Πολιτικη & Οικονομια

Έρευνα της Prorata: Τελικά πώς ψηφίζουμε;

Κομματική προκατάληψη, αρνητικές ταυτίσεις και πολιτική αντιπάθεια. Πόσο αντέχει η δημοκρατία;

A.V. Guest
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συχνά διαμορφώνουμε ή αλλάζουμε απόψεις έτσι ώστε να συμφωνούν με τις θέσεις του κόμματος με το οποίο ταυτιζόμαστε

Των Μάνου Τσατσάνη και Γιάννη Τσίρμπα*


Η έννοια της «κομματικής ταύτισης» δεν είναι άγνωστη στους περισσότερους πολιτικούς αναλυτές. Αναφέρεται στον ψυχολογικό δεσμό ψηφοφόρων προς συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα. Με απλά λόγια, είναι η πολιτική ταυτότητα του  «Συριζαίου», του «Πασοκτζή», του «Νεοδημοκράτη», κ.ο.κ. Για τους περισσότερους, αυτός ο χαρακτηρισμός υποδηλώνει κάτι περισσότερο από μία συγκυριακή ψήφο προς ένα κόμμα. Υποδηλώνει μία σταθερή στον χρόνο ταύτιση με έναν κομματικό χώρο η οποία, σύμφωνα με τη σχετική θεωρία, συγκροτείται στην περίοδο της πρώιμης πολιτικής κοινωνικοποίησης και ενισχύεται με τη πάροδο του χρόνου.

Κατά τη δεκαετία του 1980 ένας παρατηρητής της ελληνικής πολιτικής ζωής δεν θα δυσκολευόταν να εντοπίσει τους κομματικά ταυτισμένους, ακόμη και αν δεν γνώριζε πώς να ονομάσει και να ορίσει το φαινόμενο. Προεκλογικές συγκεντρώσεις που γέμιζαν τα κεντρικά σημεία των ελληνικών πόλεων, πλαστικά σημαιάκια και χρώματα των κομμάτων παντού, πλήθος κόσμου που δεν δίσταζε να κάνει γνωστή την (θετική) κομματική του προτίμηση όπου κι αν βρισκόταν. Έκτοτε αρκετά έχουν αλλάξει, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η κομματική ταύτιση, που στις έρευνες την μετράμε ερωτώντας τους συμμετέχοντες αν αισθάνονται κοντά σε κάποιο κόμμα, βρισκόταν ήδη σε ελαφρώς πτωτική πορεία από τη δεκαετία του 1990. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης ο συγκεντρωτικός δείκτης κομματικής ταύτισης ακολούθησε θεαματική πτώση. Μαζί με την κομματική ταύτιση κατέρρευσε και η εμπιστοσύνη προς πολιτικούς θεσμούς, με τα πολιτικά κόμματα να καταγράφουν τα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης.

Θα περίμενε κάποιος πως το κενό που δημιουργήθηκε από την πτώση της κομματικής ταύτισης θα καλυπτόταν είτε από πιο ορθολογική εκλογική συμπεριφορά είτε από πολιτική αδιαφορία και απάθεια (ή συνδυασμό των δύο). Ωστόσο στην Ελλάδα και σε άλλες Δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται η άνοδος ενός φαινομένου που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «αρνητική κομματική ταύτιση». Η έννοια της αρνητικής ταύτισης εδράζεται κυρίως στην αντιπάθεια για συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα ή ευρύτερους πολιτικούς χώρους.  Για παράδειγμα, σύμφωνα με ερευνητές του φαινομένου στις ΗΠΑ, αυτό που ενώνει τους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού και του Ρεπουμπλικανικού κόμματος τα τελευταία χρόνια είναι περισσότερο η αντιπάθεια για το αντίπαλο κόμμα παρά τα θετικά συναισθήματα για το κόμμα που προτίθενται να ψηφίσουν.

Το φαινόμενο αυτό μάλλον δεν θα ξένιζε και έναν παρατηρητή της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής. Δεν είναι λίγες οι φορές που φαίνεται πως αυτό που πρωτίστως ενώνει τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας ή του ΚΙΝΑΛ είναι η αντιπάθεια προς τον ΣΥΡΙΖΑ και, αντιστρόφως, η ψήφος προς τον ΣΥΡΙΖΑ συχνά φαίνεται να παρακινείται περισσότερο από το μένος προς τα κόμματα του πρώην δικομματισμού παρά από ένα αίσθημα εγγύτητας προς το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.   

Πέρα από την επίδρασή της στην εκλογική συμπεριφορά,  εμπειρικές μελέτες έχουν επανειλημμένα δείξει πως μία από τις βασικές παρενέργειες της κλασικής κομματικής ταύτισης είναι ότι η πρόσληψη νέων πληροφοριών τείνει να πραγματοποιείται με τρόπο που ενισχύει τη θετική εικόνα του ψηφοφόρου για το κόμμα με το οποίο συνδέεται ψυχολογικά και να αγνοεί πληροφορίες που βρίσκονται σε διαφωνία με τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις του. Η κομματική ταύτιση αποτελεί επίσης παράγοντα διαμόρφωσης πολιτικών στάσεων. Συχνά διαμορφώνουμε ή αλλάζουμε απόψεις έτσι ώστε να συμφωνούν με τις θέσεις του κόμματος με το οποίο ταυτιζόμαστε αντί να διαλέγουμε το κόμμα που βρίσκεται εγγύτερα στις δικές μας θέσεις.

Η ίδια ψυχολογική ανάγκη μείωσης της «γνωστικής ασυμφωνίας» (cognitive dissonance) φαίνεται πως ενεργοποιείται και στην περίπτωση της αρνητικής ταύτισης. Προτιμάμε να αλλάξουμε τη γνώμη μας πάνω σε κάποιο ζήτημα παρά να συμφωνήσουμε με ένα κόμμα (ή πολιτικό πρόσωπο) που αντιπαθούμε.

 Τα αποτελέσματα του πειράματος που διεξαγάγαμε στην διαδικτυακή έρευνα της Prorata είναι χαρακτηριστικά. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκφράσουν τον βαθμό συμφωνίας τους με την άποψη πως  «τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχει συμφωνήσει η χώρα μας με τους εταίρους της για τα δημόσια οικονομικά είναι πολύ υψηλά, αν παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα». Το δείγμα της έρευνας χωρίστηκε με τυχαίο τρόπο στα τρία. Το ένα τρίτο των συμμετεχόντων διάβασαν πως η συγκεκριμένη θέση έχει αόριστα ειπωθεί. Το δεύτερο τρίτο διάβασε πως η θέση έχει εκφραστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και το τελευταίο τρίτο πως έχει εκφραστεί από τη ΝΔ. Η συγκεκριμένη θέση επιλέχθηκε γιατί τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ την έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει.

Πριν φτάσουν σε αυτή την ερώτηση, οι συμμετέχοντες έπρεπε προηγουμένως να αυτοτοποθετηθούν σε  θερμόμετρα συμπάθειας-αντιπάθειας για κάθε κόμμα. Μεταξύ των περισσότερο «Αντι-ΣΥΡΙΖΑ» ερωτώμενων, η παραπάνω θέση διατυπωμένη ουδέτερα («έχει δηλωθεί») συγκέντρωνε συμφωνία 47,6%, ενώ διατυπωμένη ως θέση του ΣΥΡΙΖΑ («ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δηλώσει») συγκέντρωνε μόλις 24,9% συμφωνία. Αντιστοίχως, η αντιπάθεια προς τη ΝΔ μειώνει το ποσοστό συμφωνίας με την παραπάνω θέση σχεδόν κατά το ήμισυ (21,9% από 39,6%) όταν οι ερωτώμενοι μαθαίνουν ότι αυτή είναι μια θέση που υποστηρίζει η ΝΔ σε σύγκριση με την περίπτωση που παρουσιάστηκε ως ουδέτερη θέση.

Η πολιτική αντιπάθεια, λοιπόν, μεταφράζεται σε κομματική προκατάληψη, σε «κομματικά γυαλιά» κατά το κοινώς λεγόμενον, τα οποία μπορεί να μετατρέψουν τη συμφωνία ενός ψηφοφόρου με μια άποψη σε διαφωνία μόλις μάθει ότι αυτός που εκφέρει την άποψη δεν τού είναι πολιτικά αρεστός.

Αυτό προφανώς δεν είναι καινούριο και δεν είναι πρωτότυπο. Αν όμως η αντιπάθεια διογκωθεί, αν ο αρνητισμός γίνει κυρίαρχη τάση στο πολιτικό τοπίο, αυτό δεν μπορεί παρά να έχει συνέπειες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η δημοκρατική λειτουργία προϋποθέτει έναν βαθμό ανοχής του αντιπάλου, καθώς και μια ειρηνική κοινωνική συνύπαρξη μεταξύ των υποστηρικτών διαφορετικών κομμάτων. Υπάρχουν σχετικές ανησυχητικές ενδείξεις και στα δύο επίπεδα, αν και η έλλειψη διαχρονικών στοιχείων δεν μας δίνει τη βάση για αναμφισβήτητα συμπεράσματα.

Πιο συγκεκριμένα, στην ερώτηση για το αν «οι πολιτικές ιδέες και προτάσεις ενός πολιτικού κόμματος είναι τόσο λανθασμένες που αποτελούν απειλή για την ίδια την ύπαρξη της χώρας μας;», με την εξαίρεση του ναζιστικού, αντιδημοκρατικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής που συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά στη συγκεκριμένη ερώτηση(48,5%), υπάρχουν και κόμματα του συνταγματικού τόξου που θεωρούνται «καταστροφικά» για τη χώρα, κάτι που αποτελεί σαφή ένδειξη πολιτικής μη-ανοχής. Αυτό είναι ιδιαίτερα οξυμένο μεταξύ των προτιθέμενων ψηφοφόρων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Οι πρώτοι θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ καταστροφή για τη χώρα σε ποσοστό 49,7% και οι δεύτεροι θεωρούν τη ΝΔ καταστροφική σε ποσοστό 35,3%. Με άλλα λόγια, 1 στους 2 ψηφοφόρους της ΝΔ και 1 στους 3 ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά δεν ανέχονται το αντίπαλο κόμμα.

Σημείωση: Οι τιμές αντιπροσωπεύουν το ποσοστό των ερωτηθέντων που επέλεξαν τα ακραία σημεία 9/10 στην αντίστοιχη 11βάθμια κλίμακα

Ταυτόχρονα,  στην ερώτηση για το πώς θα ένιωθαν αν ένα συγγενικό τους πρόσωπο παντρευόταν έναν ψηφοφόρο άλλου κόμματος, το συμπέρασμα είναι, καταρχάς, ότι λίγοι είναι αυτοί που θέλουν να συγγενέψουν με ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, αφού 2 στους 3 (67,1%) θα αισθάνονταν «μάλλον ή πολύ δυστυχείς» με αυτό το ενδεχόμενο. Δεν είναι όμως μικρά και τα ποσοστά δυστυχίας που προκαλεί το ενδεχόμενο γάμου με ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ στους προτιθέμενους ψηφοφόρους της ΝΔ (42,7% οι δυστυχείς) ή το ενδεχόμενο γάμου με ψηφοφόρο της ΝΔ στους ψηφοφόρους που δηλώνουν πρόθεση να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ (32,2% οι δυστυχείς). Το συναίσθημα που προκαλεί το ενδεχόμενο γάμου με ψηφοφόρο άλλου κόμματος είναι ένας δείκτης που χρησιμοποιείται διεθνώς για να μετρήσει την πολιτική αντιπάθεια στο επίπεδο των ψηφοφόρων. Υπάρχουν, δηλαδή, ενδείξεις ότι, εκτός από την κομματική προκατάληψη και την χαμηλή ανοχή στον αντίπαλο, και η πολιτική αντιπάθεια στο επίπεδο των ψηφοφόρων είναι ενισχυμένη στη σημερινή συγκυρία.

Δεν είναι, όμως, όλα αρνητικά. Στον αντίποδα, αισιόδοξα είναι τα αποτελέσματα που δείχνουν ότι οι Έλληνες ψηφοφόροι προτιμούν περισσότερο τους πολιτικούς που είναι συμβιβαστικοί, σε ένα αθροιστικό ποσοστό 42,5% συμφωνίας με την άποψη «μου αρέσουν οι εκλεγμένοι που είναι διαλλακτικοί», έναντι 27% που προσελκύονται περισσότερο από την πολιτική αδιαλλαξία.

Εν τέλει, ο αρνητισμός που φαίνεται να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη ορατότητα στην πολιτική δημόσια σφαίρα, έχει την αντανάκλαση και το σαφές αποτύπωμά του και στις στάσεις και απόψεις των πολιτών. Κυρίως οι ψηφοφόροι της ΝΔ, ακολουθούμενοι από εκείνους του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν εμπλακεί σε μια διελκυστίνδα αρνητισμού που, αν συνεχιστεί, μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Σε αυτό, προφανώς, κεντρικό ρόλο παίζουν οι φορείς της πολιτικής προσφοράς, δηλαδή τα πολιτικά κόμματα που, ίσως, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τις δυσμενείς δυνητικές συνέπειες του αρνητισμού που υποδαυλίζουν.


*Μάνος Τσατσάνης: Ερευνητής Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Λισαβόνας (ISCTE-IUL) και Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

*Γιάννης Τσίρμπας: Λέκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών