Πολιτικη & Οικονομια

2010-2020: Μια χαμένη δεκαετία για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται, υπαρξιακά, από το πελατειακό κράτος

Παναγιώτης Καρκατσούλης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η δεκαετία της μεγάλης χαμένης ευκαιρίας για να αποκτήσει η χώρα μια σύγχρονη, αποτελεσματική και αποδοτική δημόσια διοίκηση.

Με τον νέο χρόνο, το 2020, ολοκληρώνεται μια δεκαετία η οποία θα χαρακτηριστεί από τους ασχολούμενους με τη διοικητική ιστορία της Ελλάδας ως η δεκαετία της μεγάλης χαμένης ευκαιρίας για να αποκτήσει η χώρα μια σύγχρονη, αποτελεσματική και αποδοτική δημόσια διοίκηση. Μεγάλη ευκαιρία θεωρούμε ότι ήταν το «παράθυρο ευκαιρίας» που προέκυψε από τον συνδυασμό της οικονομικής κρίσης, των μνημονίων και της κρίσης του εγχώριου πολιτικού συστήματος. 
 

Κατά τη δεκαετία αυτή αποδείχτηκε ότι η επικράτηση του πελατειακού κράτους ήταν η ικανή συνθήκη που οδήγησε τη χώρα σε χρεοκοπία: Συνεχείς προσλήψεις που οδήγησαν σε αλόγιστη αύξηση του δημοσιοϋπαλληλικού πληθυσμού ο οποίος, το 2010, πλησίασε το ένα εκατομμύριο, ξέφρενες απολαβές στα «ρετιρέ» των ΔΕΚΟ που ξεπερνούσαν τις 10.000 ευρώ μηνιαίως, απίστευτες σπατάλες που οδηγούσαν τους προϋπολογισμούς των υπουργείων να «σκάνε» στο εξάμηνο. Ο κυνισμός, η συναλλαγή, η αδιαφορία για την εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων και η ανομία είχαν εκτιναχτεί στα ύψη. Οι πρωτοποριακές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις του ΑΣΕΠ, των ΚΕΠ και του «Καποδίστρια» δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την πορεία της παρακμής. 

Με την έλευση της κρίσης, παραδοσιακά ισχυρά κόμματα κατέρρευσαν, νέα δημιουργήθηκαν και σοβαρές ανακατατάξεις επήλθαν εντός άλλων. Τα μνημόνια υποκατέστησαν τις εθνικές αποφάσεις και οι εθνικές πολιτικές υποκαταστάθηκαν από τα μέτρα και τις δράσεις που περιλαμβάνονταν σ’ αυτά. Στα τρία μνημόνια «συνεργασίας» περιλήφθηκαν πολλές προτάσεις εκσυγχρονισμού των κοινωνικών υποσυστημάτων και των δημόσιων πολιτικών (δημοσιονομική διαχείριση, εισοδηματική πολιτική, υγεία, πρόνοια, κοινωνική ασφάλιση, δημόσιες συμβάσεις κλπ). Άλλες εξ αυτών εφαρμόστηκαν, άλλες εγκαταλείφθηκαν και άλλες παραπέμφθηκαν στις καλένδες. Άλλες παρήγαγαν σημειακά και χρονικά οριοθετημένα αποτελέσματα, άλλες δεν μπόρεσαν να έχουν εκροές επειδή ήταν λάθος σχεδιασμένες και άλλες υπονομεύθηκαν από τις ελληνικές κυβερνήσεις, επειδή τα αποτελέσματά τους έπλητταν εδραιωμένα πελατειακά δίκτυα και συμφέροντα.

Στα επιτεύγματα των μνημονίων συγκαταλέγονται η δημιουργία της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, η απλούστευση των διαδικασιών προμηθειών, η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος καθώς και η ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Ενώ, όμως, παρατηρούμε να συμβαίνουν επιμέρους διοικητικές αλλαγές με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τη δημιουργία της ΑΑΔΕ και του ΕΦΚΑ, δεν γίνονται οριζόντιες μεταρρυθμίσεις στο διοικητικό σύστημα που θα διασφάλιζαν τη βιωσιμότητα των αλλαγών αυτών. 

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη δεκαετία 2010-20120, δεν υπήρξε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα αλλαγών της ελληνικής δημόσια διοίκησης που να είχε καταρτιστεί lege artis: Να αντιστοιχούσε, δηλαδή, σε αντίστοιχα προγράμματα διοικητικών μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν, τις προηγούμενες δεκαετίες, σε πολλές ευρωπαϊκές και αγγλοσαξωνικές χώρες. 

