Πολιτικη & Οικονομια

Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν

Το γελοίον του πράγματος: ο Ερντογάν καταφέρεται εναντίον του ιμπεριαλισμού. Δεν πρόκειται μόνο για ιστορικό ρεβιζιονισμό, πρόκειται για δήλωση «μη ανήκειν»

Σώτη Τριανταφύλλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Ερντογάν, η Τουρκία, είναι ο δικός μας Κέβιν. Η Σώτη Τριανταφύλλου εξηγεί γιατί και αναλύει τις εξελίξεις.

Στο βιβλίο της Λάιονελ Σράιβερ «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν», ο Κέβιν είναι ένα παιδί με σοβαρή ψυχική διαταραχή την οποία οι γονείς του αρνούνται να αναγνωρίσουν. Η εγκληματική συμπεριφορά του Κέβιν –που δολοφονεί επτά συμμαθητές του, τον υπάλληλο της σχολικής καντίνας, την καθηγήτριά του και στο τέλος τον ίδιο του τον πατέρα–αποδίδεται στη μητέρα του, στην αμφιθυμία της για τη μητρότητα: Put the blame on mame. Οι γονείς του Κέβιν δεν μίλησαν ποτέ για το πρόβλημα με τον Κέβιν: εθελοτυφλία, δειλία, αυταπάτες. Ίσως ακόμα και δέος: η παραβατικότητα έχει τους θαυμαστές της. Ο Ερντογάν, η Τουρκία, είναι ο δικός μας Κέβιν. Αν και μέλος του ΝΑΤΟ, αγοράζει πυραυλικά συστήματα από τη Ρωσία· φοβερίζει την Ελλάδα και την Κύπρο, αναμοχλεύει την ιστορία διαδίδοντας ένα ακραία εθνικιστικό, ισλαμικό και πολεμοχαρές αφήγημα.

Σήμερα η συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ φαίνεται παράδοξη: το σοβιετικό μπλοκ έπαψε να υπάρχει και μείναμε αμανάτι με τον Ερντογάν και την ισλαμοδικτατορία του. Το 1952, όταν τα σαΐνια περί τον Τρούμαν και τον Αϊζενχάουερ προσπαθούσαν να εγείρουν αναχώματα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, κανείς δεν έπαιρνε υπόψη τη δημοκρατική προοπτική αυτών των αναχωμάτων: το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η αναχαίτιση του κομμουνισμού. Εξού οι συμμαχίες με αποσπάσματα θανάτου, παραστρατιωτικές συμμορίες, ισλαμιστές αντάρτες και μπανανοδικτάτορες.

Στην τελευταία συνέλευση του ΝΑΤΟ στην Αττάλεια, ο πρόεδρος του τουρκικού κοινοβουλίου Μουσταφά Σέντοπ εγκαινίασε τις εργασίες κατηγορώντας τις δυτικές χώρες για τη «γενοκτονία» στην Αλγερία –εννοώντας τις γαλλο-αλγερινές συγκρούσεις μέχρι την αλγερινή ανεξαρτησία το 1962– και για τη «γενοκτονία» στη Ρουάντα, εννοώντας τις σφαγές ανάμεσα στις φυλές Χούτου και Τούτσι το 1994. Η εκπρόσωπος της Γαλλίας Σόνια Κρίμι (τυνησιακής καταγωγής, αν έχει κάποια σημασία) αποχώρησε από την αίθουσα. Στη συνέχεια, η κ. Κρίμι δέχτηκε απειλές απεντέρωσης, αποκεφαλισμού και διαμελισμού σε μικρά-μικρά κομματάκια. Ανώνυμα γράμματα, tweets, μέιλ – κανείς δεν ζήτησε συγνώμη για τον εκφοβισμό.

Η Τουρκία δεν ζητάει συγνώμη. Κι όμως, όπως έγραφε ο Βικτόρ Ουγκό, «απ’ όπου πέρασαν οι Τούρκοι άφησαν πίσω τους ερείπια και πένθος». Δεν πρόκειται για χειραγώγηση της ιστορίας, ούτε για τη λογοτεχνική διατύπωση του συναισθηματισμού του Ντελακρουά όταν ζωγράφιζε τη σφαγή της Χίου. Πράγματι, όλοι οι λαοί έχουν διαπράξει εγκλήματα με μέγεθος ανάλογο της γεωπολιτικής τους δύναμης. Αλλά μερικοί έχουν μνήμη χρυσόψαρου, άλλοι έχουν μνήμη ελέφαντα κι άλλοι συνδυάζουν τις διαταραχές της μνήμης με ηθική αφασία. Η σύγχρονη Τουρκία δεν παραδέχεται τη μακρά ιστορία των εγκλημάτων της –χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σφαγές στην Κιλικία, η εξόντωση των Αρμενίων το 1915– και αποδίδει την παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις δόλιες κινήσεις της Δύσης.

