Πολιτικη & Οικονομια

H πόλωση παραλύει

Η πιο δυνατή συνταγή αυτοκαταστροφής

Παντελής Καψής
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Παντελής Καψής σχολιάζει πώς η πολιτική και η ιδεολογία αποτελούν το πρόσχημα για άγονες αντιπαραθέσεις με οπαδικά χαρακτηριστικά

Οι δικαιολογίες του Άδωνι Γεωργιάδη για τις πρόσφατες δηλώσεις του ξεπερνούν τα όρια του κωμικού. Κατηγόρησα, λέει, τον Τσίπρα και τον Πολάκη για δωροληψία, προκειμένου να καταλάβουν τι θα πει να σε διώκουν χωρίς στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά έχουν ενδιαφέρον γιατί στην ουσία ομολόγησε αυτό που πολλοί υποπτευόμαστε: η υπόθεση της συνωμοσίας για τη Νοβάρτις έχει λιγότερο να κάνει με την εφαρμογή του νόμου και πολύ περισσότερο με μια πολιτική βεντέτα ανάμεσα σε στελέχη της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να διερευνηθεί δικαστικά. Υπήρξαν τόσες κραυγαλέες παρατυπίες από υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ που κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο. Μην τρέφουμε αυταπάτες όμως. Σε μια περίοδο που θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με συναίνεση τα μεγάλα, είμαστε εγκλωβισμένοι σε έναν παραταξιακό πόλεμο όπου η πολιτική και η ιδεολογία αποτελούν απλώς το πρόσχημα για άγονες αντιπαραθέσεις με οπαδικά χαρακτηριστικά, συχνά στα όρια του γελοίου.

Τι πιο χαρακτηριστικό από τον «Τζόκερ»; Αιφνιδίως το «κράτος της δεξιάς» αναβίωσε επειδή βρέθηκαν δύο κυρίες του Υπουργείου Πολιτισμού να καλέσουν την αστυνομία. Κι αμέσως άρχισε το γαϊτανάκι. Ναι αλλά να μην εφαρμόζεται ο νόμος; Κι εσείς γιατί δεν τον αλλάξατε; Άσε που τον υπογράφει ο Ραγκούσης, όλοι οι υπουργοί δεν φέρουν την πολιτική ευθύνη των νόμων; Πάνω στον καβγά την πλήρωσε και η ταινία. Αφελής ταξική εκδικητικότητα για τους μεν, αριστουργηματική καταδίκη της κοινωνικής ανισότητας για τους δε. Και ο «Τζόκερ» ήταν μόνο το κερασάκι γιατί τέτοιου είδους αφορμές βρίσκουμε παντού. Ενώ μάλιστα στο παρελθόν ήταν η αριστερά που είχε την τάση να δίνει ιδεολογικές διαστάσεις και στα πιο απλά ζητήματα της καθημερινότητας, τώρα είναι και η δεξιά που μπαίνει με ιδιαίτερη θέρμη στο παιχνίδι. Διότι, εξηγούν, είναι η ώρα να πάρουμε την ιδεολογική ρεβάνς. Τέλος με την κορεκτίλα, τον ψευδοπροοδευτικό διεθνισμό και τον υποκριτικό ανθρωπισμό της αριστεράς. Ζακ Κωστόπουλο εσείς; Μπακογιάννη και Ελένη Παπαδάκη εμείς. Σημαιοφόρο με κλήρωση εσείς; Σημαιοφόρο εκ των αρίστων εμείς. Αυτά τα φοβερά και τρομερά μάς απασχολούν και μας χωρίζουν.

Προσχηματικές ή όχι, όμως, η πόλωση, η ανάγκη να είσαι πάντα απέναντι στον άλλο και η επίκληση ιδεολογικών διαφορών έχουν συνέπειες

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που οι «αντικειμενικές» προϋποθέσεις για την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων είναι καλύτερες από ποτέ άλλοτε. Μετά από 10 χρόνια κρίσης, τα κόμματα, στην οικονομική πολιτική, μπορεί να διαφωνούν για το ύψος των φόρων, κανένα ωστόσο δεν αμφισβητεί την ανάγκη της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στην εξωτερική πολιτική το αγκάθι των Πρεσπών έχει πάψει να υφίσταται, όπως φάνηκε και από την ανακοίνωση του Υπουργείου των Εξωτερικών που τάχθηκε υπέρ της ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρώπη. Ακόμα και στους μετανάστες, από τη στιγμή που έγινε δεκτό ότι θαλάσσια σύνορα υπάρχουν αλλά άντε να τα φυλάξεις, οι διαφωνίες είναι πια μάλλον φραστικές. Το μέλλον θα δείξει άλλωστε αν ακόμα και η απλή διαχείριση των ροών θα γίνει πιο αποτελεσματική ή θα μείνουμε στα ίδια.

Προσχηματικές ή όχι, όμως, η πόλωση, η ανάγκη να είσαι πάντα απέναντι στον άλλο και η επίκληση ιδεολογικών διαφορών έχουν συνέπειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεταναστευτικό. Στην ομιλία του στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε το θάρρος να πει ότι οι μετανάστες μπορεί να βοηθήσουν ακόμα και στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας. Πώς να πάρει όμως τα αναγκαία μέτρα ενσωμάτωσής τους όταν οι βουλευτές του λαθρομετανάστες τους ανεβάζουν, λαθροεισβολείς τους κατεβάζουν; Ή όταν ο ένας υπουργός τους στερεί το ΑΜΚΑ την ώρα που –πολύ σωστά– η κυβέρνηση κάνει υποχρεωτική τη φοίτηση των παιδιών στα σχολεία.

Πιο σοβαρές μπορεί να αποδειχθούν οι συνέπειες στην εξωτερική πολιτική. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, και για να μην κατηγορηθεί για «προδοσία», παρακολούθησε με παθητικότητα τον αποκλεισμό της Βόρειας Μακεδονίας από την ΕΕ. Σήμερα αυτή που παίρνει πρωτοβουλίες στα Βαλκάνια είναι η Σερβία η οποία δημιουργεί εναλλακτικές δομές, εν μέρει ανταγωνιστικές προς την Ευρώπη, όπως η επονομαζόμενη «μικρή Σένγκεν» και η πρόταση για τη δημιουργία κοινής αγοράς με Αλβανία και Βόρεια Μακεδονία. Η Ελλάδα απλώς παρακολουθεί, αντί να έχει ήδη καλέσει εδώ τον Ζάεφ και να κάνει ό,τι μπορεί για να τον στηρίξει στη μάχη επιβίωσης που δίνει. Παρακολουθεί μοιρολατρικά την ενίσχυση των αντιπάλων του, των ακραίων εθνικιστών, φοβούμενη ότι κάθε πρωτοβουλία θα επικριθεί από τους μακεδονομάχους της. Αλλά βέβαια έτσι είναι: ένας εθνικισμός για να επιβιώσει χρειάζεται τους αντιπάλους του. Ηθελημένα ή όχι, αυτούς ενισχύει συντηρώντας τον φαύλο κύκλο της εχθρότητας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει παραλύσει καθώς βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στον βαλκανικό μας εθνικισμό και στον ενεργειακό μεγαλοϊδεατισμό της Κύπρου. Η πιο δυνατή συνταγή αυτοκαταστροφής. Εκτός και αν πιστεύουμε ότι και αυτή τη φορά θα μας σώσει το ιππικό.