Υπάρχουν διάφορες υποθέσεις εργασίας όπως και ορισμένες ενδείξεις για ποιον λόγο συνέβη αυτό το γεγονός. Ένας μείζων είναι ότι δεν υιοθετήθηκε ποτέ ούτε από τις ελληνικές κυβερνήσεις ούτε από τους δανειστές η άποψη ότι η Ελλάδα χρειάζεται, προεχόντως, μια διοικητική μεταρρύθμιση που θα οδηγήσει στην ανα-διοργάνωση και τον λειτουργικό επαναπροσδιορισμό του συνόλου των δημοσίων οργανώσεών της με έναν και μόνο σκοπό: την απεμπλοκή της διοικήσεως από τον πελατειασμό τον οποίο καλλιεργεί, υποθάλπει και αναπαράγει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Kαι, ότι, εντέλει, είναι αυτός ο πελατειασμός η σταθερή αιτία των δημοσιονομικών εκτροπών της.

Αντιθέτως, η διάγνωση της κρίσης περιορίστηκε στα επιφαινόμενά της. Θεωρήθηκε κατά βάση δημοσιονομική και, δευτερευόντως, οικονομική (πρόβλημα ανταγωνιστικότητας). Η δημόσια διοίκηση και τα προβλήματά της αποτέλεσαν ένα παρεμπίπτον ζήτημα. Για του λόγου το αληθές αναφέρουμε ότι από τους 3 στόχους που αναφέρονταν και στα 3 μνημόνια και ήταν: α) ο περιορισμός του απόλυτου αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, β) η μείωση της μισθολογικής δαπάνης και γ) η απο-πολιτικοποίηση της διοικήσεως, οι δύο πρώτοι επετεύχθησαν ήδη με το πρώτο μνημόνιο ενώ ο τρίτος δεν πιάστηκε ποτέ (παρότι επαναλήφθηκε σταθερά και στα 3 μνημόνια). 

Οι οριζόντιες αλλαγές μεγάλης κλίμακας που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα διοικητικών μεταρρυθμίσεων «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-2014» που είχε καταρτιστεί από Έλληνες εμπειρογνώμονες και είχε, μάλιστα, αποσπάσει ιδιαιτέρως ευνοϊκά σχόλια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ακυρώθηκαν. 

Το πρόγραμμα της «απο-πολιτικοποίησης» της διοίκησης τορπιλίστηκε συστηματικά από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και στην περίοδο της διακυβέρνησής του δόθηκαν μάχες χαρακωμάτων με σκοπό την προάσπιση του πελατειασμού, κάτι το οποίο εντέλει επετεύχθη.

Έτσι, σήμερα, οι προσλήψεις που αποτελούν την αιχμή του πελατειακού κράτους έχουν περιοριστεί χωρίς, όμως, να μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι μπήκε τέλος στα ρουσφέτια. Ήδη, η κυβέρνηση της ΝΔ, πριν καν συμπληρώσει ένα εξάμηνο στην εξουσία κι αφού διέγνωσε «ανάγκες» και «κενά», εξήγγειλε 20.000 προσλήψεις. Ο πολλαπλασιασμός των οργανωτικών δομών που ξεκίνησε επί ΣΥΡΙΖΑ με τη μορφή των οργανώσεων-ζόμπι που περιμένουν να ενεργοποιηθούν μόλις υπάρξει δημοσιονομική χαλάρωση φάνηκε να ανακόπτεται με την κυβέρνηση της ΝΔ αλλά, ταυτόχρονα, αντί αποκέντρωσης, επιχειρήθηκε μια, άνευ προηγουμένου, συγκέντρωση στο «Μαξίμου». Ο προϋπολογισμός εξακολουθεί να είναι ένας κουβάς εσόδων-εξόδων και όχι ένα αναπτυξιακό εργαλείο. Η διαφθορά και η ανομία είναι μεγαλύτερες απ’ όλες της ευρωπαϊκές χώρες. Μένουν κάποιες επιδερμικές αλλαγές που οφείλονται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν απειλούν το πελατειακό κράτος.  

Αυτό που μάθαμε στη δεκαετία 2010-2020 είναι ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται, υπαρξιακά, από το πελατειακό κράτος. 

Η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και η επικράτηση της αξιοκρατίας θα συμβάλει στον μετασχηματισμό των πολιτικών κομμάτων από σημαίες ευκαιρίας για την κατάληψη κρατικών θέσεων σε εστίες παραγωγής θέσεων πολιτικής. Η διοικητική μεταρρύθμιση θα σημάνει, επίσης, τη χειραφέτηση των θεσμών και την ενδυνάμωση της πιο αδύνατης ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Θα σημάνει, τέλος, τη χάραξη μιας σταθερής αναπτυξιακής πορείας που δεν θα περιορίζεται στα καζίνο και την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας.