Πολιτικη & Οικονομια

Επίθεση με βιτριόλι: Από γυναίκα σε γυναίκα

Το ακραίο μίσος για έναν όμοιο, κατασκευασμένο εχθρό

Θοδωρής Πανάγος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η συγκλονιστική υπόθεση με το βιτριόλι μοιάζει να εξιχνιάστηκε. Οι πρώτες πληροφορίες μιλάνε για κάτι που μοιάζει με ερωτική αντιζηλία, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι.

Το αστυνομικό δελτίο είναι όσο σαφές θα μπορούσε να είναι, υπό τις περιστάσεις. Η συγκλονιστική υπόθεση με το βιτριόλι μοιάζει να εξιχνιάστηκε, ή τουλάχιστον η κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ και η επικρατούσα αντίληψη, καθώς και διαρροές για την υπόθεση, δείχνουν να την κλειδώνουν.

Δράστρια της επίθεσης με το βιτριόλι απέναντι στην άτυχη 34χρόνη μια σχεδόν συνομήλικη και συντοπίτισσά της, υπάλληλος δικηγορικού γραφείου που συνεργαζόταν με το ασφαλιστικό γραφείο στο οποίο εργαζόταν το θύμα.

Οι πρώτες πληροφορίες από το ρεπορτάζ μιλάνε για κάτι που μοιάζει με ερωτική αντιζηλία, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι, ουσιαστικά. Η δράστρια μέσω μακρινών εικασιών που δεν επιβεβαιώνονται από τις μαρτυρίες, μέσω μιας σειράς συναισθηματικών αλμάτων, μοιάζει να θεώρησε το θύμα ως ερωτική αντίζηλο. 

Και μοιάζει να έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα μέσω μια συρροής φανταστικών συνδέσεων, χρησιμοποιώντας θολά στοιχεία από ίχνη της συμπεριφοράς του θύματος και ενός νεαρού δικηγόρου με τον οποίο ήταν σε σχέση, που ταυτόχρονα έδειξε να αλληλεπιδρά με το θύμα την περίοδο που αποφάσισε να την εγκαταλείψει. Ένα αίτημα φιλίας, ένα λάικ, κάποια διένεξη μεταξύ τους, φαίνεται να αποδείχτηκαν αρκετά ώστε στο μυαλό της δράστριας να σχηματιστεί η εντύπωση ότι το θύμα ήταν ο αποκλειστικός υπαίτιος για τη συναισθηματική απόρριψη που έζησε.

Μετά τη θολή δημοσίευση των προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της δράστριας και του θύματος, σχεδόν εκπλήσσει το πόσο όμοιες φαίνονται να είναι οι δύο αυτές γυναίκες. Κοινή ηλικία, κοινός τόπος καταγωγής, κοινοί τρόποι διασκέδασης, παρόμοια εμφάνιση, κοινό υπόβαθρο και κοινοί κώδικες, μοιάζουν να υπενθυμίζουν ακριβώς ένα μίσος που δεν στρέφεται στο ανοίκειο, αλλά σχεδόν στο ίδιο, για τον όμοιο άνθρωπο που στο μυαλό της δράστριας την υποκατέστησε δολίως, της στέρησε αυτό που θεώρησε ότι είχε απολύτως ανάγκη.

Μια νεύρωση της ματαίωσης, της αδυναμίας της υγιούς ζωής χωρίς τον άλλο, μια οριακή ψύχωση της αποτυχίας, μια ακύρωση που γίνεται μίσος για έναν κατασκευασμένο εχθρό. Μοιάζει να είναι όλο αυτό ακριβώς η νοητική στάση που –ξεχνώντας να εστιάσει σε οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για όσα μας συμβαίνουν σε οτιδήποτε– μεταβιβάζει την ευθύνη σε αλλότριες δολιότητες.

Που αντιμετωπίζει την κοινωνική και προσωπική ματαίωση, την ακύρωση των προσδοκιών, ως έργο δόλιων πράξεων πάντα των άλλων, που κατασκευάζει εχθρούς. Που αρνείται να προσεγγίσει τα αρνητικά συμβάντα στη ζωή και τις ήττες μας ως έναν συνδυασμό προσωπικών παραλείψεων, εκάστοτε λελογισμένων αδικιών, τυχαιοτήτων και ατυχιών, συγκυριών, και να τα διαχειριστεί ψύχραιμα. Που καταφέρνει να εφευρίσκει ανθρώπινη δολιότητα σε οτιδήποτε συμβαίνει και μετατρέπει την ενδοσκόπηση, και τη δίκαιη αποτίμηση των συμβάντων σε φθοροποιό εκτόνωση μέσω του μίσους για κάποιον άλλο.

Φυσικά, όλη αυτή δέσμη σκέψεων είναι πάρα πολύ συχνή, και όλη αυτή η παθογένεια είναι αρκετά γενικευμένη, ενώ το έγκλημα της περίπτωσης είναι ακραίο και πολύ ιδιαίτερο.

Αλλά μερικές φορές τα φαινόμενα που είναι παθογενή έχουν ακριβώς αυτό το χαρακτηριστικό. Στο πλήθος των ανθρώπων που τείνουν να εφευρίσκουν εχθρούς για να μισήσουν, κάποιοι θα αντιδράσουν λογικά και ψύχραιμα, κάποιοι θα αντιδράσουν άσχημα αλλά εντός ορίων, κάποιοι θα προβούν σε εντός ορίων ακρότητες εναντίον των «εχθρών». Και, δυστυχώς, ενίοτε θα έχουμε κάτι τόσο μοναδικά άσχημο όπως το έγκλημα της περίπτωσής μας.

Οι κατασκευασμένοι εχθροί θα δέχονται τελικά δολοφονική επίθεση.

Πέραν αυτού, είναι ένα έγκλημα που απευθύνεται σε γυναίκα. Κανένας -ισμός δεν πρόκειται να εντάξει αυτό το έγκλημα ως κοινωνικό κατασκεύασμα προς αποτροπή. Ο φεμινισμός, όταν κάτι τόσο ειδεχθές συμβαίνει σε μια γυναίκα με δράστρια μια άλλη γυναίκα, σιωπά και αυτοκαταργείται. Έχουμε έναν ακραίο μισογυνισμό, αλλά από μια γυναίκα για μια άλλη. Έχουμε τελικά τον πιο ακραίο μισογυνισμό. Και οποιαδήποτε κοινωνική ερμηνεία δεν μπορεί να καταδικάσει τίποτα μαζικό ως νοοτροπία για την αποφυγή τέτοιων εγκλημάτων στο μέλλον.

Πέρα από τον αποτροπιασμό για την κακιά στιγμή, και τη φρίκη, μοιάζει να μένει στην κοινωνία ως συμβολική «λύση» και θεραπεία μόνο μια μέριμνα για εντελώς καλύτερη διαχείριση της σχέσης του καθενός με τον εαυτό, τους άλλους, και την κάθε είδους απώλεια. Και τη διαχείριση μιας σκληρής ματαίωσης. Τελικά τη σταδιακή αποφυγή της κατασκευής εχθρών, και του μίσους για αυτούς.