Πολιτικη & Οικονομια

Ευρωπαϊκή Ένωση 2020: Ένας απογοητευτικός απολογισμός

Η Ενωμένη Ευρώπη δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων σε κρίσιμα θέματα όπως η αντιμετώπιση της Τουρκίας και οι διαπραγμετεύσεις για το Brexit

Άγης Παπαγεωργίου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τουρκία, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειος, διαπραγματεύσεις για το Brexit: Η Ευρωπαική Ένωση απέτυχε να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις. Φταίει μόνο η Φαν ντερ Λάινεν;

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως το 2020 θα μείνει στη συλλογική μνήμη ως μια από τις τραγικότερες και δυσκολότερες χρονιές για την Ευρώπη. Έχοντας καταγράψει πάνω από 21 εκατομμύρια κρούσματα, αλλά και σχεδόν μισό εκατομμύριο θανάτους, ο απολογισμός της πανδημίας για τη Γηραιά Ήπειρο είναι τεράστιος, με τα εθνικά συστήματα υγείας να αποφεύγουν οριακά την κατάρρευση, και την ΕΕ να κάνει ό,τι είναι δυνατόν ώστε να βοηθήσει τα κράτη-μέλη της να αντέξουν μέχρι την αποσυμφόρηση που θα φέρουν τα εμβόλια.

Όμως, το 2020 οι γεωπολιτικές προκλήσεις για την Ένωση συνεχίστηκαν παράλληλα με την πανδημία. Και αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, φέτος η ΕΕ σημείωσε δύο τεράστιες αποτυχίες και ένα μεγάλο ερωτηματικό, με την πολιτική της ταυτότητα να αποδυναμώνεται σημαντικά

Η Ανατολική Μεσόγειος

Η μεγαλύτερη ίσως αποτυχία της ΕΕ αφορά την Ανατολική Μεσόγειο. Φέτος ήταν η χρονιά όπου η Τουρκία –ένα τρίτο κράτος με ημιδικτατορικό καθεστώς–  τραμπούκισε όσο ποτέ άλλοτε την Ελλάδα και την Κύπρο, χωρίς κανέναν ενδοιασμό μπροστά στην πιθανή επιβολή κυρώσεων από τις Βρυξέλλες· και όπως δείχνει το αποτέλεσμα, αυτή η εξωφρενικά αυταρχική στρατηγική της βγήκε. Μετά την παράνομη ανακήρυξη της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης με τη Λιβύη – και τον αστειότατο χάρτη που την ακολούθησε – η Τουρκία προσπάθησε να διεμβολίσει τα Ευρωπαϊκά σύνορα στον Έβρο, με την αποτυχία της να ακολουθείται από ατελείωτες παράνομες NAVTEX με το πρόσχημα των θαλάσσιων ερευνών. Η απάντηση της Ευρώπης ήταν και παραμένει χλιαρή σε κάθε επίπεδο, επιμένοντας απλώς σε ανούσιες επιπληκτικές ανακοινώσεις, και αναβάλλοντας την επιβολή πραγματικών κυρώσεων τη στιγμή που η ένταση από την πλευρά της Τουρκίας διαρκώς αυξάνεται.

Εντός ελληνικών συνόρων, υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν πως δε θα έπρεπε να έχουμε «εμμονές» για τις κυρώσεις. Κάνουν λάθος, για δύο λόγους· αρχικά, η διαρκής αναβολή των κυρώσεων επιβεβαιώνει στην Τουρκία την άποψη πως μπορεί να συνεχίσει τις προκλήσεις ανενόχλητη, μονιμοποιώντας ουσιαστικά την παρουσία και τη συμπεριφορά της στην περιοχή, περιορίζοντας παράλληλα την πιθανότητα διπλωματικής συνεννόησης. Κυρίως όμως, η επιβολή πραγματικών κυρώσεων θα έστελνε ένα μήνυμα πολιτικής σύμπλευσης της Ένωσης απέναντι σε μια χώρα της οποίας τα πολιτικά χαρακτηριστικά και η γεωπολιτική συμπεριφορά δεν έχει απολύτως καμία σχέση με όσα υποτίθεται πρεσβεύουν οι αρχές και οι προϋποθέσεις της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η επιβολή των κυρώσεων είναι απαραίτητη όχι μόνο για να προστατευτούν η Ελλάδα και η Κύπρος ως μέλη της ΕΕ, αλλά για να προστατευτεί και ό,τι έχει απομείνει από την πολιτική αξιοπρέπεια της ΕΕ απέναντι σε όσα πρεσβεύει και προσπαθεί να επιβάλλει ο Ερντογάν.

Δεν είναι δυνατόν η κυβέρνηση Τραμπ, η οποία προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να μην τιμωρήσει τον Ερντογάν παρά τη συμμετοχή της σε αμέτρητα γεωπολιτικά επεισόδια, τελικά να επιβάλει κυρώσεις –έστω και για τους Ρωσικούς S400– και η ΕΕ να κοιτάζει άπρακτη, παντελώς ανήμπορη να αντιδράσει και να προστατέψει τα κράτη-μέλη της από όσα διαδραματίζονται στην Ανατολική Μεσόγειο.

Προφανώς «υπάρχουν συμφέροντα». Η στάση της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας αποδεικνύουν πως οι επιμέρους εμπορικές σχέσεις χαλάνε δύσκολα για τα μάτια ενός τρίτου, ακόμα και αν πρόκειται για συμμάχους εντός ΕΕ. Αν όμως η ΕΕ αποτελεί ουσιαστικά το τελικό στάδιο της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης —πέρα από την οικονομική— τότε έχουμε φτάσει στο σημείο όπου η ενιαία πολιτική της τοποθέτηση απέναντι σε μια εξωτερική γεωπολιτική πρόκληση —ακόμα και αν πρόκειται για ένα κράτος με υπολογίσιμη και εμπορική δύναμη— θα πρέπει να προηγηθεί των επιμέρους συμφερόντων. Σε αυτό, η Ευρώπη φέτος απέτυχε πλήρως, και δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να το δούμε.

Η Ένωση είχε καθήκον να πολεμήσει τις λαϊκίστικες ακροβασίες του ευρωσκεπτικισμού αντιπαραθέτοντας μια ισχυρή πολιτική ηγεσία, η οποία θα αποτελούσε προϊόν δημοκρατικών —και όχι γραφειοκρατικών— διαδικασιών

Το Brexit

Δύο μόλις εβδομάδες πριν τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η ΕΕ δεν έχει καταφέρει να φτάσει σε συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο για τη μελλοντική τους σχέση. Θα πει κανείς πως αυτό δεν οφείλεται στην Ένωση, αλλά στις απαιτήσεις της Βρετανικής κυβέρνησης· όπως είπε πρόσφατα ο Μπόρις Τζόνσον, κανείς Βρετανός πρωθυπουργός δε θα υπέγραφε όσα του προτάθηκαν. Αυτό δε σημαίνει πως οι προτάσεις είναι κακές, αλλά πως οι Ευρωσκεπτικιστές Συντηρητικοί δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν ούτε βήμα πίσω απ’ όσα εκείνοι θεωρούν αδιαπραγμάτευτα—όπως τα δικαιώματα αλιείας στα Βρετανικά χωρικά ύδατα. 

Πού συμβάλει η ΕΕ στο αδιέξοδο; Η απάντηση βρίσκεται στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Από τις ευρωεκλογές του 2019, στην κρισιμότερη ίσως πολιτική θέση της Ένωσης βρίσκεται η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, μια πολιτικός που δεν ψηφίστηκε ποτέ και από κανέναν ευρωπαίο πολίτη, αλλά απλώς επιλέχθηκε ως συμβιβασμός έναντι του Μάνφρεντ Βέμπερ, ο οποίος δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρά τη νίκη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Η κρίσιμη λεπτομέρεια όμως είναι πως η Συνθήκη της Λισαβώνας προβλέπει την εκλογή του Προέδρου της Κομισιόν μέσω των ευρωεκλογών, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί και το χρόνιο ζήτημα της «δημοκρατικής νομιμοποίησης» των επικεφαλής της ΕΕ· παρά την κοινή γνώση πως ακριβώς αυτή η «νομιμοποίηση» αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στο Βρετανικό δημοψήφισμα, η Ένωση αποφάσισε πως την καλύτερη δυνατή συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο θα την πετύχαινε ένα στέλεχος που δεν ήταν καν υποψήφιο στις ευρωεκλογές.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν ο Τζόνσον να «πουλήσει» στη βρετανική επαρχία τους γενναίους συμβιβασμούς που απαιτεί μια συμφωνία, ειδικά όταν αυτοί αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης με μια ευρωπαϊκή ηγεσία που όντως δεν απολαμβάνει αδιαμφισβήτητη δημοκρατική νομιμοποίηση; Ας μην ξεχνάμε πως η  Φον Ντερ Λάιεν εκλέχτηκε με 383 ψήφους έναντι 327, τη στιγμή που πολλοί ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα. Έτσι, αν το δούμε από την οπτική της Βρετανικής Κυβέρνησης, τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως ο Τζόνσον καλείται να φτάσει σε συμφωνία απέναντι ακριβώς στο μη αντιπροσωπευτικό γραφειοκρατικό σύστημα που οι Ευρωσκεπτικιστές κατήγγειλαν. Η Ένωση είχε καθήκον να πολεμήσει τις λαϊκίστικες ακροβασίες του ευρωσκεπτικισμού αντιπαραθέτοντας μια ισχυρή πολιτική ηγεσία, η οποία θα αποτελούσε προϊόν δημοκρατικών—και όχι γραφειοκρατικών—διαδικασιών· αντ’ αυτού, η Ένωση επέλεξε μια επικεφαλής που ελάχιστοι ήθελαν και οι περισσότεροι απλώς ανέχονται. 

