Πολιτικη & Οικονομια

Ημέρα της Ευρώπης: Γερμανικά «εμπόδια» στο ευρωπαϊκό εγχείρημα

Οι ζοφερές οικονομικές προγνώσεις για την μετά Covid-19 εποχή δεν αντέχουν το φλέγμα και το δόγμα της Καρλσρούης

A.V. Guest
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για το πρόγραμμα ποσοτικής διευκόλυνσης της ΕΚΤ δεν συνάδει με τους εορτασμούς για την Ημέρα της Ευρώπης.

Γράφει η Dr Αικατερίνα Π​απανικολάου, δικηγόρος, μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών​


Όσο κι αν ο συμβολισμός των επετειακών ημερών εις μνήμιν των εξαιρετικώς συμβάντων εξασθενίζει γρήγορα και αντιστέκεται δύσκολα στη ροή του χρόνου, εντούτοις η συλλογική μνήμη δε θα πάψει ποτέ να αυτοπροσδιορίζεται και να συγκροτείται με αναφορά σε ορόσημα της μεγάλης ιστορίας. Η υπογραφή της «Διακήρυξης Schumann» στις 9 Μαΐου 1950, από τον Γάλλο υπουργό Eξωτερικών, Robert Schumann, που αποτέλεσε την ιδρυτική αφετηρία της πρόδρομης, ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι το γεγονός που σημασιολογεί την 9η Μαΐου ως «Ημέρα της Ευρώπης» επικυρώνοντας κάθε χρόνο την αξία της επαναληπτικής μνήμης.

Λίγα μόνο εικοσιτετράωρα πριν τον φετινό εορτασμό της 9η Μαΐου και την επίσημη ανάκρουση του «Ύμνου της Ευρώπης» –η «Ωδή στη χαρά» του Friedrich von Schiller μελοποιημένη από τον Ludwig van Beethoven, στην περίφημη ενάτη συμφωνία του–, οι δικαστές της Καρλσρούης με την πολύ πρόσφατη απόφαση της 5ης Μαΐου είναι γεγονός ότι μάλλον δε συνέβαλαν ιδιαίτερα στην –ούτως ή άλλως, υπονομευμένη λόγω SARS-CoV-2– ατμόσφαιρα της γιορτής. Το τοπίο ήταν και παραμένει ναρκοθετημένο λόγω του αδιανόητου πένθους που έχει επιβάλει η διασπορά του φονικού ιού και τίποτε στην περιρρέουσα συνθήκη δεν ανακαλεί, ούτε επιτρέπει την αισιοδοξία για την κοινή διαδρομή που υπήρξε όραμα και ευλαβικός στόχος της μεταπολεμικής Ευρώπης.

Στην επίμαχη απόφασή του, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής: ΕΚΤ), για την περίοδο 2015-2019, με αντικείμενο την αγορά κρατικών ομολόγων και στόχο την αποτροπή εκτίναξης του κόστους δανεισμού –ευρύτερα γνωστό ως πρόγραμμα ποσοτικής διευκόλυνσης (quantitative easing, QE)–, προσκρούει στις αρχές του ενωσιακού δικαίου. Προχωρώντας δε ακόμη περισσότερο και υπερβαίνοντας προκλητικά τα εσκαμμένα, διαπίστωσε ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχοντας διατυπώσει σε προγενέστερη απόφασή του θετική κρίση για το QE, υπερβαίνει τις δοτές του αρμοδιότητες και κείται πέραν αυτών (ultra vires).

Με άλλα λόγια, το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο διαπιστώνει για πρώτη φορά στην ιστορία του, ότι ενέργειες και αποφάσεις ευρωπαϊκών οργάνων δε συνάδουν προς τον επιμερισμό αρμοδιοτήτων, όπως αυτός αποτυπώνεται στα καταστατικά ευρωπαϊκά κείμενα. Το νομικό αυτό έλλειμμα αποδυναμώνει τις παραπάνω αποφάσεις και τις καθιστά εν προκειμένω, μη δεσμευτικές για τη γερμανική έννομη τάξη. Ειδικότερα, το δικαστήριο διαπιστώνει, καταρχάς, παραβίαση της δημοκρατικής αρχής, καθόσον πρόκειται για ζητήματα με οικονομικό και δημοσιονομικό αντίκτυπο, επί των οποίων δεν είχαν προηγηθεί σχετικές αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων.

