Πολιτικη & Οικονομια

Ν. Μπίστης - Κριτική στη Φώφη έπαινοι στον ΣΥΡΙΖΑ

Σε άρθρο του με τίτλο «Τα αδιέξοδα στο Κίνημα Αλλαγής και τι μπορεί να γίνει τώρα»

Newsroom
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σκληρή κριτική για τις επιλογές του ΚΙΝΑΛ από το καλοκαίρι, ασκεί ο Νίκος Μπίστης, σε άρθρο του με τίτλο «Τα αδιέξοδα στο Κίνημα Αλλαγής και τι μπορεί να γίνει τώρα».

«Κάποιοι είχαμε έγκαιρα προειδοποιήσει οτι η αλλαγή γραμμής που πραγματοποιήθηκε ξαφνικά μεσοκαλόκαιρο -με την προσχώρηση στο νεοδημοκρατικό αίτημα για «εκλογές τώρα» παράλληλα με την απορριπτική στάση στη Συμφωνία για το Μακεδονικό- είναι αυτοκτονική και θα πληρωθεί πανάκριβα.

Το ΚΙΝΑΛ μέχρι την αλλαγή γραμμής, την απίσχναση του μετώπου προς την ΝΔ και τον μονομέτωπο απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ προχωρούσε καλά. Είχε επιτευχθεί σημαντική συσπείρωση, είχαν προσέλθει 210.000 πολίτες στην εκλογή της Προέδρου και οι μετρήσεις είχαν ανοδική τάση σταθερά πάνω από το 10%. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της προσήλωσης σε μια γραμμή αυτονομίας που συνδύαζε την ισορροπημένη κριτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση με τη φιλοδοξία για την ανάδειξη ενός σύγχρονου προγραμματικού λόγου.

Όλοι ξέραμε τις δυσκολίες του εγχειρήματος αλλά όλα έδειχναν ότι μπορούσαμε να τα καταφέρουμε. Και η παρουσία της Φώφης Γεννηματά ήταν καθοριστική. Το λέω αυτό γιατί διαβλέπω ότι τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν θα αρχίσει η κριτική για "την Φώφη που δεν τραβάει". Ήδη κάποιοι παντελώς σιωπηλοί και "επιδέξια" αμέτοχοι στα θέματα πολιτικής γραμμής, έχουν από τώρα τον νου τους στην επόμενη ημέρα και βάζουν τον πήχη των εκλογών πολύ ψηλά εν γνώσει τους για το απραγματοποίητο πλέον του πράγματος. Τους διαφεύγει ότι, αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, ουδείς θα ασχοληθεί μαζί τους και με τον καημό τους για την επόμενη ημέρα. Η Φώφη, λοιπόν, όσο η πολιτική γραμμή τραβούσε, τραβούσε και αυτή. Προφανώς έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για την αλλαγή της γραμμής αλλά σημαντική ευθύνη έχουν επίσης και όσοι ενώ κατ’ ιδίαν έλεγαν ότι διαφωνούσαν, σιώπησαν ή μουρμούριζαν στους διαδρόμους.

Το πρώτο, λοιπόν, στο οποίο πρέπει να συμφωνήσουμε είναι ότι έγινε αλλαγή γραμμής και ότι αυτή δεν αποδίδει. Όλα τα άλλα -μεταξύ των οποίων και η αποχώρηση του Σταύρου Θεοδωράκη- είναι δευτερεύοντα και τοποθετούνται χρονικά μετά την έναρξη της κάμψης του ΚΙΝΑΛ. Θέμα πολιτικής γραμμής υπάρχει και όχι τίτλου του πολιτικού υποκειμένου. Γι' αυτό περνάει χωρίς να ακουμπήσει, χωρίς να παράγει πολιτικό αποτέλεσμα η παλιοημερολογήτικη νοσταλγία για επιστροφή στο παλιό καλό ΠΑΣΟΚ, επιστροφή που υποτίθεται ότι αυτομάτως και από μόνη της θα σημάνει επιστροφή ανθρώπων και υψηλών ποσοστών. Για τους λίγους που από κομματικό πατριωτισμό αρνούνται το προφανές της στροφής, να θυμίσουμε ότι μια εβδομάδα πριν την αιφνίδια διατύπωση του αιτήματος για «εκλογές τώρα» το ΚΙΝΑΛ είχε εκφράσει τη βούλησή του για συμμετοχή στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση που προωθούσε η κυβέρνηση. Τι μύγα μας τσίμπησε και σε μια βδομάδα προσχωρήσαμε στο αίτημα της ΝΔ για εκλογές (υπερακοντίζοντας μάλιστα με την προσθήκη του «τώρα») κάποτε θα το μάθουμε. Η ανακολουθία πάντως είναι κραυγαλέα και από μόνη της αποδεικτική της βίαιης στροφής.

Ακολούθησε η απόρριψη της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία πέραν των άλλων ενέτεινε τη δυσφορία στην πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκει το ΚΙΝΑΛ. Οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες πολύ λογικά στηρίζουν τη Συμφωνία και αδυνατούν να δικαιολογήσουν την στάση του ΚΙΝΑΛ. Το πασπάλισμα δε με δήθεν εθνικοανεξαρτησιακά ψήγματα του πρώιμου ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του '80 (δεν θα μας πουν αυτοί τι θα κάνουμε, εμείς ξέρουμε καλύτερα) πέραν του ότι ανέδειξε ένα πολιτικό επαρχιωτισμό, παραβλέπει ότι υπήρξε η περιοδος Σημίτη -με ΥΠΕΞ τον Γιώργο Παπανδρέου- όπου εφαρμόστηκε μια σύγχρονη εξωτερική πολιτική απολύτως συμβατή με την υπό κρίση Συμφωνία. Αλλά και τις διαθέσεις της κοινής γνώμης διαβάσαμε λάθος ενώ αγνοήσαμε πλήρως τη δυναμική των πραγμάτων η οποία φαίνεται τώρα πεντακάθαρα με την παταγώδη αποτυχία του συλλαλητηρίου των «Μακεδονομάχων» στη ΔΕΘ. Θα ενισχυθεί δε περαιτέρω μετά την αναμενόμενη επιτυχία του Ζάεφ στο δημοψήφισμα. Αγνοήσαμε και παραδώσαμε αμαχητί στην επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ το 35% -με σταθερά αυξητική τάση- που επικροτεί τη Συμφωνία και πήγαμε τελευταίοι στην ουρά για να πάρουμε ό,τι περισσέψει από το υπόλοιπο -σε σταθερά φθίνουσα πορεία- ποσοστό. Τώρα οι αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει περίσσευμα. Και εδώ τεράστια ευθύνη έχουν διάφοροι σύμβουλοι σε θέματα εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής που δέχθηκαν να στραμπουλίξουν τις απόψεις τους αντί με θάρρος να αντιταχθούν στην εσφαλμένη πορεία.

Το τρίτο που καθορίζει τη μεγάλη εικόνα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το πρώτο εξάμηνο του 2015, αργά αλλά σταθερά, με αντιφάσεις, με μπρος πίσω κινείται στη σφαίρα της λογικής. Ο Τσίπρας στην Ευρώπη δεν είναι ο αποσυνάγωγος των αρχών του 2015 και στο εσωτερικό αντέχει όπως δεν άντεξε καμία κυβέρνηση που εφάρμοσε μνημόνια. Μπορεί και πρέπει να ασκηθεί κριτική για ουσιώδεις πλευρές της πολιτικής του, για τις μέχρι τώρα συμμαχίες του, για τις αγροίκες συμπεριφορές στελεχών και Υπουργών του. Αυτό όμως δεν αντιμετωπίζεται με την απολίτικη και αντιαισθητική κραυγή «Να φύγετε και να πάτε από εκεί που ήρθατε». Αυτη η πολεμική κραυγή συσπειρώνει τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ, αντικειμενικά, ενισχύει και τη ΝΔ. Γιατί ο πιο σύντομος δρόμος για να φύγουν και να πάνε εκεί που ήρθαν περνάει από την υπερψήφιση της ΝΔ. Τον μόνο που δεν βοηθάει είναι το ίδιο το ΚΙΝΑΛ, γιατί το αποκόβει από το αντιδεξιό ακροατήριο. Αυτό το ισχυρό στην Ελλάδα αντιδεξιό φρόνημα δεν είναι όπως νομιζουν ορισμένοι ένα κατάλοιπο - ρετρό παλαιών εποχών. Τροφοδοτείται τόσο από τις ανησυχητικές εξελίξεις στην Ευρώπη, όσο και από την ισχυρή παρουσία στην ΝΔ των φορέων ακραίων αντιαριστερών αντιλήψεων (βλέπε άρθρα μου «Ο κ. Βορίδης, η ΝΔ και εμείς»). Πρόκειται για ένα σύγχρονο αντιδεξιό ρεύμα το οποίο στις δεδομένες συνθήκες πόλωσης και λόγω της εσφαλμένης πολιτικής του ΚΙΝΑΛ αναγκαστικά ακουμπάει στον ΣΥΡΙΖΑ και τον ενισχύει.