Και όχι, από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι πολίτες καλούνται πλέον να επιλέξουν τον επικεφαλής της Κομισιόν, η δημοκρατική νομιμοποίηση παρέχεται πρώτα από εκείνους και μετά από κλειστές διαδικασίες και ψηφοφορίες εντός της ΕΕ. Με άλλα λόγια, η ευθύνη ενός Brexit χωρίς συμφωνία—και τα τεράστια πολιτικά και οικονομικά κόστη που θα το ακολουθήσουν καθώς η Βρετανία αποτελούσε τη δεύτερη οικονομική δύναμη της ΕΕ—θα βαρύνει μεν  διαδοχικές κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και την υπεροψία που έδειξε η Ένωση στη διαχείριση του ζητήματος με την επιλογή της Φον Ντερ Λάιεν, με τη χρονιά που φεύγει να αποδεικνύει πως αποτέλεσε κολοσσιαία πολιτική αποτυχία για την Ένωση.

Η Ένωση οφείλει πλέον να διασφαλίσει μια κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, έτσι ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει σε τυχόν προκλήσεις χωρίς τη συμβολή των ΗΠΑ σε περίπτωση που αυτό χρειαστεί ξανά.

Ο Μπάιντεν και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ

Το μεγάλο ερωτηματικό αφορά το ευρύτερο μέλλον των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Η εκλογή του Τζο Μπάιντεν αποτελεί την καλύτερη δυνατή εξέλιξη· όπως έχουμε πει ξανά, ο Μπάιντεν θα ορκιστεί ως ο εμπειρότερος νέος Πρόεδρος σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ ο ίδιος είναι ιδεολογικά αφοσιωμένος στη Δύση από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Με άλλα λόγια, μετά την απομονωτική τετραετία Τραμπ, η Ένωση βλέπει στον Μπάιντεν τη σταδιακή επιστροφή στο προηγούμενο status quo.

Ακόμα όμως και αν οι σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ αποκατασταθούν άμεσα, ο κίνδυνος μιας μελλοντικής αποξένωσης παραμένει. Αν η τετραετία Μπάιντεν δεν εξελιχθεί καλά—και εφόσον η ιδεολογική, αν όχι και η προσωπική, επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ συνεχίσει να καθορίζει την ταυτότητα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος—τότε η πιθανότητα επιστροφής των ΗΠΑ σε μια περισσότερο απομονωτική προσέγγιση το 2024 δε μπορεί να αποκλειστεί. Έτσι, η Ένωση οφείλει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο να μείνει ξανά μόνη της· άλλωστε, από την εποχή Ομπάμα, το γεωπολιτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ έχει στραφεί εκτός Ευρώπης, κάτι που αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αναγκαιότητα για την Αμερικανική εξωτερική πολιτική λόγω των διαφορών που έχει ο πολιτικός χρόνος του 21ου αιώνα με εκείνον του 20ου. Με άλλα λόγια, η Ένωση οφείλει πλέον να διασφαλίσει μια κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, έτσι ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει σε τυχόν προκλήσεις χωρίς τη συμβολή των ΗΠΑ σε περίπτωση που αυτό χρειαστεί ξανά.

Η συνολική πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης έχει μείνει πολύ πίσω.

Το μέλλον

Αυτή τη στιγμή, οι προοπτικές της επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι μάλλον αποκαρδιωτικές. Η στάση της Ένωσης απέναντι στην Τουρκική προκλητικότητα, αλλά και η πολιτική αδυναμία που αντικατοπτρίζει η ηγεσία της Φον Ντερ Λάιεν απέναντι στην τραγωδία του Brexit δείχνουν πως η ΕΕ δεν έχει αντιληφθεί ακόμα πως πολιτικά παραμένει εξαιρετικά αδύναμη. Σαφώς, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση κατάφερε να μετατρέψει μια ρημαγμένη από τους πολέμους ήπειρο σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του κόσμου. Παράλληλα, εξασφάλισε—τουλάχιστον μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα—το μεγαλύτερο επίπεδο δημοκρατιίας που γνώρισε ποτέ η ήπειρος, σε επίπεδο κρατών-μελών. 

Όμως, η συνολική πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης έχει μείνει πολύ πίσω. Στο αναρχικό περιβάλλον των διεθνών σχέσεων, η ιδέα της Ευρώπης —όπως την οραματίστηκαν οι «πατέρες» της σαν τον Αντενάουερ, τον Σούμαν αλλά και τον Τσώρτσιλ— αποτελεί κόσμημα και κατάκτηση στην εξέλιξη της Ιστορίας. Οι αποτυχίες του 2020 αποδεικνύουν πως έχει έρθει ο καιρός να περάσουμε από την ιδέα, στην πράξη, θέτοντας τις αξίες και τα υψηλά στάνταρ της ευρωπαϊκής ιδέας μπροστά από επιμέρους εθνικά συμφέροντα και γραφειοκρατικές μικροπολιτικές συναλλαγές· το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον θα κριθεί από ακριβώς αυτό.