Πολιτικη & Οικονομια

Συμφωνία κυβέρνησης - τραπεζών για το νέο πλαίσιο α΄ κατοικίας

Θα πρέπει να λάβει την τελική έγκριση των θεσμών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σε συμφωνία που θα πρέπει να λάβει την τελική έγκριση των θεσμών και δη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατέληξαν χθες κυβέρνηση και τράπεζες σε ό,τι αφορά το θέμα της προστασίας της πρώτης κατοικίας.  Στη συνάντηση συμμετείχαν οι CEOs των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ο πρόεδρος της ΕΕΤ, ο υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης και ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος. Το νομοσχέδιο θα είναι έτοιμο πιθανότατα και αύριο, προκειμένου να κατατεθεί στις αρχές της εβδομάδας στη Βουλή. Η συμφωνία είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού καθώς οι δύο πλευρές μετακινήθηκαν από τις κόκκινες γραμμές που είχαν θέσει, κάνοντας αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ευγενίας Τζώρτζη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, οι βασικότερες από αυτές είναι:

• Οι τράπεζες αποδέχθηκαν να μη μεταφερθούν υποχρεωτικά στην πλατφόρμα που θα δημιουργηθεί στην Ειδική Γραμματεία Ιδιωτικού Χρέους όσοι έχουν ήδη κάνει αίτηση να ενταχθούν στον νόμο Κατσέλη.

Εξασφάλισαν ωστόσο τη δυνατότητα να ελέγξουν τις περιπτώσεις αυτές και το κατά πόσον πληρούν τα κριτήρια για να διεκδικήσουν τη δικαστική προστασία, και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν τη δικαιούνται, να μπορούν να κάνουν αναστολή της προσωρινής προστασίας που έχει δοθεί στον οφειλέτη. Ο έλεγχος αυτός θα γίνει ηλεκτρονικά μέσω της ΑΑΔΕ και ως εργαλείο θα χρησιμοποιηθεί η άρση του απορρήτου που έχει θεσμοθετηθεί και ισχύει ήδη για όσους έχουν ήδη κάνει αίτηση να ενταχθούν στον νόμο Κατσέλη.

• Η χρονική διάρκεια της ρύθμισης για την προστασία της πρώτης κατοικίας θα είναι ένα έτος.

• Η πρόβλεψη –που θα περιληφθεί στον νόμο– για συνολική αναμόρφωση του νόμου Κατσέλη, έτσι ώστε σε βάθος χρόνου η δυνατότητα ρύθμισης των χρεών που έχουν τα φυσικά πρόσωπα να γίνεται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που θα δημιουργηθεί στην Ειδική Γραμματεία Ιδιωτικού Χρέους. Η πλατφόρμα σταδιακά θα αναβαθμιστεί κατά το πρότυπο της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού.

Ως αντιστάθμισμα, οι τράπεζες ζήτησαν και η κυβέρνηση θα εξετάσει:

• Να μπει φραγμός σε όσους κάνουν αίτηση να μπουν στον νόμο Κατσέλη λίγο πριν από τον πλειστηριασμό του ακινήτου τους. Πρόκειται για μια πρακτική των στρατηγικών κακοπληρωτών, προκειμένου να ανακόψουν τον πλειστηριασμό.

• Να απαγορευθεί η δυνατότητα διόρθωσης της τιμής πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό ενός ακινήτου, εάν ο οφειλέτης δεν προσκομίσει έκθεση ανεξάρτητου εκτιμητή που να πιστοποιεί την αναμόρφωση της τιμής. Η αμφισβήτηση της τιμής πρώτης προσφοράς με απλή δήλωση του οφειλέτη αποτελεί επίσης μια πρακτική των στρατηγικών, προκειμένου να αυξήσουν την τιμή εκκίνησης του ακινήτου τους και να αποτρέψουν τον επιτυχή πλειστηριασμό του.

Τα υπόλοιπα βασικά σημεία της συμφωνίας δεν έχουν μεταβληθεί και προβλέπουν ότι η δυνατότητα προστασίας της πρώτης κατοικίας θα δίδεται για όσους:

1. Εχουν στις 31 Δεκεμβρίου 2018 ληξιπρόθεσμες οφειλές από ενυπόθηκο δάνειο.

2. Το ύψος των δανείων, δηλαδή το υπόλοιπο της οφειλής, όπως διαμορφώνεται μαζί με τους τόκους, δεν ξεπερνάει τις 130.000 ευρώ.

3. Η αξία της πρώτης κατοικίας δεν ξεπερνάει τις 250.000 ευρώ.

4. Οι καταθέσεις που έχει ο οφειλέτης δεν είναι πάνω από το 50% της οφειλής του.

5. Το σύνολο της ακίνητης περιουσίας που διαθέτει δεν υπερβαίνει το 200% της οφειλής του.

6. Το εισόδημά του δεν ξεπερνάει τις 12.500 ευρώ, όταν πρόκειται για μονομελή οικογένεια, και τις 21.000 ευρώ όταν πρόκειται για ζευγάρι, όριο που προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, έως τρία.

Εφόσον κάποιος συγκεντρώνει τα παραπάνω κριτήρια επιλεξιμότητας, θα μπορεί να προστατεύσει την πρώτη του κατοικία και να ρυθμίσει την οφειλή του με συγκεκριμένους όρους.

• Δυνατότητα αποπληρωμής της οφειλής σε διάστημα έως και 25 χρόνια.

• Ρύθμιση του δανείου με καθορισμένο επιτόκιο, δηλαδή euribor + 2%.

• Πιθανό «κούρεμα» της οφειλής με βάση τραπεζικά κριτήρια και εφόσον το υπόλοιπο του δανείου υπερβαίνει το 120% της εμπορικής αξίας του ακινήτου.

• Επιδότηση από το κράτος εφόσον το εισόδημα του δανειολήπτη δεν επαρκεί για την κάλυψη της δόσης του δανείου, όπως αυτή θα προκύψει μετά τη ρύθμιση.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