Πολιτικη & Οικονομια

Τρομοκρατικά επίκαιρα ξανά

Είναι κρατούμενοι για την τέλεση συγκεκριμένων πράξεων και όχι για τις όποιες υποτιθέμενες επαναστατικές τους ιδέες

Κώστας Καρακώτιας
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πόσο ευσταθούν οι διαμαρτυρίες του Κουφοντίνα και όσων υποστηρίζουν ότι παραβιάζονται οι κανόνες του κράτους δικαίου στη σωφρονιστική αντιμετώπισή του;

Τις τελευταίες ημέρες έχει επανέλθει στην επικαιρότητα ο Δημήτρης Κουφοντίνας και δι’ αυτού η εγχώρια τρομοκρατία. Αφορμή για την αναζωπύρωση του θέματος ήταν οι διαμαρτυρίες του ίδιου και πολλών άλλων, ακόμα και πρώην βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων πανεπιστημιακών, για τιμωρητική συμπεριφορά της πολιτείας απέναντί του και για φερόμενη εις βάρος του καταπάτηση των κανόνων του κράτους δικαίου.

Ο Κουφοντίνας τα τελευταία δυόμισι χρόνια εξέτιε την ποινή του στις αγροτικές φυλακές της Κασσαβέτειας Βόλου. Με τη διάταξη όμως της παρ. 1 του άρθρου 3 Ν. 4760/2020 απαγορεύεται πλέον η μεταγωγή ή η παραμονή σε αγροτικές φυλακές των κρατουμένων που έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα τρομοκρατίας. Σύμφωνα δε με την τελευταία παράγραφο της διάταξης αυτής, ο κρατούμενος ο οποίος για συγκεκριμένους λόγους κατά τη διαμονή του σε αγροτικές φυλακές απώλεσε το «προνόμιο» αυτό, όπως τώρα με την αλλαγή του νομικού πλαισίου, «επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το οποίο αρχικά μετήχθη». Σε εφαρμογή της διάταξης ο Κουφοντίνας μετήχθη από τις αγροτικές φυλακές στο κατάστημα κράτησης του Δομοκού. Όμως στις αγροτικές φυλακές της Κασσαβέτειας είχε μεταχθεί από το κατάστημα κράτησης του Κορυδαλλού στο οποίο και έπρεπε, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, να επαναμεταχθεί.

Τα δύο αυτά συμβάντα, η νομοθετική απαγόρευση πλέον της μεταγωγής ή της παραμονής σε αγροτικές φυλακές κρατουμένων καταδικασμένων για εγκλήματα τρομοκρατίας αφενός, και αφετέρου η μη μεταγωγή του στη φυλακή του Κορυδαλλού, δημιούργησαν τους δικαιολογητικούς λόγους των διαμαρτυριών του Κουφοντίνα και εκείνων που καταγγέλλουν την παραβίαση των κανόνων δικαίου στο πρόσωπό του.

Πόσο ευσταθούν όμως οι διαμαρτυρίες του Κουφοντίνα και όσων υποστηρίζουν ότι παραβιάζονται οι κανόνες του κράτους δικαίου στη σωφρονιστική αντιμετώπισή του;

Κατ’ αρχάς, όσον αφορά στην απαγόρευση της μεταγωγής ή της παραμονής κρατουμένων που καταδικάστηκαν για εγκλήματα τρομοκρατίας, η σχετική διάταξη δεν πάσχει ούτε ως προς την τυπική νομιμότητά της ούτε ως προς την ισχύ της. Η διάταξη ψηφίστηκε από την πλειοψηφία της Βουλής και ενσωματώθηκε στον Σωφρονιστικό Κώδικα. Η διάταξη αυτή δε, αν και ψηφίστηκε το 2020, έχει ισχύ και εφαρμόζεται και στους κρατουμένους που τέλεσαν τα εγκλήματα αυτά και καταδικάστηκαν πολύ πριν τον προαναφερόμενο χρόνο. Αυτό συμβαίνει διότι η διάταξη ρυθμίζει τον τρόπο έκτισης της ποινής και δεν αφορά στην ουσία του αδικήματος και τον ορισμό της ποινής που προβλέπεται. Δεν ανήκει δηλαδή στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, οι οποίοι δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου περιγράφει την άδικη πράξη και καθορίζει την ποινή με την οποία τιμωρείται αυτή. Δεν μπορεί δε κανείς να καταδικαστεί εκ των υστέρων για πράξη η οποία, όταν τελέστηκε, δεν προβλέπονταν στον ποινικό κώδικα ή σε ειδικό νόμο και δεν τιμωρούταν. Αυτό βέβαια δεν έχει σχέση με τον τρόπο και τον τόπο έκτισης της καταγνωσθείσας ποινής.

Η παραπάνω διάταξη για την απαγόρευση της έκτισης της ποινής για εγκλήματα τρομοκρατίας σε αγροτικές φυλακές και η ισχύς της δεν πάσχουν τυπικά. Η ratio όμως της διάταξης φαίνεται ότι δεν πηγάζει από μια εσωτερική ανάγκη μεταρρύθμισης των σωφρονιστικών κανόνων, ούτε είναι αποτέλεσμα της μελέτης των εμπειριών και των συμπεριφορών των κρατουμένων για τρομοκρατικές πράξεις στις αγροτικές φυλακές. Φαίνεται να έχει εξωτερικά αίτια και δη πολιτικά. Είναι προφανώς μια απάντηση στη θεωρούμενη ευνοϊκή σωφρονιστική μεταχείριση του συγκεκριμένου κρατουμένου από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Την περίοδο εκείνη είχε λάβει αρκετές άδειες και αργότερα μετήχθη στις αγροτικές φυλακές. Το γεγονός της χορήγησης των αδειών είχε ξεσηκώσει τότε θύελλα διαμαρτυριών στον δεξιό τύπο και στο διαδίκτυο και, φυσικά, και στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας. Διαμαρτυρήθηκαν δε έντονα και αρκετοί συγγενείς θυμάτων της 17ης Νοέμβρη όπως και οι πρεσβείες των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της Τουρκίας. Όμως η χορήγηση των αδειών στον κρατούμενο Κουφοντίνα και η εν συνεχεία μεταγωγή του στις αγροτικές φυλακές της Κασσαβέτειας Βόλου δεν προσέκρουαν σε καμιά διάταξη του Σωφρονιστικού Κώδικα ή άλλου νόμου του ισχύοντος τότε θεσμικού πλαισίου. Δεν απαιτούνταν δε ούτε κάποια ιδιαίτερα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η μετάνοια για τις εγκληματικές πράξεις.

Εν τέλει, με την προαναφερόμενη απαγορευτική διάταξη, πέρα από τη γραμματική της ερμηνεία και την τυπική νομιμότητά της, θεσμοθετήθηκε η σκλήρυνση της τακτικής απέναντι στους κρατουμένους για εγκλήματα τρομοκρατίας, η οποία δεν υπαγορεύθηκε από τις ανάγκες του σωφρονιστικού συστήματος αλλά από τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Οι επιλογές αυτές φαίνεται μάλιστα ότι έχουν ειδικό και εξατομικευμένο στόχο τον Κουφοντίνα. Και γι’ αυτό ελέγχονται.

Όσον αφορά στη μη μεταγωγή του Κουφοντίνα στις φυλακές Κρυδαλλού, πρέπει αρχικά να επισημανθεί ότι η αναφορά στην διάταξη ότι «επαναμετάγεται στο κατάστημα κράτησης από το ποίο αρχικά μετήχθη» δεν σημαίνει ότι o κρατούμενος έχει αποκτήσει στο αρχικό αυτό κατάστημα κράτησης μια μόνιμη και ακλόνητη θέση. Τα αρμόδια θεσμικά όργανα για τις μεταγωγές μπορούν να αποφασίσουν για τη μεταγωγή οποιουδήποτε κατηγορουμένου για τους λόγους που προβλέπονται ρητά στον Σωφρονιστικό Κώδικα.

Τα όργανα τα οποία αποφασίζουν για τις μεταγωγές των κρατουμένων είναι, σύμφωνα με τον ίδιο κώδικα, η τριμελής Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών (ΚΕΜ), η οποία συστήνεται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη με κοινή απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από τον Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ως Πρόεδρο, τον επόπτη του συγκροτήματος Φυλακών Κορυδαλλού Αντεισαγγελέα Εφετών του και τον πρόεδρο του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακών (Κ.Ε.Σ.Φ.). Η Κ.Ε.Μ. παραγγέλλει τις μεταγωγές κρατουμένων και ρυθμίζει κάθε θέμα σχετικό με αυτές, εκτός από τις μεταγωγές που γίνονται προς διευκόλυνση του έργου της ανάκρισης ή προκειμένου να εμφανιστεί ο μεταγόμενος σε δικαστήριο ή σε δημόσια αρχή. Επιπλέον ο διευθυντής ενός καταστήματος κράτησης μπορεί να προτείνει τη μεταγωγή, εκθέτοντας τους λόγους που τη δικαιολογούν. Όταν η μεταγωγή προτείνεται από τον διευθυντή του καταστήματος, απαιτείται γνώμη του Συμβουλίου της Φυλακής, υπό την προεδρία του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού, χωρίς τη συμμετοχή σε αυτό του διευθυντή.

Τη μεταγωγή ενός κρατουμένου, ακόμα, μπορεί να την παραγγείλει ή να την απαγορεύσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για λόγους που συνδέονται με την ασφάλεια της χώρας ή τη δημόσια τάξη. Σε περίπτωση κατεπείγοντος ή όταν απειλείται διασάλευση της τάξης και της ασφάλειας του καταστήματος, η μεταγωγή ή η μη μεταγωγή διατάσσεται από τον Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το ζήτημα όμως εισάγεται το ταχύτερο δυνατόν στην Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών που αποφασίζει σχετικά.

Το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και εάν συνεδρίασαν και αποφάσισαν τα αρμόδια όργανα. Το πιο πιθανό είναι ότι, με την δικαιολογία και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης της πανδημίας και της εξ αυτής γενικής απαγόρευσης των μεταγωγών στον Κορυδαλλό, παρακάμφθηκαν οι σχετικές διαδικασίες.

Πάντως, σύμφωνα με τα ισχύοντα, ο κρατούμενος μπορεί να υποβάλλει αίτημα μεταγωγής σε άλλο κατάστημα κράτησης για ουσιαστικούς λόγους. Εάν το αίτημα του αυτό απορριφθεί για δεύτερη συνεχόμενη φορά, μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης της Κ.Ε.Μ. στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών, το οποίο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απορριπτικής απόφασης.

Από τα περιστατικά της όλης υπόθεσης και το σχετικό νομικό πλαίσιο, όπως ήταν πριν και όπως υφίσταται τώρα, προκύπτει μια πολιτική και νομοθετική μεθόδευση που αποσκοπεί στοχευμένα στην αλλαγή της διαχείρισης της κράτησης του Κουφοντίνα. Η μεθόδευση δε φαίνεται έντονα αφού μέχρι το 2020 δεν υφίστατο το κριτήριο της μη καταδίκης για εγκλήματα τρομοκρατίας και επιπλέον δεν είχε συμβεί πρόσφατα κάποιο τρομοκρατικό γεγονός, ούτε υπήρχαν συμπεριφορές απειθαρχίας και διασάλευσης της τάξης στην φυλακή από αυτή την ειδική κατηγορία των κατηγορουμένων και τον ίδιο τον Κουφοντίνα.

Η ιδιαίτερη αυτή μεθόδευση είναι ορατή παρά τη νομιμότητα του νέου νομικού πλαισίου της μεταγωγής και της παραμονής των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές.

Απέναντι στην τέτοιου είδους συμπεριφορά της οργανωμένης πολιτείας είναι αναγκαία, αρχικά, η υπενθύμιση ότι οι κανόνες του κράτους δικαίου ισχύουν απροϋπόθετα για όλους. Η συμπαράσταση όμως και για το εν λόγω ζήτημα στον Κουφοντίνα και στους άλλους κρατουμένους για εγκλήματα τρομοκρατίας δεν πρέπει να είναι απροϋπόθετη. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί που συμπαρίστανται φέρονται ότι ανήκουν στην αριστερά. Οι όποιοι αυτοί συμπαραστάτες είναι υποχρεωμένοι να υπενθυμίζουν διαρκώς τη φύση των αδικημάτων που διέπραξαν οι αποδέκτες της υπεράσπισης των δικαιωμάτων τους. Η υπενθύμιση αυτή απαιτείται συνεχώς διότι το έγκλημα των τρομοκρατών, παρόλο που ως υλική πράξη είναι ακριβώς ίδια με την αντίστοιχη του κοινού ποινικού δικαίου, επενδύεται με έναν σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής απόχρωσης πολιτικό και ιδεολογικό μανδύα στον οποίον όμως αναγνωρίζεται και αναφέρεται ιστορικά ένα μεγάλο μέρος των πολιτών εγχωρίως αλλά και σε όλον τον κόσμο. Οι τρομοκράτες ιδιοποιούνται αυτό το ιδεολογικό και οραματικό φορτίο και διαπράττουν τις εγκληματικές τους πράξεις στο όνομά του.

Επιδιώκουν έτσι να νομιμοποιήσουν τις άκρως ανορθολογικές διανοητικά και προβληματικές ψυχοπαθολογικά δολοφονικές επιλογές τους αναφερόμενοι στον λαό και στην υποτιθέμενη σοσιαλιστική του απελευθέρωση. Η τρομοκρατία, και δη αυτή με «αριστερό» πρόσημο, είναι μια αιματοβαμμένη καρικατούρα του σταλινικού ολοκληρωτισμού, αφού ένας αόρατος μηχανισμός, ο οποίος φαντασιώνεται ότι εκπροσωπεί τους καταπιεσμένους, επιλέγει και δολοφονεί αυθαίρετα κάποιους ανθρώπους που ονοματίζει ως «εχθρούς του λαού».

Η τρομοκρατική δολοφονική βία όμως είναι απόλυτα καταδικαστέα. Ηθικά, διότι δεν έχει κανείς το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Πολιτικά, γιατί, πέρα από την ανηθικότητά της, το μόνο που επιφέρει είναι η ενίσχυση της καταστολής και η περιστολή των ελευθεριών των πολιτών ως άμυνα του κράτους και της κοινωνίας. Ιδεολογικά και θεωρητικά, για όσους εξακολουθούν να αναγνωρίζονται αξιακά στην αριστερά, διότι χρησιμοποιεί ως δικαιολογητική και νομιμοποιητική της βάση τις σοσιαλιστικές θεωρήσεις και τις αντίστοιχες ουμανιστικές κοινωνικές επαγγελίες τις οποίες και κατασυκοφαντεί.

Η αναφορά στην εγκληματική πρακτική των τρομοκρατών από τους υπερασπιστές των αστικών τους δικαιωμάτων είναι απαραίτητη στην εγχώρια δημόσια σφαίρα διότι ο Κουφοντίνας, τα άλλα μέλη της 17ης Νοέμβρη, αλλά και άλλων ομάδων, ουδέποτε μέχρι τώρα προέβησαν σε κάποια αυτοκριτική για το αιματηρό παρελθόν τους, ούτε έδωσαν κάποια σοβαρή εξήγηση για τις επιλογές τους και ούτε βέβαια ζήτησαν κάποια συγνώμη από τα θύματα και τους συγγενείς τους. Παρά τις τόσες ανατροπές, τις διαψεύσεις και τις αυταπάτες, παρά την αποκάλυψη των τραγωδιών των κομμουνιστικών ολοκληρωτισμών, κανένας από αυτούς δεν αισθάνθηκε την ανάγκη, μετά από τόσα χρόνια, να θέσει κάποια ερωτήματα στον εαυτό του, να αμφιβάλλει για τις βεβαιότητές του, να αναστοχαστεί κριτικά την ένοπλη διαδρομή του. Και όχι μόνο αυτό. Συντηρούν και αναπαράγουν τον μύθο του ασυμβίβαστου αντάρτη βοηθούμενοι σε αυτό και από τον υποτιθέμενο αντισυστημισμό που ενδημεί σε νεολαιίστικες και άλλες περιοχές της ελληνικής κοινωνίας. Γι’ αυτό ακόμα και τώρα υπάρχουν θαυμαστές της τρομοκρατίας που αναρτούν πανό στα πανεπιστήμια με τα οποία χλευάζουν χυδαία συγκεκριμένα θύματα και τους συγγενείς τους, παραβιάζοντας ξεδιάντροπα την ιερή, από την αρχαιότητα ακόμα, παράδοση του σεβασμού των νεκρών και του πόνου των οικείων τους.

Αντίθετα σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου είχε εμφανισθεί τις προηγούμενο αιώνα το φαινόμενο της τρομοκρατίας, όπως στην Ιταλία για παράδειγμα, διεξήχθη και διεξάγεται ένας μεγάλος διάλογος για τον λεγόμενο ένοπλο αγώνα, τις φαντασιώσεις και τα οδυνηρά αποτελέσματά του, τους ατελέσφορους σκοπούς του, τις ανθρώπινες τραγωδίες και τις ζωές που χάθηκαν. Έχουν υπάρξει δε και συναντήσεις μεταξύ καταδικασμένων τρομοκρατών και συγγενών θυμάτων για μια από κοινού κατανόηση του φαινομένου και των τραγικών του αποτελεσμάτων. Σημειωτέον ότι ακόμα και οι αμετανόητοι του λεγόμενου «ένοπλου αγώνα» στην Ιταλία εξέφεραν και αυτοί τον κριτικό και ενίοτε αυτοκριτικό τους λόγο για τις επιλογές και τις πρακτικές τους.

Για όλα αυτά, λοιπόν, μαζί με την αναγκαία υπεράσπιση των όποιων δικαιωμάτων ως κρατουμένων του Κουφοντίνα και των άλλων καταδικασμένων για παρόμοια αδικήματα, εξίσου αναγκαία είναι και η υπενθύμιση ότι είναι κρατούμενοι για την τέλεση συγκεκριμένων πράξεων και όχι για τις όποιες υποτιθέμενες επαναστατικές τους ιδέες.