Πολιτικη & Οικονομια

Απώλεια ελέγχου και ριζοσπαστικός λαϊκισμός

Με τη συνεργασία του Facebook το οποίο πλήρωσαν αδρά, οι επιτελείς της καμπάνιας του Τραμπ χειραγώγησαν τα συναισθήματα εκατομμυρίων ψηφοφόρων, οι οποίοι νιώθουν ξεχασμένοι από το σύστημα.

Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 757
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς οι εκστρατείες ριζοσπαστικού λαϊκισμού κέρδισαν την εξουσία σε Βρετανία και ΗΠΑ

[Η τριλογία του διχασμού: Μέρος 2ο. Διαβάστε το 1ο μέρος εδώ]

Μπορεί τα τελευταία χρόνια ο Ντόναλντ Τραμπ να λειτουργεί σαν καταλύτης διάβρωσης της δημοκρατίας, δεν είναι όμως η πρωτογενής αιτία της διάβρωσης αυτής, αλλά σύμπτωμα μιας μακροπρόθεσμης κρίσης. Στην περιφέρεια των κρατών της Ευρώπης και των ΗΠΑ υπάρχουν μεγάλες κοινωνικές ομάδες που ανήκουν στην εθνοτική, θρησκευτική και πολιτισμική πλειοψηφία και που εδώ και χρόνια συσσωρεύουν θυμό, ταπείνωση, μνησικακία, αγανάκτηση. Η αποβιομηχανοποίηση της Δύσης, η όξυνση της οικονομικής ανισότητας, η εντυπωσιακή ανάπτυξη των μεγάλων αστικών κέντρων σε αντίθεση με την παρακμή της επαρχίας, και η απώλεια συλλογικής ταυτότητας ως αποτέλεσμα της πολυπολιτισμικότητας, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ συναισθημάτων.

Αυτή τη νέα πραγματικότητα κατάλαβε πολύ νωρίς ο διαβόητος σύμβουλος του Μπόρις Τζόνσον, ο Ντόμινικ Κάμινγκς. Όπως εξιστορεί και το εξαιρετικό, δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Brexit: The Uncivil War» με τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, πριν το δημοψήφισμα για την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016, ο Κάμινγκς πέρασε ατέλειωτες ώρες συνομιλώντας με απλούς ανθρώπους – σε παμπ και εστιατόρια, σταθμούς τρένων και καφέ. Μπήκε στο πετσί των δυσαρεστημένων της επαρχίας, άκουσε προσεκτικά αυτά που είχαν να πουν, και εντόπισε αυτό που μερικοί κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες είχαν επισημάνει εδώ και αρκετά χρόνια: την αίσθηση απώλειας ελέγχου και την κρίση ταυτότητας λόγω της παγκοσμιοποίησης, της ψηφιοποίησης, του αβέβαιου 21ου αιώνα της Νέας Παγκόσμιας Αταξίας∙ την επιθυμία επιστροφής σε ένα παρελθόν που είναι πιο κατανοητό, πιο απλό, λιγότερο αγχωτικό, λιγότερο ρευστό.

Όπως αναφέρει ο Ρίτσαρντ Μπέρνσταϊν στην πρόσφατη μελέτη του για το έργο της πολιτικής φιλοσόφου Χάνα Άρεντ («Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ», Εκδ. Επίκεντρο, 2019, σελ. 90) «οι άνθρωποι διακατέχονται εμμονικά από την επιθυμία να αποδράσουν από τη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητάς τους εξαιτίας της απώλειας του κοινωνικού στάτους και της εξαφάνισης ενός κόσμου που τους ήταν οικείος. Σαν ο καθημερινός κόσμος, της κοινής λογικής της εργασίας, της σταθερότητας και της κοινωνικής προόδου, να έχει καταρρεύσει». Η αλήθεια είναι ότι όλες οι σταθερές του μεταπολεμικού κόσμου –η μόνιμη καριέρα, η μισθωτή εργασία, το κράτος πρόνοιας, το συνταξιοδοτικό σύστημα, η κοινωνική κινητικότητα, ο ιστός των τοπικών κοινωνιών, η ταχύτητα της ζωής, η ισορροπία και ο διαχωρισμός εργασίας-αναψυχής, οι έμφυλοι ρόλοι, οι εθνικές ταυτότητες– φθίνουν ή μεταβάλλονται δραματικά. 

Σε ένα περιβάλλον τόσο απότομων αλλαγών, η αλήθεια γίνεται λιγότερο σημαντική από την αίσθηση ελέγχου. Η ίδια η Άρεντ έγραφε το 1951 ότι «αυτό που πείθει τις μάζες δεν είναι τα γεγονότα, ούτε καν τα επινοημένα γεγονότα, αλλά μονάχα η συνοχή του συστήματος του οποίου υποτίθεται αποτελούν μέρος». Και συμπληρώνει ο Μπέρνσταϊν, «όσοι αισθάνονται παραμελημένοι και ξεχασμένοι, λαχταρούν μια αφήγηση εκλογίκευσης του άγχους και της δυστυχίας που βιώνουν, κάποια υπόσχεση λύτρωσης από τα βάσανά τους». Η ανάγκη καθησυχασμού, σταθερότητας, υπαρξιακής ασφάλειας και συνοχής που νιώθουμε ως άτομα είναι μεγαλύτερη κι απ’ την ανάγκη μας για την αλήθεια.

