεραπευτικό για αρκετούς ανθρώπους μπορεί να είναι ένα ελεύθερο μουσικό είδος όπως η αυτοσχεδιαζόμενη jazz μουσική παρά η κλασική μουσική. Η κλασική μουσική είναι κάτι τόσο αυστηρά δομημένο (όπως π.χ. ο Παρθενώνας) που μπορεί να τρομάζει τον απλό άνθρωπο γιατί νιώθει ότι ασκεί πάνω του δέος, νιώθει δύσκολο να χωρέσει εκεί μέσα. Αντίθετα ένας jazz αυτοσχεδιασμός ή ένα παραδοσιακό τραγούδι είναι περισσότερο φιλικό και οικείο. Η ζωή μας σε όλα τα επίπεδα δηλ. βιοχημικό, κυτταρικό, ορμονικό μοιάζει περισσότερο με μιαν ελεύθερη, ατελή και ανοιχτή δομή παρά με την αυστηρή και μεγαλειώδη αρχιτεκτονική της κλασσικής μουσικής. Η επιβίωση μας βασίζεται σε αυτό τον καθημερινό αυτοσχεδιασμό όλων των βιολογικών μας συστημάτων, όπως ακριβώς και στην μουσική jazz».

Ακόμη και όταν χαθεί η φυσιολογική μεταβλητότητα στον καρδιακό μας παλμό (φυσιολογικά από παλμό σε παλμό αλλάζει ανεπαίσθητα η χρονική απόσταση) τότε κινδυνεύουμε περισσότερο από αιφνίδιο θάνατο. Το να χαθεί η φυσιολογική μεταβλητότητα του καρδιακού παλμού (o διεθνής επιστημονικός όρος είναι heart rate variability) και να γίνει ο χρονισμός των παλμών αυστηρά αμετάβλητος και προβλέψιμος αυτό είναι κακό σημάδι για την υγεία μας όπως αναφέρουν πολλές επιστημονικές μελέτες. Η απόλυτα αμετάβλητη αυστηρότητα μιας βιολογικής δομής συμβαδίζει με αδυναμία προσαρμογής και ίσως τελικά βιολογικό θάνατο. Πιθανά προεκτάσεις αυτής της αδυναμίας αλλαγής-προσαρμογής στα εκάστοτε νέα δεδομένα σχετίζονται και με κοινωνικές ή ψυχολογικές παραμέτρους της ζωής μας.

Για όλους τους παραπάνω λόγους νοσταλγώ εκείνες τις «ανοιχτές» γειτονιές των παιδικών μου χρόνων, ανοιχτές στον άνθρωπο και στο παιχνίδι της ζωής, ανέμελες και ουσιαστικά ελεύθερες πιστεύω. Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα εξελιχθούν οι ανθρώπινες κοινωνικές δραστηριότητες κατά την μετα-Covid εποχή. Θεωρητικά προβλέπεται με βάση τα σημερινά δεδομένα να αυξηθούν ακόμη περισσότερο όλες οι δραστηριότητες χωρίς φυσική παρουσία, τηλε-μάθηση, τηλε-ιατρική, τηλε-αγορά, τηλε-εργασία. Προβλέπω δυστυχώς ότι οι μελλοντικές πόλεις θα γίνονται όλο και πιο κλειστές και όσοι θα τις κατοικούν θα γίνουν ακόμη περισσότερο μοναχικοί, καταθλιπτικοί, φοβισμένοι και τελικά λιγότερο ελεύθεροι άνθρωποι. Η φυσική παρουσία, η ζωντανή επικοινωνία, η ανεμελιά, το αίσθημα ελευθερίας φαίνεται ότι όλο και περισσότερο θα θυσιάζονται μελλοντικά στο βωμό της ασφάλειας. Υπάρχει τάση επικράτησης των κλειστών παρά των ανοιχτών συστημάτων. Μακάρι όμως να πέσω έξω στις προβλέψεις μου, άλλωστε κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με σιγουριά το απώτερο μέλλον.