Πολιτικη & Οικονομια

Αντέχεται το 50/50 στην πολιτική;

Ο συνδυασμός της παρρησίας της γνώμης και η ενεργός πολιτική ανάμειξη δύσκολα συνδυάζονται.

Γιώργος Σιακαντάρης
ΤΕΥΧΟΣ 754
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Γιώργος Σιακαντάρης σχολιάζει τις περιπτώσεις Διακόπουλου, Τσακλόγλου, Γιαννίτση: Η πολιτική, το θάρρος της γνώμης και η μερική αναστολή ατομικής αυτονομίας.

Η κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα είχε μια εισροή και μια εκροή, δύο στελεχών που δεν αποτελούν τυπικά δείγματα πολιτικών πρώτης γραμμής. Εννοώ την παραίτηση του αντιναυάρχου ε.α. Αλέξανδρου Διακόπουλου από τη θέση του συμβούλου εθνικής ασφάλειας και την υφυπουργοποίηση ενός πολύ σημαντικού Έλληνα επιστήμονα, του Πάνου Τσακλόγλου. Έχω την τύχη από διαφορετικούς δρόμους να γνωρίζω και τους δύο. Με τον αντιναύαρχο συναντηθήκαμε στο «Καραϊσκάκης». Αυτός το μόνο δόγμα που επιτρέπει στον εαυτό του είναι η ολυμπιακοφροσύνη. Κάθε άλλου είδος «φροσύνη», όπως η «εθνικοφροσύνη», του είναι βαθύτατα ξένη. Όσον αφορά τον «νεοφιλελεύθερο» Τσακλόγλου γνωριστήκαμε συνεργαζόμενοι στο ΙΣΤΑΜΕ Ανδρέας Παπανδρέου και με εντυπωσίασαν από την πρώτη στιγμή οι βαθύτατες αναλύσεις του για τις εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα και οι ψύχραιμες προτάσεις του για τη μείωσή τους. Υποστηρικτής του κοινωνικού κράτους, ακόμη και σε εποχές που άλλοι επιστήμονες έβαλλαν κατ’ αυτού. Αυτός τη μόνη «φροσύνη» που αποδέχεται είναι η επιστημονικο-φροσύνη. Από πολιτικής απόψεως θα τον κατέτασσα με κλειστά μάτια στη σοσιαλδημοκρατία.

Και οι δυο τους από διαφορετικούς δρόμους προσεγγίζουν την πολιτική μέσω του ορθού λόγου και της εξειδικευμένης γνώσης. Ο Διακόπουλος ως ένας στρατιωτικός που συνδυάζει τη γνώση των στρατιωτικών θεμάτων με τη σύνεση μιας αντίληψης που αναζητά και στα λεγόμενα εθνικά θέματα την κουλτούρα του συμβιβασμού και της συναίνεσης. Ο Τσακλόγλου ως επιστήμονας με ένα μεγάλο χάρισμα. Ακούει και απαντά στον συνομιλητή του. Δεν συνομιλεί μόνο με τον εαυτό του.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν εδώ με δύο ανθρώπους που αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην αρένα της άμεσης πολιτικής. Μια αρένα που απαιτεί την υποταγή του εγώ στη συλλογικότητα του κομματικού και κυβερνητικού εμείς. Μπορούν όμως άνθρωποι σαν αυτούς τους δύο με ισχυρή την αυτονομία του εγώ να υποταχθούν ολοκληρωτικά σ’ αυτή τη συλλογικότητα; Δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο, αν βρεθούν ηγέτες και κόμματα που μπορούν να δεχθούν ανθρώπους με ισχυρή ατομική αυτονομία.

Όταν η πολιτική αποφασίζει να δώσει τόσο κρίσιμο ρόλο σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να είναι έτοιμη να ακούει αλήθειες. Η παραίτηση του αντιναυάρχου ε.α. Αλέξανδρου Διακόπουλου αποδεικνύει για μία ακόμη φορά ότι σ’ αυτή τη χώρα ο συνδυασμός της παρρησίας της γνώμης και η ενεργός πολιτική ανάμειξη δύσκολα συνδυάζονται. Πώς όμως θα μπορούσε να αποκρύψει την αλήθεια για το τι συμβαίνει με το Ορούτς Ρέις, ένας άνθρωπος που αντί να κραυγάζει πως «πρώτα θα τους σκοτώσουμε και μετά θα τους ρωτήσουμε» (τους Τούρκους), δήλωνε σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» (1-6-2020) ότι «οι ενέργειες, ιδίως στα εθνικά θέματα μιας υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας, πρέπει να αποφασίζονται με νηφαλιότητα και “κρύο αίμα”… είναι σίγουρο ότι ο θυμός δεν είναι ο κατάλληλος σύμβουλος στρατηγικών επιλογών». Ένας άνθρωπος που υποστήριζε ότι «στην Ελλάδα, ιστορικά και κοινωνικά αν θέλετε, δεν είναι εμπεδωμένη η νοοτροπία του συμβιβασμού και της συναίνεσης, ειδικά σε θέματα που προσεγγίζουμε με συναίσθημα και όχι με λογική. Αυτό το έχουμε πληρώσει ιστορικά και στο εσωτερικό με τους εμφύλιους πολέμους και στις διεθνείς μας σχέσεις με χαμένες ευκαιρίες για επωφελείς συμβιβασμούς σε εθνικά θέματα. Υπάρχει και μια άγνοια ή ημιμάθεια σε ό,τι αφορά το Διεθνές Δίκαιο, που αναπαράγεται μέσω των ΜΜΕ και των κοινωνικών δικτύων. Η κουλτούρα του Διεθνούς Δικαίου είναι μια κουλτούρα συμβιβασμού (συνέντευξή του στο Έθνος της Κυριακής 28-06-2020). Ένας άνθρωπος που γι’ όσους τον παρακολουθούν, ξέρουν πως απέρριπτε τις κραυγές ανασφαλών τύπων περί γλώσσας και εθνότητας ενός κράτους όπως η Βόρεια Μακεδονία.

Η περίπτωση Διακόπουλου, παρά και τη δική του υπερέκθεση στα τηλεοπτικά μέσα και στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης που επιζητούν την είδηση που θα φοβίσει τους πολίτες, δείχνει πως το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι ακόμη έτοιμο να δεχθεί ανθρώπους που έχουν το θάρρος της γνώμης και την αγάπη της αλήθειας. Προτιμά τους αυλοκόλακες του πετάει ο/η ηγέτης. Αλλά και στην περίπτωση Τσακλόγλου, γνωρίζοντας το προηγούμενο του επίσης εξαιρετικού επιστήμονα Γιαννίτση, πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι. Και ας ελπίσουμε ότι θα χρειαστούμε και δεύτερο. Από την άλλη ισχυρές προσωπικότητες σαν αυτούς τους δύο οφείλουν να γνωρίζουν πως οι δημόσιες θέσεις απαιτούν την αναστολή της ατομικής αυτονομίας τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Αυτό αφορά και πολλούς άλλους στην ίδια θέση με αυτούς. Όλοι αυτοί καλούνται κάθε φορά να αποφασίζουν, αν αντέχεται το 50/50 στην πολιτική.