Επιπλέον, ζήτημα υπάρχει κατά το δικαστήριο και ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, καθώς, κατά την άποψη των δικαστών της Καρλσρούης, δεν αιτιολογούνται πειστικά οι λόγοι που υπαγόρευσαν αγορές κρατικών χρηματοπιστωτικών τίτλων, με κόστος δυσανάλογο σε σχέση με τους οικονομικούς και δημοσιονομικούς στόχους που, τελικώς, επιτεύχθηκαν. Ή σε πιο ελεύθερη απόδοση, στην πρόσφατη απόφαση του ανώτατου συνταγματικού δικαστηρίου αποτυπώνεται η αγωνία και ο φόβος των Γερμανών δικαστών προ του κινδύνου διολίσθησης του προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων σε απευθείας ενισχύσεις των εθνικών κυβερνήσεων, καθ’ υπέρβαση των αμιγώς νομισματικών στόχων που οφείλει εκ της ιδρυτικής της αποστολής να υπηρετεί η ΕΚΤ. Πρακτικά, μετά την απόφαση αυτή, τα ομοσπονδιακά όργανα και κυρίως η Bundensbank υποχρεούνται, για την επίμαχη περίοδο, να απέχουν από την εφαρμογή και εκτέλεση των πράξεων της ΕΚΤ που εντάσσονται στο πρόγραμμα της ποσοτικής διευκόλυνσης.   

Όσο θα αποκωδικοποιείται από τους καθ’ ύλην επαΐοντες η πολυεπίπεδη σημειολογία της απόφασης –νομική, οικονομική και κυρίως, θεσμική–, θα καθίσταται όλο και σαφέστερος ο αποφατικός τρόπος, με τον οποίο εδώ, το γερμανικό δικαστήριο αλλάζει κατά κυριολεξία, τις ορίζουσες στο εγχείρημα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Οι ζοφερές οικονομικές προγνώσεις για τη μετά Covid-19 εποχή δεν αντέχουν το φλέγμα και το δόγμα της Καρλσρούης. Τουναντίον, επείγει η επιστροφή στις αρχές της αλληλεγγύης, του πολιτιστικού και αξιακού ευρωπαϊκού κεκτημένου. 

 

Προκαταρκτικές μόνο και εντελώς αναγνωριστικές οι ακόλουθες παρατηρήσεις:

(α) Μολονότι έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην προθεσμία των τριών μηνών που όρισε το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας στην ΕΚΤ για να εμβαθύνει στην αιτιολογία και να πείσει με νέα, εμπράγματα επιχειρήματα σε σχέση με τον αναλογικό χαρακτήρα των μέτρων, δεν βρίσκεται εδώ το δυσχερέστερα διαχειρίσιμο ζήτημα που θέτει η απόφαση. Εκτιμάται βασίμως ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι δυνατή η αναδιατύπωση (όχι κατ’ ανάγκη, πανηγυρικώ τω τρόπω) της αιτιολογίας περί αναλογικότητας, με την προσθήκη στοιχείων και ποσοτικών δεδομένων, τέτοιων ώστε να λειανθεί η διάσταση απόψεων μεταξύ γερμανικού δικαστηρίου και ΕΚΤ.           

(β) Εκεί ωστόσο, που το τραύμα παραμένει δυσίατο –αν όχι, ανίατο– είναι ο απόηχος της απόφασης στο επίπεδο των συσχετισμών μεταξύ εθνικών δικαιοταξιών και ευρωπαϊκών οργάνων. Με άλλα λόγια, η προπατορική διελκυστίνδα μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου. Η δυσφορία του ανώτατου γερμανικού δικαστηρίου σε σχέση με την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έχει ιστορία και δεν εκδηλώνεται, κατά πρώτον, στην απόφαση της 5ης Μαΐου. Σ’ αυτή την απόφαση, ωστόσο, αποκτά πλέον έκτυπα χαρακτηριστικά και αποτυπώνεται με όρους θεσμικής εξέγερσης.

Το ειδικό βάρος του νομικού όρου ultra vires ως κρίση εθνικού δικαστηρίου για την αρμοδιότητα ευρωπαϊκού οργάνου εγκαινιάζει νέα νομικά και πραγματικά δεδομένα και θέτει εν κινδύνω εξαιρετικά λεπτές ισορροπίες, σε μια σχέση ούτως ή άλλως ανέκαθεν εύθραυστη. Πέραν του ότι οι πράξεις της ΕΚΤ δεν εμπίπτουν στον δικαιοδοτικό έλεγχο κανενός εθνικού δικαστηρίου, το διατακτικό της απόφασης του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου επιφέρει ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα στην ενωσιακή τάξη. Επιβάλλοντας στα εθνικά όργανα υποχρέωση αποχής από πράξεις υλοποίησης των αποφάσεων της ΕΚΤ, εισάγει ένα είδος «απείθειας» έναντι της προσδοκώμενης αυτοδέσμευσης των κρατών μελών και της συστράτευσής τους στο κοινό, ενωσιακό ιδεώδες.

(γ) Στην ήδη κατακερματισμένη λόγω της πρόσφατης πανδημίας και της παρατεταμένης προσφυγικής κρίσης, Ευρώπη, ο οικονομικός εθνικισμός και η προτεσταντική προσήλωση του γερμανικού δικαστηρίου στις αρχές της νομισματικής καθαρότητας μοιάζει να απαξιώνουν την ίδια την πραγματικότητα και να λειτουργούν ερήμην της πολυπλοκότητάς της. Προσφέρουν γενναιόδωρα το πλέον ευκαιριακό επιχείρημα σε όλες εκείνες τις φωνές που δαιμονοποιούν την ενωσιακή προοπτική και αναγνωρίζουν ως μονόδρομο για τη λύση του προβλήματος την αποδόμηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και την επιστροφή στα στεγανά των εθνικών κρατών. Απενοχοποιούν τα πιο αποσχιστικά και διαιρετικά ένστικτα του αντιευρωπαϊσμού, ενώ ενισχύουν όλους τους μανιχαϊστικούς λαϊκισμούς που νοσταλγούν την εθνική καθαρότητα και τα κλειστά σύνορα.

Με άλλα λόγια, έχουν σημάνει οπισθοχώρηση ως προς τα αξιακά κεκτημένα και τον πλουραλισμό του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και ασφαλώς, δεν είναι τυχαία η θερμή υποδοχή που έτυχε η απόφαση του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου, εκεί, όπου το κράτος δικαίου έχει ήδη καταγράψει ήττες και μετράει σοβαρά ελλείμματα.

(δ) Ο τρόπος της Ευρώπης υπήρξε πάντα η σύνθεση, η επιμονή στην επίτευξη κοινών παρονομαστών και η αναζήτηση «σύμφωνων ερμηνειών» και εναρμονισμένων πρακτικών. Όταν η υλοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα ευρωπαϊκά όργανα υπάγεται στο διατακτικό των κρίσεων που εκφέρουν τα εθνικά δικαιοδοτικά σώματα, είναι φανερό ότι έχουν ήδη διαρραγεί per se οι παραπάνω καταστατικές της αξίες. Είναι βαθιά απογοητευτικός ο τρόπος που οι δικαστές στη Γερμανία αγνόησαν τη δυναμική αυτή συνθήκη και επέτρεψαν να επικρατήσει η κοντόθωρη και μονιστική οπτική. Πρόκειται για εσωστρέφεια και αυτοαναφορικότητα που, στο παρελθόν, κόστισαν ήδη πολύ ακριβά στην Ευρώπη. Και πρόκειται, επίσης, για μια ακόμη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι η ιστορία δεν εγγυάται για τις επόμενες γενιές ούτε γνώση, ούτε σοφία.

(ε) Αν υπάρχει ultra vires απόκλιση στη σύνολη υπόθεση, αυτή αφορά με βεβαιότητα τη διολίσθηση της κρίσης του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου σε πολιτικούς αφορισμούς και αξιολόγηση οικονομοτεχνικών δεδομένων που εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του εθνικού δικαστή. Ο δικαστικός ακτιβισμός που προτάσσει την ανάγκη απαρέγκλιτης νομισματικής πειθαρχίας και η αλαζονική υπόμνηση, εξ αντανακλάσεως, των προτεραιοτήτων της Γερμανίας επιφέρουν στη δεδομένη χρονική στιγμή ακόμη βαρύτερο πλήγμα στην πένθιμη επικράτεια της Ευρώπης.

Οι ζοφερές οικονομικές προγνώσεις για την μετά Covid-19 εποχή δεν αντέχουν το φλέγμα και το δόγμα της Καρλσρούης. Τουναντίον, επείγει η επιστροφή στις αρχές της αλληλεγγύης και του απαράγραπτου πολιτιστικού και αξιακού κεκτημένου. Επείγει δε, κυρίως, η έργω επαναφορά των παραπάνω, με απτές και μετρήσιμες επενέργειες σε όλες τις εκφάνσεις του αποδιοργανωμένου βίου των ευρωπαίων πολιτών: υγεία, εργασία, εκπαίδευση, πολιτισμός κ.ο.κ. Είναι ο πιο ασφαλής, συνεκτικός δεσμός και ίσως ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα και μακροημέρευση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.