Πολιτικη & Οικονομια

Ο ήλιος που ανατέλλει

Διασκέδαση και ηθική στην εποχή του Covid-19

Γιώργος Παναγιωτάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είναι ο ύμνος του ΠΑΣΟΚ στην αυθεντική του εκτέλεση: «Ο ήλιος ο πράσινος, ο ήλιος που ανατέλλει, μας οδηγεί...»

Στο θέρετρο της Αττικής όπου βρίσκομαι αυτές τις μέρες, η αύξηση των κρουσμάτων του κορονοϊού έχει επιφέρει μια συνταρακτική αλλαγή. Το τοπικό νυχτερινό κλαμπ κλείνει πια στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, προς μεγάλη ικανοποίηση των ηλικιωμένων κυρίως περιοίκων, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα ξαγρυπνούσαν υπό τους ήχους ενός εκκωφαντικού ποτ πουρί από ποπ, τραπ και λαϊκά. Το κλαμπ, βέβαια, ανοίγει πια νωρίς, κατά τις εφτά και μισή. Έτσι, μπορεί οι περίοικοι να κοιμούνται καλύτερα, όμως δεν μπορούν να περάσουν μια χαλαρή βραδιά στο βεραντάκι τους, παρέα με έναν γείτονα ή με την τηλεόραση.  

Κάποιοι από αυτούς, πάντως, αποζημιώνονται από το τραγούδι με το οποίο κλείνει το πρόγραμμα: Είναι ο ύμνος του ΠΑΣΟΚ στην αυθεντική του εκτέλεση: «Ο ήλιος ο πράσινος, ο ήλιος που ανατέλλει, μας οδηγεί...Εμπρός στον αγώνα για μια Ελλάδα λεύτερη, σοσιαλιστική. Μαζί οι εργάτες, μαζί οι αγρότες και οι φοιτητές. Χιλιάδες υπάλληλοι καταπιεσμένοι και οι μαθητές…»

Λογικά, ο ντι-τζέι, ο οποίος πιθανότατα δεν είχε καν γεννηθεί την εποχή που γράφτηκε ο ύμνος, έχει ξεπατικώσει κάποιο καινούριο τρεντ που ξεκίνησε από τα σόσιαλ μίντια. Την ίδια στιγμή, όμως, η επιλογή αυτή υποδηλώνει σαφώς και κάτι ευρύτερο. Είναι μια μαχητική επίκληση σε μια εξιδανικευμένη εποχή, κατά την οποία υποτίθεται πως ζούσαμε καλύτερα. Σε μια εποχή δίχως μάσκες και περιορισμούς, όπου η διασκέδαση ήταν ιερό πράγμα και όποιος τολμούσε να τα βάλει μαζί της (ή με τα περιβόητα μπάνια του λαού) τα έβρισκε σκούρα.  

Έτσι, με έναν αλλόκοτο τρόπο, υπερπηδώντας δεκαετίες και ιστορικές περιόδους, το τραγούδι που έγραψε το 1977 ο Χρίστος Μαρκόπουλος, εντάσσεται στη σύγχρονη διαμάχη που βρίσκεται σε εξέλιξη όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Από τη μία πλευρά στέκονται όσοι είναι πρόθυμοι να περιορίσουν προσωρινά κάποιες από τις ελευθερίες τους, προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα (ορισμένοι, βέβαια, υπερβάλλοντας στη ρητορική τους και ξεχνώντας πως για πολλές κοινωνικές ομάδες ο δίχως σχεδιασμό περιορισμός των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σημαίνει άμεση φτώχεια). Και από την άλλη, οι αρνητές της συγκεκριμένης πραγματικότητας, εκείνοι που δεν ανέχονται τον ζυγό στο σβέρκο τους και τη μάσκα στη μούρη των παιδιών τους και θεωρούν ότι όλα είναι υπερβολές ή, ακόμα χειρότερα, μια σκοτεινή συνομωσία που έχει εξυφανθεί για να θησαυρίσουν ο Μπιλ Γκέιτς που φτιάχνει τα εμβόλια και ο κύριος Σάκης ο μπακάλης που πουλάει τα αντισηπτικά.

Το ζήτημα είναι ότι η ανθρωπότητα –και αυτό η επιδημία το κατέδειξε με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο- είναι ένα πολύπλοκο συμβιωτικό σύστημα στο οποίο το κάθε άτομο κάνει τη διαφορά. Σα να βρισκόμαστε σε ένα αστικό λεωφορείο που είναι (ως συνήθως στη χώρα μας) ασφυκτικά γεμάτο και η παραμικρή μετακίνηση επηρεάζει τους πάντες με δραματικό τρόπο. Όπως λένε οι ειδικοί, η συντριπτική πλειοψηφία των θανάτων που θα προκληθούν τα επόμενα δύο χρόνια στον κόσμο, θα οφείλονται εμμέσως στην πανδημία. Κυρίως γιατί ο αγώνας για την καταπολέμηση της φτώχειας θα πάει δεκαετίες πίσω. Για αυτό και ο Μπιλ Γκέιτς (πάλι αυτός) καλεί τις πλούσιες χώρες να αγοράσουν εμβόλια και για τις φτωχότερες. Και όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά για το δικό τους καλό. Γιατί αν ο ιός δεν καταπολεμηθεί στο σύνολό του, θα επανέλθει πλήττοντας ξανά και τις ίδιες.

Με την ίδια λογική, δεν αρκεί μια κυβέρνηση να κλείνει το ενοχλητικό κλαμπ στις δώδεκα. Πρέπει να έχει σκεφτεί σοβαρά και τι θα κάνει με τους εργαζόμενους που θα μείνουν δίχως δουλειά. Γιατί αλλιώς, το να ακούμε ξαφνικά τον ύμνο του ΠΑΣΟΚ μέσα στα μεσάνυχτα, θα είναι το λιγότερο από όσα θα μας βρουν.    

«Μια βίαιη δύναμη, η οποία είναι ίδιον κάθε ατόμου της οργανικής ύλης» γράφει η Όλγκα Τοκάρτσουκ*, «κρατά ζωντανή τη ζωή στον πλανήτη. (…). Το να της αποδώσουμε κάποιον προορισμό ή κάποιο σκοπό θα ήταν λάθος ερμηνεία. (…). Τα πάντα υποστηρίζουν το ένα το άλλο σ’ αυτή την ανάπτυξη και την ώθηση, επαφίενται το ένα στο άλλο. Οι ζωντανοί οργανισμοί δίνουν, εκχωρούν ο ένας στον άλλον όφελος. (…) Μοιάζει σα να συμμετέχουμε στο γίγνεσθαι ενός μεγάλου σώματος και οι πόλεμοι που κάνουμε δεν είναι παρά εμφύλιοι πόλεμοι».

*Όλγκα Τοκάρτσουκ, Πλάνητες, μετάφραση Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ, Καστανιώτη.