Τα πράγματα επιδεινώνονται για δύο επιπλέον λόγους. Η προσχώρηση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ στην αντίληψη «Στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει να φύγουν και να πάνε από εκεί που ήρθαν» προϋποθέτει ως περίπου βέβαιο γεγονός την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ και της ΝΔ και βεβαίως ο ΣΚΑΙ θεωρούσαν δεδομένο ότι μετά το δύσκολο καλοκαίρι που πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ (αντιδράσεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών, τραγωδία στο Μάτι) αν δεν κατέρρεε θα είχε τουλάχιστον σημαντικές απώλειες. Αυτό δεν προκύπτει. Αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ -όπως και ο δικομματισμός- ενισχύεται, η δε πολιτική ατζέντα από τώρα έως τον Μάιο είναι μάλλον ευνοϊκή για τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα αποφύγει τελικά τον σκόπελο της μείωσης των συντάξεων. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική που βασίστηκε στη σίγουρη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ διαψεύσθηκε πανηγυρικά.

Και ενώ διαψεύσθηκε, μια ομάδα βουλευτών και στελεχών του ΚΙΝΑΛ που σηκώνουν και το βάρος της επικοινωνίας στα ΜΜΕ συνεχίζει με πείσμα στην αδιέξοδη γραμμή. Συμπτωματικά, είναι αυτοί που θα ήθελαν «εδώ και χτες» συνεργασία με τη ΝΔ.

Αυτά δε συμβαίνουν την ίδια ώρα που σε χώρες της ΕΕ σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, αριστεροί κάθε απόχρωσης, πράσινοι και άλλοι προσπαθούν με αμοιβαίες μετατοπίσεις να συμπτύξουν ένα προοδευτικό μέτωπο. Σε θέματα μάλιστα αντιμετώπισης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας η συμπαράταξη εκτείνεται στον φιλελεύθερο κεντροδεξιό χώρο. Απέναντι στην έντονη αυτή πολιτική κινητικότητα, το ΚΙΝΑΛ διακηρύσσει αυτάρεσκα ότι αυτό και μόνο είναι ο προοδευτικός πόλος και αρνείται να συζητήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τι μπορεί να γίνει τώρα; Σε κεντρικό επίπεδο τίποτε. Εδώ που έφτασαν τα πράγματα, για το ΚΙΝΑΛ ισχύει το μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Η συνέχιση στη γραμμή «Φύγετε» ενισχύει τον δικομματισμό, αλλαγή γραμμής αυτή την στιγμή σε αναζήτηση όρων συγκρότησης προοδευτικού πόλου δεν είναι εύκολο να γίνει. Ούτε πολιτικό προσωπικό, ούτε πολιτικός χρόνος υπάρχει ενώ έχουν καταρρευσει με αμοιβαία υπαιτιότητα οι γέφυρες επικοινωνίας και στοιχειώδους εμπιστοσύνης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μερτικό μεγάλο στη διαμόρφωση αυτού του πολιτικού και ψυχολογικού χάσματος. Διακηρύσσει μεν την ανάγκη συγκρότησης προοδευτικού μετώπου αλλά την ίδια στιγμή στοχοποιεί στελέχη και περιόδους του ΠΑΣΟΚ ενώ αφήνει στο απυρόβλητο την περίοδο Καραμανλή.

Το μόνο πρόσφορο πεδίο για την οικοδόμηση από τα κάτω, με ενθάρρυνση όμως από τα πάνω, μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης είναι αυτό των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών. Με υπόδειγμα τη συσπείρωση γύρω από τον Μπουτάρη, μπορούν να αναζητηθούν παρόμοιες υποψηφιότητες σε κρίσιμους δήμους και σε περιφέρειες. Πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα για την Αυτοδιοίκηση μια τέτοια πολιτική θα ξαναφέρει τους ανθρώπους κοντά και θα αποτελέσει το πρόπλασμα για τον αυριανό μεγάλο προοδευτικό πόλο σε εθνικό επίπεδο».