Πολιτικη & Οικονομια

Παυλόπουλος: Διχόνοιες δεν θα συγχωρέσει το δικαστήριο της ιστορίας

Δηλώσεις του προέδρου της Δημοκρατίας από την Κόνιτσα

Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σαφή μηνύματα προς κάθε κατεύθυνση, να σεβαστούν το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τις Συνθήκες, έστειλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος κατά την αντιφώνηση του στο επίσημο γεύμα, που παρέθεσε προς τιμήν του ο δήμαρχος της Κόνιτσας Ανδρέας Παπασπύρου.

Ο κ. Παυλόπουλος υπενθύμισε τα γεγονότα «της εμβληματικής επετείου» και ανέδειξε τα μηνύματα, «τα οποία εμείς, οι Έλληνες, οφείλουμε, ως Λαός και ως Έθνος, να συναγάγουμε από εκείνη την ιστορική περίοδο».

«Στις 24 Φεβρουαρίου του 1913, ο Ένδοξος Ελληνικός Στρατός μπήκε στην Ηρωική Κόνιτσα και την απελευθέρωσε. Και ως την 1η Μαρτίου 1913, κατά την διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου, ο Στρατός μας είχε απαλλάξει την Ήπειρο εν γένει από τον τουρκικό ζυγό. Η εξέλιξη αυτή, αν την διεξέλθει κανείς δίχως να εμβαθύνει στα ιστορικά δεδομένα της εποχής, φαίνεται να διαμορφώθηκε δίχως ιδιαίτερες δυσχέρειες», τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Και συνέχισε: «Επειδή όμως κάθε τέτοια θεώρηση των ιστορικών δεδομένων όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα αλλά, επιπλέον, εγκυμονεί κινδύνους ως προς τα διδάγματα, τα οποία οφείλουμε ν' αντλήσουμε από την Ιστορία, θεωρώ χρέος μου να επισημάνω ότι τα όσα επέτυχε η Ελλάδα και ο Ελληνικός Στρατός κατά την διάρκεια των δύο Βαλκανικών Πολέμων οφείλονται, εν πολλοίς, και στα εξής:

Α. Πρώτον, την εποχή εκείνη η Χώρα μας, μέσω των Ηγετικών φυσιογνωμιών που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησής της -και μάλιστα υπό εξαιρετικά κρίσιμες συνθήκες- διέθετε ολοκληρωμένη στρατηγική και ως προς τους Εθνικούς μας Στόχους αλλά και ως προς τις συμμαχίες, μέσω των οποίων επιδιώξαμε την επίτευξη των Στόχων αυτών. Τούτο, άλλωστε, καταδείχθηκε στην συνέχεια, κατ' εξοχήν δε στο πεδίο της, υποδειγματικής κυριολεκτικώς με "αρχιτέκτονα" τον Ελευθέριο Βενιζέλο, πολιτικής που ακολουθήσαμε κατά την διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.

Β. Δεύτερον, η χάραξη και εφαρμογή της στρατηγικής -και της εντεύθεν πολιτικής-στην οποία αναφέρθηκα, ολοκληρώθηκαν υπό συνθήκες αρραγούς ενότητας. Τότε λοιπόν αποδείξαμε, ως Λαός και ως Έθνος, αυτό το οποίο πρέπει να καθοδηγεί τα βήματά μας, πρωτίστως όταν βιώνουμε χαλεπούς καιρούς και κρίσιμες περιστάσεις: Ό,τι μεγάλο και σημαντικό εμείς, οι Έλληνες, το επιτύχαμε όταν είμαστε ενωμένοι. Και, όλως αντιθέτως, η διχόνοια και ο διχασμός μας οδήγησαν σε πραγματικές τραγωδίες, οι οποίες κόστισαν ακόμη και τμήματα του Εθνικού μας Κορμού».

«Υπό τα δεδομένα αυτά από εδώ, από την Ιστορική Κόνιτσα, στέλνουμε προς κάθε κατεύθυνση, κυρίως δε προς τους Γείτονές μας, τ' ακόλουθα μηνύματα ως προς τα Εθνικά μας Θέματα -άρα τα Εθνικά μας Δίκαια- με την πρόσθετη διευκρίνηση ότι η υπεράσπισή τους θεμελιώνεται, με αδιάσειστα τεκμήρια, όχι μόνον στο Διεθνές αλλά και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αφού είναι, προφανώς, και Ευρωπαϊκά Θέματα», τόνισε ο κ. Παυλόπουλος και ανάπτυξε τα Θέματα ένα προς ένα:

- Ως προς το Κυπριακό -και με την αυτονόητη βεβαίως διευκρίνιση ότι αποτελεί διεθνές και, κυρίως, ευρωπαϊκό ζήτημα- επιδιώκουμε, το συντομότερο δυνατό, την δίκαιη και βιώσιμη λύση του. Όμως η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι νοητή με περιορισμένη κυριαρχία, την οποία συνεπάγονται στρατεύματα κατοχής και αναχρονιστικές εγγυήσεις τρίτων. Τούτο, είναι αντίθετο προς κάθε έννοια Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου.

- Ως προς τις Eλληνοτουρκικές σχέσεις, επιδιώκουμε σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας και ευνοούμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Αυτό όμως, προϋποθέτει εκ μέρους της Τουρκίας, ειλικρινή σεβασμό του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθώς και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είναι και το πρόγραμμα «NATURA 2000». Άρα και οι διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης και της Συνθήκης των Παρισίων του 1947,οι οποίες είναι απολύτως σαφείς και πλήρεις και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για γκρίζες ζώνες, πρέπει να γίνονται πλήρως σεβαστές απ' όλους. Πολλώ δε μάλλον, όταν η αμφισβήτησή τους οδηγεί σε αμφισβήτηση των συνόρων, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ιδίως ως προς την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, η Τουρκία οφείλει να σέβεται το Δίκαιο της Θάλασσας, οι διατάξεις του οποίου την δεσμεύουν και με την μορφή γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

- Ως προς την τέως ΠΓΔΜ, Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας πλέον, ευνοούμε και την ευρωπαϊκή της προοπτική. Όμως, η προοπτική αυτή προϋποθέτει, εκ μέρους της, τον πλήρη και ειλικρινή σεβασμό του συνόλου του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, άρα του συνόλου του Διεθνούς Δικαίου, κατ' εξοχήν δε, της Συνθήκης των Πρεσπών. Η Συνθήκη, πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται, κατά το γράμμα της και το πνεύμα της, με τρόπο που δεν αφήνει ούτε ίχνος αλυτρωτισμού. Κατά συνέπεια, οιαδήποτε αντίθετη τακτική θα εμποδίζει, αυτονοήτως, την ευρωπαϊκή ενταξιακή πρόοδο της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας.

- Ως προς την γείτονα Αλβανία, η Ελλάδα δεν αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή της προοπτική. Πλην όμως, μια τέτοια προοπτική, έχει ως αυτονόητη προϋπόθεση τον πλήρη και ειλικρινή σεβασμό του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, άρα τον σεβασμό όλων των θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, συμπεριφορές όπως αυτές έναντι της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, οι οποίες υποτιμούν βάναυσα την αξία της ανθρώπινης ζωής ή προσβάλλουν απροκαλύπτως θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, όπως επίσης συμπεριφορές στήριξης παντελώς ανυπόστατων δήθεν περιουσιακών δικαιωμάτων των αδίστακτων εγκληματιών συνεργατών των ναζί τσάμηδων, συνιστούν ανυπέρβλητο εμπόδιο για την απρόσκοπτη ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε: «Αυτά τα Εθνικά μας Θέματα οφείλουμε, όπως τόνισα προηγουμένως, να υπερασπισθούμε δίχως καμία έκπτωση και υπό όρους αρραγούς ενότητας. Θα επαναλάβω δε, για πολλοστή φορά, ότι το Δικαστήριο της Ιστορίας δεν πρόκειται να μας συγχωρήσει άλλες διχόνοιες και άλλους διχασμούς. Από εδώ λοιπόν, από την Ιστορική Κόνιτσα, εκπέμπουμε, "urbi et orbi", το μήνυμα ότι ενωμένοι στα μεγάλα και τα σημαντικά θα υπερασπισθούμε, στο ακέραιο, την Πατρίδα μας και τα ζωτικά συμφέροντα του Λαού μας και του Έθνους μας».