Πολιτικη & Οικονομια

Πολιτική σαν πρωινάδικο

Εύκολα λόγια, εύκολα πανηγυράκια, εύκολες αυταπάτες

Λίνα Παπαδάκη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Και τώρα ετοιμάζουν γιορτές και πανηγύρια, στο Καστελόριζο, στην Πνύκα (εάν και εφόσον) και δεν ξέρω μέχρι τις 21 Αυγούστου πού αλλού. Ένα αμπαλάζ χαράς σαν πρωινάδικο. Πώς καθόμαστε και χαζεύουμε τα πρωινάδικα της ελαφρής διασκέδασης, των άσκοπων ξεφωνητών, του φτιαχτού γέλιου, της προσομοίωσης ευζωίας; Πώς αφηνόμαστε να παρασυρθούμε από το κατασκευασμένο κλίμα αμεριμνισίας, αισιοδοξίας και κεφιού που δημιουργούν τα φωτεινά μακιγιαρισμένα πρόσωπα, οι μουσικές, η αστρολογία, οι μαγειρικές και τα κοσμικά; Και καμιά φορά να ξεφεύγουμε και λίγο, σαν να ήταν ο ανάδρομος Ερμής ή η πέστροφα με φινόκιο τα πραγματικά προβλήματα της ζωής μας. Έτσι και οι φιέστες που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Στο Καστελόριζο, όπως τα πρωινάδικα που μετακομίζουν στα νησιά το καλοκαίρι.

Ένα κέλυφος επιτυχίας με την ελπίδα της ομαδικής αυθυποβολής. Εύκολα λόγια, εύκολα πανηγυράκια, εύκολες αυταπάτες. Ένας πρωθυπουργός με το ψεύτικο σαν πρωινάδικου χαμόγελο του πλαστού θριάμβου, που θα αραδιάζει μικρές νησίδες αλήθειας σαν να ήταν ολόκληρη, και θα κρύβει τη ζοφερή πραγματικότητα στα κομμάτια του παζλ που λείπουν. Κάτω από τα χειροκροτήματα και τις ιαχές των στελεχών, ακριβώς όπως τα νεαρά αγόρια και κορίτσια των σόου χτυπάνε παλαμάκια και τιτιβίζουν στις παύσεις της παρουσιάστριας. Μία διατεταγμένη χαρά, μία προγραμματισμένη ευφορία, ένα σχέδιο συλλογικού υπνωτισμού.

Όμως την αυταπάτη την έχουν οι ίδιοι και δεν ξέρω αν το συνειδητοποιούν. Είναι όπως κάποιος παρακολουθεί μηχανικά το πρωινάδικο γιατί ο λόγος που βρίσκεται σπίτι είναι ότι απολύθηκε. Μπορεί να απασχολεί το βλέμμα του η οθόνη, αλλά δεν είναι ικανή να τον κάνει συμμέτοχο - ίσως τον θυμώσει κιόλας τόση ελαφρότητα και αμεριμνησία. Πώς θα συμμετάσχει στο πλαστικό κέφι, όταν τον απασχολούν οι λογαριασμοί που δεν έχει να πληρώσει και το απειλητικό φάσμα του άνεργου μέλλοντος;

Πώς αλήθεια πιστεύουν στην κυβέρνηση ότι θα συμμετέχουν και στις φιέστες της οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι; Πώς τολμούν να στήνουν απατηλά πανηγυράκια -τάχα επιστροφής στην κανονικότητα- όταν υπάρχουν 600.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με 300 ευρώ; Γιατί πράγμα ακριβώς πανηγυρίζουν αυτοί που είναι υπεύθυνοι για το ότι εκατομμύρια απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα δίνουν στο κράτος τα δύο τρίτα του εισοδήματός τους; Πώς διανοούνται να καλέσουν στο beach party Καστελόριζου μια κοινωνία που οι ίδιοι έχουν καταδικάσει σε αιματηρή λιτότητα με τα θηριώδη πλεονάσματα για τα οποία υπερηφανεύονται και για εκείνα που έχουν υπογράψει για πολλά χρόνια; Πόσο ακόμα θα παίξουν με την αγωνία των συνταξιούχων, ανεβοκατεβάζοντας τις συντάξεις τους ανάμεσα στις γιορτές της εξόδου από το Μνημόνιό τους; Το κυριότερο, με τι απύθμενο θράσος καλούν να πανηγυρίσει μαζί τους ένας λαός που θα σηκώνει για πολλά χρόνια το βαρύ φορτίο που του κληροδότησε το πρώτο εξάμηνο του ’15;

Ας αφήσουν κατά μέρος τις φιέστες. Όση επιστράτευση προγραμματισμένου κεφιού και αν επιχειρήσουν, ελάχιστους θα πείσουν. Θα πρέπει να ξέρουν ότι ακόμα και τα πρωινάδικα έχουν τους όρους τους, για αυτό μακροημερεύουν. