Πολιτικη & Οικονομια

Πασχαλινές ετοιμασίες

Είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο που πιστεύει ότι ο ίδιος ο Θεός τού ανάβει τις λαμπάδες

Κώστας Γιαννακίδης
ΤΕΥΧΟΣ 477
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πριν από τριάντα χρόνια αποφάσισα κάθε Μεγάλη Παρασκευή να ανάβω ένα κερί στους νεκρούς μου. Δεν θυμάμαι αν τότε πίστευα στον Θεό. Είναι πολύ πιθανό και να πίστευα. Όταν είσαι πιτσιρικάς φτάνεις να πιστεύεις στο σοσιαλισμό. Είναι λιγότερο αφελές και απείρως πιο ασφαλές να πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός. Άρχισα να σπέρνω, λοιπόν, τα χρόνια μου με κεριά για τους νεκρούς. Ένα για τον καθένα. Μέχρι που αποφάσισα ότι είναι γελοίο να ανάβω τόσα κεριά τη Μεγάλη Παρασκευή. Είχα καταντήσει σαν νεκρόφιλος των atenistas. Είπα ότι καλό είναι να καίω μόνο ένα. Το πιο λεπτό. Και έτσι όπως το βάζω στο μανουάλι λέω ότι τρυπώ το χώμα και πάει η φλόγα του να φωτίσει τους νεκρούς. Ούτως ή άλλως, ακόμα και αν δεν αναπαύονται κάτω από το ίδιο χώμα, είναι κοινή η μνήμη που τους ξυπνάει. Για να είμαι ειλικρινής δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά. Απλώς έχω πλέξει ένα δικό μου έθιμο, έστησα μία προσωπική θρησκευτική τελετή χωρίς Θεό. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο θέλει να βάζει τα πόδια του μέσα σε γνωστές πατημασιές. Την 25η Μαρτίου θέλω να τρώω μπακαλιάρο, στην Ανάσταση μαγειρίτσα και τη Μεγάλη Παρασκευή γαρίδες με τους νεκρούς μου χορτάτους με σπονδές. Μόνο που τα τελευταία χρόνια δεν κάθομαι να τους μνημονεύσω έναν προς έναν. Μπορεί να με ενοχλεί περισσότερο ο συνωστισμός στη μικρή εκκλησία.

Είναι και η ώρα πριν τον Επιτάφιο περίεργη. Ανέγγιχτες κοπέλες και κατσιασμένες γριές τοποθετούν άνθη στο έπιπλο, επίτροποι ανακτούν ευσέβεια και ιερείς την προσοχή των ανθρώπων. Και να ’μαι και εγώ με το κερί στο χέρι, χωρίς να σταυροκοπιέμαι, χωρίς να δω την απορία στο βλέμμα μου, μέσα από το τζάμι της εικόνας – δεν τις πλησιάζω. Και οι νεκροί μου μνημονεύονται όλοι μαζί. Είναι και πολλοί πια. Και φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, από δικά μου κομμάτια. Με εκείνο το κερί ανάβει και σβήνει το Πάσχα μου.

Δεν θέλω να προκαλέσω, αλλά νομίζω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με το Πάσχα. Νομίζω ξέρω γιατί. Ως concept είναι είκοσι αιώνες παλιό. Ίσως πρέπει να κατασκευάσουμε μία καινούργια λαβίδα για να αγγίζει τα υπαρξιακά και τη σχέση μας με το υπερφυσικό – αν υπάρχει, βέβαια, κάτι τέτοιο. Ας λένε οι ιερείς για τη διαχρονικότητα του μηνύματος. Όσο ισιώνει η πλάτη του ανθρώπου, τόσο βλέπει καλύτερα προς τον ορίζοντα. Και, σας παρακαλώ, μη μου λέτε για πίστη. Η λογική μας πήγε πιο ψηλά από τις κορφές των δένδρων και πιο βαθιά από το τέλος της σπηλιάς. Η πίστη απαιτεί προσμονή. Η λογική, πράξεις. Θα μου πείτε ότι ο πυρήνας της γιορτής δεν είναι στα θρησκευτικά. Δεν είναι ούτε στο σαχλό της μεταφοράς του Φωτός – είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο που πιστεύει ότι ο ίδιος ο Θεός τού ανάβει τις λαμπάδες.

Η γιορτή αξίζει για τους ανθρώπους με τους οποίους θα τη μοιραστείς – για τίποτα άλλο. Αν έχεις ανθρώπους έχεις και χαρά, εκτός και αν όλοι αυτοί σου θυμίζουν πόσο μόνος είσαι. Αν δεν έχεις ανθρώπους δεν έχεις και γιορτή, απλό είναι. Α, εγώ τα έχω όλα αυτά, είμαι τυχερός. Όμως το Πάσχα με τρομάζει, όπως μπορεί να φρικάρει και εσάς. Πιθανότατα επειδή πια τα Χριστούγεννα φαίνονται ακόμα κοντά. Και το περσινό Πάσχα μία ανάσα πίσω από την πλάτη σου. Δεν ξέρω αν είναι η ηλικία ή η εποχή, αλλά αυτές οι σημαδούρες στο ημερολόγιο σου θυμίζουν πόσο γρήγορα φεύγει ο καταραμένος χρόνος. Και όλο αυτό επενδύεται με ατελείωτο κιτς, με Ρωμαίους πάνω σε άρματα, μουσάτους Εβραίους που κοιτάζουν τον ουρανό σαν να κάπνισαν κάτι και δεν γίνεται το θαύμα να ζωντανέψει λίγο το technicolor. Nαι, εντάξει, βλέπεις τη φύση να ανθίζει ενώ εσύ μαραίνεσαι. Και μετά, σου λέει, είναι το μήνυμα της Ανάστασης. Που, μεταξύ μας, διόλου χαρμόσυνο δεν το βρίσκω. Το θέμα δεν είναι να σηκωθείς από τον τάφο. Αν δεν πεθάνεις, δεν θα έρθει το καινούργιο. 


giannakidis@protagon.gr