Πολιτικη & Οικονομια

Λαϊκισμός με σοσιαλδημοκρατικό προσωπείο

Ποτέ δεν υπήρξε ένα σοβαρό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα made in Greece

Ανδρέας Βασιλιάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν εμφανίστηκε, μεταπολιτευτικά, η σοσιαλδημοκρατία, made in Greece, π.χ. ο «τρίτος δρόμος προς το σοσιαλισμό», το λαϊκίστικο στοιχείο, π.χ. η μικροαστική κουτοπονηριά και το δήθεν, ήταν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά. Ήταν εκείνο που εξέπεμπαν διάφοροι χαρακτηριστικοί τύποι, κάτι το «ανάμεσα», το «μεταξύ». Κάτι που σε μπέρδευε και σ’ έκανε να μονολογείς: «τι είναι τώρα τούτοι»! Ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί, δηλαδή της κομμουνιστικής αριστεράς, «άρα; τι ακριβώς είναι;». Ένα ερώτημα στο οποίο ούτε και τα ίδια τα μέλη του τότε νεοπαγούς κόμματος (ΠΑΣΟΚ) μπορούσαν να απαντήσουν. Απαντούσαν, «μέσω Αντρέα»! Π.χ. ο Ανδρέας είπε αυτό, είπε τ’ άλλο. Ή αναφέροντας καινούργια «ήθη», π.χ. η νέα οργάνωση του κόμματος που διαφέρει από την πυραμοειδή των κομμουνιστικών κομμάτων, η κατάργηση του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», η νέα δομή των οργανώσεων βάσεις.

Ένα πράγμα πάντως ήταν σαφές, και σε καμία περίπτωση δεν ήταν ξεκάθαρα αρθρωμένο, ότι αυτός ο χώρος «ήθελε και επεδίωκε να εκπροσωπήσει τη σοσιαλδημοκρατία στον τόπο μας». Θα έλεγα μάλιστα ότι μάλλον υπήρχε μια «ντροπή» γι’ αυτό. Κάτι «δεν κάθονταν καλά». (Προφανώς και κάποιοι το ήθελαν, και μάλιστα πολύ σοβαροί πολιτικοί και προφανώς και κάποιοι αγωνίστηκαν «από τα μέσα γι’ αυτό»). Κάπως έτσι, το μέγεθος του ηγέτη διογκώνονταν και μαζί του και ο αριθμός των πιστών. Κάπως έτσι τα πολιτικά νοήματα, όπως σοσιαλδημοκρατία, π.χ., χανόντουσαν.

Παρενθετικά να επισημανθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία στον τόπο μας είχε μια «κουτσή» κομματική παρουσία (και ίσως αυτό να έχει κάποια σημασία) εκφραζόμενη κυρίως μέσα από συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, προεξέχοντος του Παπαναστασίου, προπολεμικά, και του Γ. Καρτάλη, μεταπολεμικά. Με άλλα λόγια η κάθε φορά προοδευτική και εκσυγχρονιστική αστική, μεσοαστική και μικροαστική τάξη, προπολεμικά και μεταπολεμικά, δεν κατάφερε ποτέ να δημιουργήσει ένα κόμμα που να την εκπροσωπεί. Είτε συμμαχούσε με τη δεξιά είτε με κάποιες δυνάμεις κεντροδεξιές, όπως π.χ. ο «Γέρος», οι οποίοι όμως ποτέ δεν ανέλαβαν την ευθύνη να δημιουργήσουν ένα σοβαρό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Το επιχείρησε, λοιπόν ο Ανδρέας και δημιούργησε το ’74 ένα κόμμα μέσα στο οποίο «συνωστίζονταν» μαοϊκοί και τροτσκιστές έως κρυφοχουντικοί και απολίτικοι. Όπου έννοιες και νοήματα, όπως «αυτοδιαχείριση» και «συνδιοίκηση», συγκρούονταν με το προσωποκεντρικό κατεστημένο μιας ηγεσίας, η οποία «διαιρούσε και βασίλευε», και φυσικά δεν είχε καμία απολύτως σχέση ούτε με την εκσυγχρονιστική μεσοαστική τάξη ούτε φυσικά με τη σοσιαλδημοκρατία. Είχε όμως αναπτύξει πολύ μεγάλη σχέση με τον λαϊκισμό και με το κάθε τι μικροαστικό και κιτς.

Μ’ εκείνο το κομμάτι της πολιτικής που παραπέμπει σε πολιτικούς μύθους, σε λόγια. Μ’ εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που γοητεύεται από τα «ανδραγαθήματα» του ηγέτη και έτσι του συγχωρεί κάθε «ατόπημα». Έτσι η διακυβέρνηση της χώρας μετατρέπεται σε μια σχέση πάθους, ηγέτη και κοινωνίας. Και φυσικά μια ηγεσία που κυβερνά με γοητεία και πυγμή δεν χάνει ποτέ. Κι έτσι κι έγινε. Το ’74, έγινε ’81 και το ’81, ’85 και ’89, κ.λπ., κ.λπ.. και όλα άλλαζαν κι ο λαϊκισμός θέριευε. Ήταν πια τρόπος ζωής. Αυτή ακόμα και σήμερα, γιορτάζεται η 3η Σεπτέμβρη και μνημονεύεται ο Ανδρέας, όπως ο Μάο! Έλεος! Ποια σοσιαλδημοκρατία; Δεν υπάρχει! Ακόμα και σήμερα δεν τολμούν ξεκάθαρα να το πουν, έχει αντικατασταθεί από τον όρο «κεντροαριστερά», γιατί λαϊκίζουν ασύστολα, περιμένοντας μπας «γυρίσουν οι πρώην». Τόσο τύφλωση και τόσος λαϊκισμός! Αυτό θα πει μικροαστική κουτοπονηριά, και καβάτζα!

Εάν κάποιες κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις μπορούν να δώσουν μια νέα ώθηση στην οικονομία της χώρας, αυτές βρίσκονται στο χώρο των προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών αστικών και μεσοαστικών στρωμάτων, τα οποία πάντα στήριζαν το χώρο μέσα στον οποίον εκκολάπτονταν οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις είτε στη χώρα μας είτε πανευρωπαϊκά. Σήμερα αυτά τα ίδια στρώματα σηκώνουν το βάρος των πολιτικών αδιεξόδων μιας λαϊκίστικης κυβέρνησης, περιμένοντας την εκδήλωση κάποιων μηνυμάτων, «πέραν της αρχής του λαϊκισμού».