Θα μπορούσαμε να αφήσουμε την τουρκική ηγεσία να λέει ό,τι της κατεβαίνει αν η Τουρκία δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ κι αν δεν είχε το διεθνές πρόγραμμα που έχει, στο οποίο περιλαμβάνεται η «ταπείνωση» (λέξη του ίδιου του Ερντογάν) των νατοϊκών μελών. Πού ακούστηκε μέλος μιας συμμαχίας χωρών όχι μόνο να μη σέβεται αλλά και να ονειδίζει τους συμμάχους του; Η Τουρκία ξαναγράφει την ιστορία: ένοχη Δύση, αθώα Ανατολή, Ανατολή φορέας του φωτός. Περιέργως, πολύ περιέργως, ένα από τα τουρκικά επιχειρήματα είναι η δουλοκτησία η οποία καταργήθηκε στις δυτικές χώρες από το 1794 μέχρι το 1865, ενώ στην Τουρκία καταργήθηκε σε δύο φάσεις: το 1890 το δουλεμπόριο, το 1918 η δουλοπαροικία. Το γελοίον του πράγματος: ο Ερντογάν καταφέρεται εναντίον του ιμπεριαλισμού. Δεν πρόκειται μόνο για ιστορικό ρεβιζιονισμό, πρόκειται για δήλωση «μη ανήκειν» – όπως οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Κέβιν που έγινε σίριαλ κίλερ. Σ' αυτό το ξαναγράψιμο της ιστορίας παραλείπεται η παρένθεση του Κεμάλ: σκοπός είναι να συνδεθεί η σύγχρονη Τουρκία με την κληρονομιά των σουλτάνων.

Η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει την Τουρκία με αβρότητα. Αν και η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη στο μεγαλύτερο μέρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριλήφθηκε στο Σχέδιο Μάρσαλ και δέχτηκε βοήθεια για την οικοδόμηση της οικονομίας της. Αν και το 1974 εκμεταλλεύτηκε το πραξικόπημα του Σαμψών στην Κύπρο για να καταλάβει το βόρειο τμήμα του νησιού παρέμεινε στο ΝΑΤΟ: το ΝΑΤΟ προτιμούσε να χάσει την Ελλάδα παρά την Τουρκία. Αλλά, επαναλαμβάνω, εκείνη την εποχή υπήρχε ακόμα η Σοβιετική Ένωση. Στη συνέχεια, αν και η Τουρκία δεν έδειξε πρόθεση για εκδημοκρατισμό, η ευρωπαϊκή αριστερά επιθυμούσε την ένταξή της στην Ευρώπη,  χωρίς να μας εξηγεί ποια ήταν η λογική (πώς μια ισλαμική, ασιατική χώρα θα μπορούσε να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ποια τα οφέλη για την ευρωπαϊκή πλευρά. Στο μεταξύ, στην Τουρκία το ένα στρατιωτικό πραξικόπημα διαδεχόταν το άλλο, ενώ το αίτημα των Κούρδων για αυτοδιάθεση ήταν και παραμένει casus belli.

Όλοι οι λαοί τιμούν αμφίβολα πρόσωπα, ήρωες-αντιήρωες, τρελούς βασιλιάδες, αρειμάνιους αυτοκράτορες, στρατιωτικούς εγκληματίες πολέμου. Oι θεμελιώδεις διαφορές της Τουρκίας είναι δύο: Πρώτον ότι προσπαθεί να επιβάλει τη μυθολογία της σε όλους τους άλλους ποδοπατώντας διπλωματικούς κανόνες και τροφοδοτώντας μειονοτικά κόμματα στην Ευρώπη. Δεύτερον ότι η Ευρώπη συμπεριφέρεται όπως οι γονείς του Κέβιν: εθελοτυφλία, δειλία, αυταπάτες. Είμαστε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Αναρωτιέμαι αν το ΝΑΤΟ φοβάται μήπως χάσει την Τουρκία ή αν εύχεται να απαλλαγεί από το αμανάτι ρίχνοντάς το στην αγκαλιά του Πούτιν.