Πολιτικη & Οικονομια

Πολιτική Βία

Βασίλης Καπετανγιάννης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η άγρια και κατά τα φαινόμενα προμελετημένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζιστές της Χ.Α. έφερε ξανά στο προσκήνιο της δημόσιας θέας και συζήτησης το θέμα της ωμής και εγκληματικής πολιτικής βίας, που στις διάφορες εκδοχές της, ακρο-δεξιές ή ακρο-αριστερές, εξακολουθεί να ταλανίζει τη χώρα μετά την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 και την εγκαθίδρυση του πληρέστερου και μακροβιότερου δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος που γνώρισε η Ελλάδα στη νεότερη ιστορία της.

Η ποινική δίωξη και παραδειγματική τιμωρία εγκληματικών οργανώσεων και φυσικών και ηθικών αυτουργών εγκληματικών πράξεων υπό πολιτικό μανδύα αποτελεί μεν αναγκαία ου μην αλλά μη ικανή συνθήκη για την αντιμετώπιση του φαινομένου που κατατρώγει τα σωθικά του πολιτεύματος. Η στρατηγική αντιμετώπισής του οφείλει να είναι κατ’ εξοχήν πολιτική και ιδεολογική-πολιτισμική για να αφαιρεθούν τα προσχήματα, να συρρικνωθεί η μαζική βάση κοινωνικής ανοχής και επικρότησης της βίας και να ανατραπεί η κουλτούρα της βίας, ως διαβρωτικό υποκατάστατο μιας ώριμης και δημοκρατικής κοινωνίας πολιτών που έχουν αποδεχθεί και εφαρμόζουν στην πράξη και συμπεριφορά τους βασικούς κανόνες πολιτικής συμβίωσης και αντιπαλότητας σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Στο πλαίσιο όλων των δύσκολων αλλά καίριας πολιτικής σημασίας θεμάτων που αναδύθηκαν έστω και καθυστερημένα στο δημόσιο χώρο με αφορμή την εγκληματική δράση της Χ.Α. το βιβλίο «Η Πολιτική Βία στην Ελληνική Κοινωνία» του Δημήτρη Ψυχογιού που εκδόθηκε τον περασμένο Ιούνιο (Εκδ. ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2013, σελ. 266) είναι εξαιρετικά επίκαιρο διότι πραγματεύεται, με τη νόμιμη φιλοδοξία του «ουδέτερου ακαδημαϊκού παρατηρητή», δύσκολα ερωτήματα για να ερμηνεύσει το φαινόμενο του «ελληνικού εξαιρετισμού» (ενός μεταξύ άλλων πολλών), ήτοι τα επίπεδα πολιτικής βίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα στην περίοδο της Μεταπολίτευσης. «Πουθενά στην Ευρώπη», σημειώνει ο συγγραφέας, «δεν υπάρχει τόσο μακρά και συνεχής παράδοση συνεχούς ένοπλής δράσης από οργανώσεις της άκρας Αριστεράς» και φυσικά τέτοιας απήχησης μιας νεοναζιστικής οργάνωσης ακόμη και μετά τον καταιγισμό αποκαλύψεων για την εγκληματική της δράση.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο και εκτενέστερο αποτελεί ένα συμπαγές, παρά ορισμένες προσωπικές και άλλες παρεμβολές, πολιτικό δοκίμιο με επίκεντρο την ελληνική κουλτούρα της βίας. Διαπραγματεύεται το θέμα ως «αυτόνομο πολιτικό φαινόμενο» και ορθώς δεν αποδέχεται τις διάφορες προσχηματικές θεωρίες κοινωνιολογικού αναγωγισμού που όλες ανεξαιρέτως δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να δικαιολογούν την πολιτική βία («δίκαια οργή», «δικαιολογημένη αντίδραση» και τα συναφή) με βάση τις «κοινωνικές συνθήκες». Γιατί το φαινόμενο της αριστερής τρομοκρατίας δεν είχε τέτοια διάρκεια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γιατί διατηρήθηκε σε συνθήκες μάλιστα σχετικής ευημερίας και γιατί στις σημερινές, πράγματι δύσκολες και αποσυνθετικές του κοινωνικού ιστού συνθήκες, φαινόμενα πολιτικής βίας και ναζιστικής πολιτικής συμπεριφοράς δεν ευδοκιμούν σε άλλες χώρες που διέρχονται βαθειά οικονομική κρίση, τουλάχιστον στην έκταση που διαπιστώνεται στη χώρα μας; Με λίγα λόγια, γιατί η ελληνική πολιτική σκηνή μαστίζεται από ενδημική βία; Γιατί η κοινή γνώμη δεν αντιδρά, γιατί ανέχεται τα φαινόμενα αυτά που υποσκάπτουν το πολίτευμα και τον πολιτισμένο τρόπο ζωής, γιατί δεν έχουμε δει ποτέ κάποια μαζική, πολιτικά ενιαία και μαζική εκδήλωση-διαδήλωση κατά της βίας; Γιατί, τελικά, η «ζήτηση εξτρεμισμού» είναι τόσο μεγάλη στη χώρα μας.

Την απάντηση ο συγγραφέας αναζητεί στο ιστορικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό χώρο, στην ελλιπή και ανάπηρη πολιτική αγωγή και πολιτική κουλτούρα μας, στην «ηρωική» ερμηνεία της ιστορίας μας, την «αγωνιστική ερμηνευτική» τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Θα υποστήριζα ότι ο στόχος των δύο άκρων είναι κοινός, δηλαδή η άλωση της εξουσίας και τα βίαια μέσα κοινά, αποδεκτά. Η διαφοροποίηση στους εγκεφάλους των δραστών, σε οπαδούς, πολιτικούς φορείς κτλ γίνεται με βάση τον «σκοπό», όπου το Απόλυτο Καλό είναι ο δράστης και το Απόλυτο Κακό το «σύστημα» ή ο αντίπαλός του. «Πρέπει επειγόντως να αποδομήσουμε τη βάρβαρη αγωνιστική εθνική κουλτούρα», συμπεραίνει ο Ψυχογιός.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από επιλογή άρθρων που ο συγγραφέας δημοσίευσε στην εφημερίδα «Το Βήμα» και αφορούν βασικά στην περίοδο 2001-2003, αρθρογραφία που έχει ως αφορμή γεγονότα που σχετίζονται με την πολιτική βία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και που στόχος της είναι, κατά τον συγγραφέα, να αναδείξει πως τα σημερινά προβλήματά μας έχουν «βαθιές ρίζες». Η πρόσφατη αρθρογραφία του συγγραφέα σχετικά με τη Χ.Α. έρχεται προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του βιβλίου.

Σε ιδιαίτερο Κεφάλαιο («Η Απειλή της Χρυσής Αυγής») ο συγγραφέας αναλύει το φαινόμενο υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων: «η βία που ασκεί η άκρα Δεξιά δηλώνεται ως βία υπέρ του νόμου και της τάξης, η βία που ασκεί η άκρα Αριστερά και η διάχυτη βία δηλώνονται ως βία ενάντια στο νόμο και στην τάξη» (έμφαση του συγγραφέα, σελ.107). «Θα είναι περίεργο», διερωτάται ο ίδιος, «αν διαπιστώσουμε ότι οι Χρυσαυγίτες φτιάχνουν οργανώσεις μέσα στην αστυνομία ή και τον στρατό;». Αν η διερώτηση δεν αποτελούσε συνέπεια της ανάλυσής του θα έλεγα ότι πρόκειται για «προφητική» συναγωγή.

Η ιδεολογική-πολιτισμική συνιστώσα, χωρίς να παραγνωρίζονται οι συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, αποτελεί ουσιαστικό και εργαλείο ανάλυσης της πολιτικής βίας και καθοριστικό παράγοντα της σημερινής μας κατάστασης. Αποτελεί το θερμοκήπιο της νόσου. Επισημαίνεται εμφατικά και από τον Πάσχο Μανδραβέλη (Βλ. «Η ιδεολογική συνιστώσα της βίας» στο συλλογικό έργο των Ξένιας Κουνελάκη, Μιχάλη Μητσού, Τζίνας Μοσχολιού και Τάσου Παππά «Η Βία» (Εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα, 2012), ο οποίος μάλιστα ευλόγως υποστηρίζει ότι η Ακροδεξιά ταυτίζεται με την Αριστερά (κι όχι μόνο με την Ακρο-αριστερά) στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν και οι δυο για να δικαιολογήσουν τη βία. (σελ. 89).

Με την ίδια λογική ο Ψυχογιός υποστηρίζει ότι η συζήτηση περί των δύο άκρων δεν είναι λάθος, διότι τα δύο άκρα υπάρχουν. Θα έλεγα δε ότι όχι μόνο ότι υπάρχουν τόσο στην κινηματική τους μορφή όσο και στην ιστορική ολοκληρωτική καθεστωτική έκφραση του φαιού και του κόκκινου αλλά και στην ιδεολογική και θεωρητική τους θεμελίωση. Το Πάνθεον της «επαναστατικής βίας» κάθε απόχρωσης είναι πλούσιο μέχρι και τον γνωστό νεοσταλινικό εκπρόσωπο του μετανεωτερικού πολιτικού χυλού Ζίζεκ με τη «θεία» και «αντικειμενική» βία του. Το άκρο, βέβαια, της βίας είναι ένα και μοναδικό. Η βία παραμένει έγκλημα με ή χωρίς ελαφρυντικά η δε επίκληση «πολιτικού κινήτρου» (υποτίθεται υψηλού ηθικού επιπέδου σε σχέση με άλλα διότι ασκείται στο όνομα του «λαού» και «ιδεών») δεν είναι παρά μια βολική δορά για την «καθαγίαση» της εγκληματικής πράξης.

Βρίθουν, λοιπόν, οι πρόδρομοι από τους οποίους απερίσκεπτα και δογματικά αντλούν σήμερα πολιτικές δυνάμεις στις Ελλάδα, που όχι μόνο τράφηκαν και αναπτύχτηκαν από το κύμα βίας αλλά και το οποίο συντηρούν με εμπρηστική ρητορεία διχασμού και μίσους, ανοχή, διφορούμενες τοποθετήσεις και επικίνδυνη πολιτική ανευθυνότητα. Κι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι στην πραγματικότητα, εκτός από τη φασιστική Δεξιά και διάφορες ακρο-δεξιές εκδοχές της, ακόμη και σήμερα σημαντικό μέρος της ελληνικής «Αριστεράς» δεν έχει στην ουσία αποδεχθεί τους θεσμούς και τους κανόνες της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και κατά συνέπεια της είναι δύσκολο, λόγω ιδεολογικής και πολιτικής καταγωγής, να λειτουργήσει εντός του «συστήματος». Της είναι πιο εύκολο να προσφεύγει σε «χρήσιμους μύθους» και «ιστορικές αναλύσεις» και αναφορές. Εθελοτυφλεί είτε αρνούμενη τον χαρακτήρα της πολιτικής ως δραστηριότητα ελεύθερων υποκειμένων, ατομικών ή συλλογικών, στο πλαίσιο κράτους δικαίου και νομιμοποιημένου κρατικού μονοπωλίου της βίας και ως σύστημα κανόνων που αποσκοπούν στην ελεύθερη συμβίωση και συμφιλίωση διαφορετικών συμφερόντων (η δημοκρατία ως «δικτατορία των μονοπωλίων» και τα συναφή) είτε υπονομεύοντας θεσμούς και λειτουργίες με στάσεις και δράσεις που στην ουσία τροφοδοτούν το δεξιό άκρο. Φυσικά, μια τέτοια Αριστερά που θυμίζει περισσότερο Μεσοπόλεμο παρά 21ο αιώνα, εφόσον, μεταξύ άλλων φαντασιοπληξιών και ψευδεσθήσεων, πιστεύει, από τον Μίκη μέχρι την ΟΛΜΕ, ότι η εξουσία είναι στους «δρόμους».

Ο Δημήτρης Ψυχογιός, επιχειρηματολογώντας κατά της πολιτικής βίας πατά σε στέρεο ηθικό έδαφος, διότι ο ίδιος, όπως και αρκετοί άλλοι, υπήρξε βομβιστής κατά τη διάρκεια της χούντας. Διότι, σε περιπτώσεις τυραννικών καθεστώτων η δυναμική δράση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά της, περιβάλλεται εξ ορισμού με την ηθική της πολιτικής ευθύνης και ελευθερίας, εφόσον όλοι οι δρόμοι ελεύθερης πολιτικής δράσης και έκφρασης είναι ερμητικά κλειστοί. Αλλά σε καθεστώς φιλελεύθερης δημοκρατίας το ηθικό αυτό πλεονέκτημα εξ ορισμού ακυρώνεται. Ορισμένοι με γκρίζες αλογοουρές και δυστυχώς νεότεροί τους δε φαίνεται να το έχουν συνειδητοποιήσει ή αποδεχθεί ψαρεύοντας στα θολά νερά της ιδεολογικής και αξιακής σύγχυσης, απότοκο της κρίσης και της εμφανούς έλλειψης ενάρετης πολιτικής παιδείας, κουλτούρας και αρετής. Τελικά, ό, τι σπέρνεις θερίζεις. Τα δημοκρατικά πολιτεύματα δεν είναι ούτε αγγελικά ούτε τέλεια και προ πάντων δεν είναι αιώνια, διότι εξαρτώνται πάντα από τις αξίες και τη δράση των πολιτών τους.


To βιβλίο του Δημήτρη Ψυχογιού θα παρουσιαστεί στο κοινό την Τρίτη, 15 Οκτωβρίου στις 19.30 στο Μέγαρο Υπατία (Ηπείρου 2 και Πατησίων), έναντι Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.