Πολιτικη & Οικονομια

Νοτρ Νταμ, ανάγκες ανεξίτηλες

Η ασαφής ανάγκη που ώθησε έναν άνθρωπο να επινοήσει μια ιστορία και έναν λαό να ντύσει με νέο νόημα ένα παλιό κτίσμα, δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ

Γιώργος Παναγιωτάκης
ΤΕΥΧΟΣ 699
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η καταστροφή της Notre Dame, την οποία σοκαρισμένοι παρακολουθήσαμε, θα γίνει ένα ακόμα κεφάλαιο στο μεγάλο εν εξελίξει μυθιστόρημα του πολιτισμού μας.

Την πρώτη Σεπτεμβρίου του 1830, ο Βίκτωρ Ουγκώ αγοράζει ένα μεγάλο μπουκάλι με μελάνι και ένα πλεκτό ρούχο που καλύπτει το σώμα του από τον λαιμό μέχρι τους αστραγάλους και κλείνεται στο σπίτι του όπως κάποιος άλλος θα κλεινόταν σε μια φυλακή. Τα υπόλοιπα ρούχα του δίνει εντολή να κλειδωθούν σε μια ντουλάπα ώστε να μην μπει στον πειρασμό να ξεπορτίσει. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Το μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα για το οποίο έχει υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδότη Γκοσλέν πρέπει επιτέλους να γραφτεί. 

Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά της η Αντέλ Ουγκώ, τον πρώτο καιρό ο εγκλεισμός προκαλεί στον συγγραφέα αφόρητη θλίψη. Μέχρι τον χειμώνα όμως η ροή της ιστορίας τον έχει συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, ώστε δουλεύει με ορθάνοιχτα παράθυρα δίχως να αισθάνεται το κρύο. Και τον Φεβρουάριο, πέντε μόλις μήνες από την ημέρα που ξεκίνησε, το μυθιστόρημά του είναι έτοιμο. Μονάχα τον τίτλο δεν έχει βρει ακόμα. Θα σκεφτεί πολύ, θα απορρίψει διάφορες προτάσεις και τελικά θα διαλέξει τον πιο απλό: «Notre-Dame de Paris» - H Παναγία των Παρισίων. Ο πρωταγωνιστής, άλλωστε, δεν είναι άλλος από το μεσαιωνικό κτίριο που, εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, ρημάζει στο κέντρο της πόλης. 

Και πραγματικά, όταν σε λίγες εβδομάδες το βιβλίο κυκλοφορεί, οι αναγνώστες σηκώνουν αμέσως το κεφάλι τους και αντικρίζουν τον ναό με άλλο μάτι. Η απαίτηση ξεχύνεται σαν παλιρροϊκό κύμα και υποστηρίζεται από όλες σχεδόν τις κοινωνικές τάξεις. Το κτίσμα που στέγασε τα βάσανα της Εσμεράλδας και τα πάθη του Κουασιμόδου πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί. Οι εργασίες αποκατάστασης ξεκινούν αρκετά σύντομα και το 1864 η Παναγία των Παρισίων ξαναγεννιέται. 

Οι λέξεις του Ουγκώ και το πνεύμα του ρομαντισμού γίνονται τα υλικά που ενώνουν τον Μεσαίωνα με τον 19ο αιώνα. Ο γοτθικός ναός που χτίστηκε για να στεγάσει μια αδιαπραγμάτευτη πίστη και για να διατυμπανίσει την ισχύ μιας παλιάς εξουσίας, αλλάζει χαρακτήρα. Αποκτά ένα άυλο φορτίο που ξεπερνά σε μέγεθος και σημασία τα δομικά του στοιχεία. Οι επόμενες γενιές γραπώνονται πάνω του και η Notre Dame, «H Κυρία μας», γίνεται ένας από τους φάρους που θέλοντας και μη χρησιμοποιούμε για να μη χάσουμε το στίγμα μας και βρεθούμε να πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά.

Στον πρόλογο του μυθιστορήματος ο Ουγκώ αναφέρεται στην επιγραφή που «ανακάλυψε» κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Ήταν η λέξη «ΑΝΑΓΚΗ», χαραγμένη με κεφαλαία ελληνικά γράμματα σε μια σκοτεινή γωνιά της εκκλησίας. «Ο άνθρωπος που χάραξε τη λέξη, έσβησε εδώ και πολλούς αιώνες» σημειώνει. «Ο λόγος για τον οποίο τη χάραξε, έσβησε και αυτός κι ίσως σε λίγο να σβήσει και η ίδια η εκκλησία από τη γη. Πάνω σε τούτη τη λέξη χτίστηκε το βιβλίο». 

Η καταστροφή, την οποία σοκαρισμένοι παρακολουθήσαμε, θα γίνει ένα ακόμα κεφάλαιο στο μεγάλο εν εξελίξει μυθιστόρημα του πολιτισμού μας.

Αυτή η ασαφής ανάγκη η οποία ώθησε έναν άνθρωπο να επινοήσει μια ιστορία και έναν λαό να ντύσει με νέο νόημα ένα παλιό κτίσμα, δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Αργά ή γρήγορα, λοιπόν, θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη ώστε η Notre Dame να αποκατασταθεί και να συνεχίσει να επιτελεί τον σκοπό που κάποια στιγμή της ανατέθηκε. Και η καταστροφή, την οποία σοκαρισμένοι παρακολουθήσαμε, θα γίνει ένα ακόμα κεφάλαιο στο μεγάλο εν εξελίξει μυθιστόρημα του πολιτισμού μας.