Πολιτικη & Οικονομια

Σκέφτομαι άρα δεν υπάρχω, ψεκάζομαι και υπάρχω

Ίσως ο άνθρωπος να είναι και γενετικά προγραμματισμένος να ακούει αφηγήματα και όχι επιστημονικές αλήθειες

Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης γράφει για τον κορωνοϊό και τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τη νόσο

«Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος» λέει ο Sartre, «αλλά θέλει να φαντάζεται τον εαυτό του δέσμιο». Το κάνει αυτό γιατί θέλει να αποποιηθεί την ευθύνη που συνεπάγεται η ελευθερία του. Πιο πολύ φοβάται ο άνθρωπος την ελευθερία επιλογών, παρά τον θάνατο.

Έτσι πλάθει φαντάσματα: τον Θεό, τη μοίρα, τη φύση, την ιστορία, την κοινωνία που υποτίθεται τον υποχρεώνει να φέρεται όπως φέρεται. Επικαλούμενοι οι άνθρωποι τα φαντάσματα αυτά, μπορούν κατόπιν να δηλώσουν «δεν έφταιγα εγώ γι’ αυτό που έκανα, δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν είμαι υπεύθυνος γι’ αυτό που είμαι, κάτι άλλο έξω από εμένα με έκανε έτσι». Μέσω αυτής της αυτό-εξαπάτησης ο άνθρωπος προσπαθεί να κρύψει την απελπισία και την αγωνία ότι ορίζει μόνος του το πεπρωμένο, ότι δηλαδή είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος.

Από τις ανθρωποθυσίες και τις ζωοθυσίες για να εξευμενίσουν τα κακά πνεύματα σε πιο παλιές εποχές μέχρι σήμερα, η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη, γι’ αυτό και σήμερα οι θεωρίες συνωμοσίας όπως οι ψεκασμοί με αεροπλάνα, οι κατασκευασμένοι ιοί σε εργαστήρια, οι εξωγήινοι που μας επισκέπτονται, τα θαύματα των Αγίων που χτίζουν μοναστήρια και εκκλησίες σε όλη την επικράτεια.

Όταν κοιτάμε το παρελθόν και τις ανόητες παραδόσεις (συνήθως των άλλων λαών, γιατί τις δικές μας αμαρτίες τις κρύβουμε κάτω από το χαλί όπως οι γάτες τις ακαθαρσίες τους), είμαστε ορθολογιστές και κριτικοί για τις αφελείς ερμηνείες των διπλανών για την απλοϊκή πίστη και τα «παραφυσικά» φαινόμενα.

Οι δοξασίες όμως καλά κρατούν, γιατί οι εξ αποκαλύψεως θρησκείες έχουν κάνει καλή δουλειά αιώνες τώρα με τις μαγευτικές παραστάσεις εντός και εκτός ναών που υποβάλλουν τους ταπεινούς και ταπεινωμένους θνητούς στην ανάγκη να πιστεύουν σε θεότητες και θεούς που αποφάσισαν πριν απ’ αυτούς γι’ αυτούς, ησυχάζοντάς τους με άσματα, ύμνους και λιτανείες (όντως εξαιρετικά!) που εκπαιδεύουν το κοινό στο «πίστευε και μη ερεύνα».

Η μίμηση, η ζήλεια και η κακία του ανθρώπινου είδους είναι η αγία τριάδα που πυροδοτεί την τέλεια υποταγή στα αποκαλυπτικά μυστικά των θεών, που τα χαρίζουν ως δώρα χωρίς να φοβούνται όμως τους Δαναούς. Γιατί όμως η πίστη (άρα και ο ψεκασμός) επικρατεί και νομιμοποιείται απέναντι στην αίρεση, στο ερώτημα, στην περιέργεια και την αμφισβήτηση; Γιατί η αφέλεια και η λατρεία στις εκκλησίες, τις κανονικές αλλά και του δήμου, νικούν κατά κράτος την αμφισβήτηση; Αιώνες πολιτισμού αυτό αποδεικνύουν: ο Σωκράτης είναι το πιο γνωστό θύμα παλιά· αργότερα η Ιερά Εξέταση το συνέχισε, μέχρι και τα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα που εξόριζαν το πνεύμα (αν δεν το σκότωναν κιόλας).

Τα φαινόμενα αυτά οι φιλόσοφοι, οι κοινωνιολόγοι, οι πολιτικοί και οι ψυχίατροι τα ανέλυσαν σε χιλιάδες τόμους χαρτιού· οι ποιητές τα ύμνησαν, οι λογοτέχνες τα λάτρεψαν, οι ιστορικοί ζουν από την περιγραφή τους και οι απλοί πολίτες απλώς τα παρακολουθούν, σχολιάζοντάς τα κατά το δοκούν, είτε στα καφενεία της ραστώνης, είτε στις κομματικές τους οργανώσεις.

Η επιστήμη, αυτή η σύγχρονη θεότητα της λογικής, επιτέλους ξυπνά και βάζει ερωτήματα που ξεπερνούν τη θεωρητική προσέγγιση όπως κάνουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες μέχρι και σήμερα. Με τη γενετική, τη νευροβιολογία, τη μοριακή βιολογία, τις σύγχρονες απεικονιστικές μεθόδους (FMRI, λειτουργική έγχρωμη μαγνητική τομογραφία), οι σύγχρονοι επιστήμονες προσπαθούν να μελετήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν ένα λειτουργικό σύστημα (software) που είναι διαλεκτικά δεμένο με τη μηχανή (hardware) που το φιλοξενεί, δηλαδή τον εγκέφαλο.

Χωρίς την υλική διάσταση, το σωματικό δηλαδή, δεν υπάρχει η δυνατότητα εκτέλεσης της ιδέας που παράγεται είτε με βιοχημικές, είτε με ηλεκτρικές εντολές. Όπως στον ηλεκτρονικό υπολογιστή οι εντολές 1/0 μεταφράζονται σε λέξεις, εικόνες, μαθηματικούς υπολογισμούς απίστευτα ταχύτερους από την ικανότητα του βιολογικού συνειρμού, είναι πολύ πιθανό ότι το ανθρώπινο λειτουργικό σύστημα δεν είναι αρκετό για να επεξεργαστεί πολύπλοκες θεωρίες και επιστημονικά δεδομένα («κρασάρει» με ένα τρόπο) και κουράζεται· άρα δεν μπορεί να προχωρήσει σε βαθύνοες ιδέες, προτιμώντας τις εύπεπτες γνώσεις των γειτόνων και των αφελών.

Για παράδειγμα, στη διάρκεια της πανδημίας του νέου κορωνοϊού παράχθηκε και παράγεται τόσος όγκος πληροφοριών που ούτε οι ειδικοί επιστήμονες δεν μπορούν, όχι να τις διαβάσουν, αλλά ούτε καν να τις κοιτάξουν, πόσο μάλλον να τις αφομοιώσουν· για να πειστείτε, πληκτρολογήστε το λήμμα «πανδημία» και θα καταλάβετε.

Σε όλη αυτή τη λαίλαπα πληροφοριών που τη διαχειρίστηκαν επιστήμονες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οι γείτονές μας, οι κουτσομπόληδες, αλλά και εμείς οι ίδιοι που αρνηθήκαμε να ακούσουμε αλήθειες όπως το ταπεινό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», αφήσαμε τα μυθαφηγήματα να επικρατήσουν, όπως γινόταν πάντα δηλαδή.

Στην Τροία οι Έλληνες πήγαν για την τιμή του κέρατου του Μενέλαου που φόρεσε η Ελένη στον αδελφό του Αγαμέμνονα και όχι για την τιμή του οικοπέδου «Αιγαίο» που ο κακός, πλην ειλικρινής, εχθρός μας Τούρκο-Αλβανό-μουσουλμάνος το φωνάζει με τόση ειλικρίνεια καθημερινά, χαλώντας τον ύπνο μας με πολεμικές ιαχές.

Στην Ιθάκη δεν άφησαν τον πιστό σύζυγο Οδυσσέα να γυρίσει στην Πηνελόπη του οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, και όχι οι πουτάνες που έκαναν πιάτσα σε όλο το Αιγαίο αλλά και στο Ιόνιο εν μέρει.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί με πρώτο το μεγάλο Toynbee λένε πως δεν υπάρχει ιστορία, αλλά μυθιστορία, και βέβαια εμείς οι Έλληνες το ξέρουμε καλά μέσα από τον Όμηρο, τον πρώτο παραμυθά που δίδαξε ιστορία μέσα από την ποίηση γι’ αυτό και τον μνημονεύουμε ακόμα.

Ο άνθρωπος, λέει ο Kundera, επιθυμεί έναν κόσμο όπου το καλό και το κακό να διακρίνονται εύκολα και με σαφήνεια, γι’ αυτό και εκφέρει κρίσεις προτού τις κατανοήσει: ρωτήστε έναν αργόσχολο σε καφενείο και θα σας αναλύσει τα περί κορωνοϊού με ύφος καθηγητή του Harvard, ενώ ο πραγματικός καθηγητής Τσιόδρας μιλούσε μια γλώσσα που δεν είχε κανένα ύφος ακαδημαϊκό για να γίνει κατανοητός και ανθρώπινος. Στην ανάγκη του ανθρώπου για μύθους και αφηγήματα, ένας φίλος μου (Άκης Τσουκαλίδης) λέει πως ίσως να είναι και γενετικά προγραμματισμένος ο άνθρωπος να ακούει αφηγήματα και όχι επιστημονικές αλήθειες, γι’ αυτό και επικράτησαν οι θρησκείες και οι ιδεολογίες που εμμέσως κάνουν τον θεατή της αβεβαιότητας θεό με βεβαιότητες.

Η διαλεκτική σχέση με το «μπορεί ναι αλλά και όχι» δεν χωρά στον ανθρώπινο νου που μέσα στην απελπισία της πραγματικής του ζωής μισεί την ελευθερία της δικής του απόφασης να ερμηνεύσει τα πράγματα, άρα προτιμά τόσο το καλό, όσο και το κακό να μην έχουν αποχρώσεις του γκρίζου, να είναι μόνο άσπρο και μαύρο. Γιατί κανείς δεν θα δικαιώσει την Ελένη που βαρέθηκε τον ανίκανο σύζυγό της, γιατί απλώς ως ωραία, μοιραία και γυναίκα θα είναι πάντα μια πουτάνα. Πλην εξαιρέσεων όμως, όπως οι μαμάδες μας, που είναι απλά αγγελάκια και μας έκαναν με κρινοπέταλα…