Πολιτικη & Οικονομια

Το Μιλάνο σε καραντίνα: 100 χρόνια μητροπολιτικής μοναξιάς

Οι πόλεις που γερνάνε

Περικλής Δημητρολόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 738
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Tο Μιλάνο βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα ύπουλο σύνδρομο εγκατάλειψης, με εκείνη την εξίσου αόρατη επιδημία της αποξένωσης που έφερε η επιδημία του κορονοϊού. Και η Αθήνα;

Και τώρα; Τώρα που ο «ελεύθερος χρόνος», αυτό  το άγιο δισκοπότηρο της σύγχρονης ζωής, αρχίζει να μοιάζει με απέραντο κενό; Πόσο θα αντέξουν οι πόλεις και οι κάτοικοί τους αυτό το κενό; Πώς θα σηκώσουν το βάρος της μητροπολιτικής μοναξιάς; 

Είναι ένα ερώτημα που μπορεί να βασανίσει και την Αθήνα. Αλλά το ερώτημα στοιχειώνει ήδη το Μιλάνο. Ένα Μιλάνο άλλο από αυτό που επισκέφθηκα στις αρχές του χρόνου, μια πόλη διαφορετική από εκείνη που ξενυχτούσε περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς στα happy hours των Navigli και ξυπνούσε πιο αργά απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει για να πάει το επόμενο πρωί στη δουλειά του με το μετρό.

Το Μιλάνο έως τότε ήταν μια πόλη πολύβουη, φρέσκια, ανήσυχη. Ήταν η πόλη που συμφιλίωνε την τέχνη με το εμπόριο, το Duomo με ένα διαφημιστικό μπάνερ σε μία από τις όψεις του, χωρίς κανένα σύμπλεγμα. Η Galleria γεμάτη από κόσμο; Το Tifany’s, η Prada και κάθε ναός της υψηλής αισθητικής και της κατανάλωσης; Όχι μόνο. Το Πλανητάριο, όπου βρέθηκα ένα βράδυ για να δω μια παράσταση που ανίχνευε τη συγγένεια των τρομερών συμπαντικών αποστάσεων με τη μουσική, ήταν και αυτό γεμάτο. Γεμάτο από νέους ανθρώπους.

Αλλά τώρα; Τώρα που το Μιλάνο βρίσκεται σε καραντίνα και στην κυτταρική της μνήμη αναδύεται η Μεγάλη Πανούκλα του 1630, εκείνη η πανδημία που βρίσκει κανείς στον καμβά των υπέροχων «Λογοδοσμένων» του Αλεσάντρο Ματσόνι, ανακαλύπτει ένα άλλο, πένθιμο πρόσωπο. Ανακαλύπτει εκείνη τη μοναξιά και την αποξένωση με την οποία αναμετράται κάθε μητρόπολη. Από τα 745.000 νοικοκυριά, διαβάζω στη Repubblica, περισσότερα από 400.000 αποτελούνται από ένα και μόνο άτομο. Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους ζουν μόνοι. Αυτός ο κόσμος είναι υπερδιπλάσιος από τα ζευγάρια και υπερτριπλάσιος από τις οικογένειες με ένα παιδί. 

Ο μέσος όρος ηλικίας της πόλης, διαβάζω ακόμη, είναι τα 45,5 χρόνια. Σχεδόν σε κάθε πολυκατοικία ζουν άνθρωποι που είναι πάνω από 70 χρόνων, άνθρωποι που έχουν χάσει το άλλο τους μισό, άνθρωποι που έχουν ανάγκη από φροντίδα. Το διαβάζω και είναι σαν να βλέπω μπροστά μου εκείνη την 80χρονη γυναίκα που προσφέρθηκα να της ανεβάσω τη σακούλα με τα ψώνια έως τον τρίτο όροφο ενός παλιού κτιρίου στο κέντρο του Μιλάνου όπου έμενα κι εγώ. Δεν δέχθηκε, είχε συνηθίσει, μου είπε. Αλλά κάναμε την ανάβαση μαζί σκαλί σκαλί και όσο ανεβαίναμε μου μιλούσε. Ήταν δέκα χρόνια που είχε χάσει τον άνδρα της, τόσα που ζούσε μόνη και τόσα που πάσχιζε να πείσει τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες να βάλουν ασανσέρ. 

Πλησίασε, μίλα, εντάξου, άγγιξε; Ενώσου με τους άλλους, γίνε ένα με την πόλη σου για να νικήσεις τη φυσική αποξένωση και τη μητροπολιτική μοναξιά; Όχι, κράτα απόσταση ενός μέτρου. Περιόρισε τις μετακινήσεις σου. Μην αγγίζεις και μην σε αγγίζουν. Απομονώσου. Μιλάνο, οι μέρες της μοναξιάς είναι μεγαλύτερες.  

Μάταια. Και τώρα η 80χρονη εκείνη γυναίκα βρίσκεται αντιμέτωπη όχι με τη φυσική αποξένωση της μητρόπολης, την αποξένωση που πολεμάνε οι κάτοικοι όλων των μητροπόλεων κάθε μέρα στα μπαρ και τα πάρκα, με πρωινές βόλτες στον ήλιο και τα happy hours το βράδυ, αλλά με την υποχρεωτική αποξένωση της καραντίνας. Πλησίασε, μίλα, εντάξου, άγγιξε; Ενώσου με τους άλλους, γίνε ένα με την πόλη σου για να νικήσεις τη φυσική αποξένωση και τη μητροπολιτική μοναξιά; Όχι, κράτα απόσταση ενός μέτρου. Περιόρισε τις μετακινήσεις σου. Προφυλάξου. Μην αγγίζεις και μην σε αγγίζουν. Απομονώσου. Ο χρόνος σε αυτή την υποχρεωτική αποξένωση διαστέλλεται. Οι μέρες της μοναξιάς είναι μεγαλύτερες. Μακραίνουν. Για πόσο; Κανένας δεν ξέρει. Αλλά η πόλη, όχι μόνο το Μιλάνο αλλά κάθε μητρόπολη, το Μιλάνο τώρα και μπορεί και η Αθήνα αύριο, κάτι πρέπει να σκεφτεί γι’ αυτό. Πρέπει να σκεφτεί πώς θα αντιμετωπίσει όχι μόνο τον κορονοϊός αλλά και εκείνο το ύπουλο σύνδρομο της εγκατάλειψης, εκείνη την εξίσου αόρατη επιδημία της αποξένωσης. 

Στο λεξιλόγιο των κοινωνιολόγων, γράφει ο Γκαντ Λέρνερ στη Repubblica, έχει εισαχθεί ένας όρος για να περιγράψει αυτή τη θεμελιώδη αλλαγή στις πόλεις που γερνάνε. Monolocalizzazione. Μονοκατοίκηση; Δεν ξέρω εάν υπάρχει ο όρος ήδη στα ελληνικά, εάν τον αποδίδω σωστά, εάν η Αθήνα είναι τόσο γερασμένη όσο το Μιλάνο ή ποιο είναι το ακριβές ποσοστό εκείνων που ζουν μόνοι, με κάποιον άλλο, με παιδιά ή χωρίς παιδιά. 
Δεν χρειάζεται κιόλας. Αυτή εδώ η πόλη είναι από πολλές απόψεις πιο σκληρή – ήταν πάντα. Πολεμούσε κι αυτή τη φυσική αποξένωση και τη μοναξιά της μητρόπολης. Όμως την πολεμούσε πιο εύκολα το βράδυ και πολύ πιο δύσκολα την ημέρα επειδή ο δημόσιος χώρος της δεν άφηνε ποτέ μεγάλα περιθώρια στη συνάθροιση, σε εκείνη την κοινή ζωή που ανακαλύπτει κανείς σε όμορφες πλατείες και πάρκα. Δεν είχε πάρκα ή, αν είχε, ήταν κακοποιημένα. 

Και τώρα, σε αυτές τις πιο σκληρές συνθήκες που μπορεί να γίνουν σκληρότερες, πώς θα αντιμετωπίσει το Μιλάνο την υποχρεωτική αποξένωση; Και πώς θα βγει από μια τέτοια περιπέτεια; Πληγωμένη ίσως. Αλλά ελπίζω όχι και τσακισμένη.