Όλα αυτά αντιλήφθηκε ο Κάμινγκς και κατέληξε στο σλόγκαν της καμπάνιας του Μπρέξιτ: «Ανακτούμε τον έλεγχο» (Take Back Control)· τον έλεγχο των χρημάτων μας, του εμπορίου μας, αλλά κυρίως των νόμων και των συνόρων μας. Το μήνυμα αυτό πέτυχε όχι μόνο γιατί περιείχε την έννοια του ελέγχου –που τόσοι πολλοί στη Δύση νιώθουν ότι έχουν χάσει– αλλά και γιατί η «ανάκτηση» υπονοούσε την επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση· σε ένα γνώριμο παρελθόν.

Αφού βρήκε το σλόγκαν, η καμπάνια του Μπρέξιτ χρησιμοποίησε τα πιο εξελιγμένα ψυχομετρικά τεστ της εταιρείας Aggregate IQ, τους αλγόριθμους του Facebook και στοχευμένες διαφημίσεις για να αγγίξει εκατομμύρια ψηφοφόρους – ξεχασμένους ψηφοφόρους, που δεν υπήρχαν σε καμία κομματική βάση δεδομένων γιατί είχαν από καιρό εγκαταλείψει το πολιτικό σύστημα. Το ότι η καμπάνια αυτή χρησιμοποίησε εξόφθαλμα ψέματα και υπερβολές δεν είχε τελικά τόση σημασία, όσο η ουσία του μηνύματος που πέρασε: η ζωή σας θα αποκτήσει ξανά νόημα.

Αντίστοιχη δουλειά έκανε και η καμπάνια του Τραμπ λίγους μήνες μετά∙ άλλωστε οι δύο εκστρατείες ήταν συγκοινωνούντα δοχεία του ίδιου, σκοτεινού, ομίλου επιχειρηματικών, πολιτικών, γεωστρατηγικών και ψηφιακών συμφερόντων στον οποίο αναμείχθηκαν μεγιστάνες των ψηφιακών κολοσσών, ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών, πολυεθνικές εταιρίες πολιτικής επικοινωνίας όπως η Cambridge Analytica, και πολιτικοί και ΜΜΕ της «εναλλακτικής» δεξιάς. 

Χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία, και με τη συνεργασία του Facebook το οποίο πλήρωσαν αδρά, οι επιτελείς της καμπάνιας του Τραμπ παρήγαγαν εκατοντάδες χιλιάδες μικρο-στοχευμένες (micro targeted) διαδικτυακές διαφημίσεις για να χειραγωγήσουν τα συναισθήματα εκατομμυρίων ψηφοφόρων, οι οποίοι νιώθουν ξεχασμένοι από το σύστημα. Τους ανθρώπους αυτούς δεν τους έπιασαν τα «ραντάρ» των δημοσκοπήσεων, είτε γιατί βρίσκονταν στο κοινωνικό περιθώριο, το οποίο πάντα υποεκπροσωπείται σε έρευνες κοινής γνώμης, είτε γιατί δεν ήθελαν να δηλώσουν ανοιχτά την υποστήριξή τους στον Τραμπ. Έτσι, ενώ η Χίλαρι Κλίντον έλαβε τρία εκατομμύρια περισσότερες ψήφους, ο Τραμπ κέρδισε οριακές αλλά κρίσιμες πλειοψηφίες σε συγκεκριμένες πολιτείες όπου η αποβιομηχανοποίηση και η δομική ανισότητα έχουν αποσαθρώσει τον κοινωνικό ιστό.

Όσο δυσάρεστο κι αν μας φαίνεται, οι υπέρμαχοι του ριζοσπαστικού λαϊκισμού κέρδισαν τις μάχες του 2016 γιατί ήταν καλύτεροι. Αντιλήφθηκαν τους νέους κανόνες του πολιτικού και ψηφιακού παιχνιδιού (που είχε ήδη αλλάξει από το 2008 με την καμπάνια του Ομπάμα στο Facebook) και το έφεραν στα μέτρα τους. Συνδύασαν την αποτελεσματική μικροστόχευση συγκεκριμένων ψηφοφόρων με την κυνική, και αδιάφορη για την αλήθεια, ρητορική κλιμάκωσης του μίσους και του φόβου. Αφουγκράστηκαν τις ανησυχίες μιας σιωπηλής πλειοψηφίας και χρησιμοποίησαν τα νέα ψηφιακά εργαλεία για να οξύνουν τα πάθη. Ουσιαστικά οργάνωσαν μια μίνι επανάσταση εναντίον των ελίτ και των μετριοπαθών ψηφοφόρων του πολιτικού κέντρου και των μητροπολιτικών περιοχών συνδυάζοντας τον λαϊκισμό με τους αλγόριθμους. 

Μπορεί οι καμπάνιες τους να ενεπλάκησαν σε παράνομες δραστηριότητες π.χ. σε σχέση με τη χρηματοδότησή τους, τη χρήση προσωπικών δεδομένων ή την υποστήριξη από ρωσικά συμφέροντα. Σίγουρα ήταν γεμάτες ψέματα και δημαγωγίες. Ωστόσο κέρδισαν. Και στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, προχώρησαν στην αποδόμηση της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Έβγαλαν τη Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Απαξίωσαν τη σημασία και τον ρόλο του ΝΑΤΟ και της ατλαντικής συμμαχίας. Τσάκισαν την ήπια ισχύ των ΗΠΑ, μετατρέποντας τον φάρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε παγκόσμιο περίγελο. Απέτυχαν παταγωδώς να διαχειριστούν την πανδημία, επιδεινώνοντας την οικονομική και κοινωνική κρίση. Ενθάρρυναν δε περιθωριακά και εξτρεμιστικά κινήματα και θεωρίες συνωμοσίας που τώρα αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα απειλώντας την ίδια την ύπαρξη της Δύσης.

[Την επόμενη εβδομάδα: Η αόρατη απειλή για την επιβίωση της Δύσης]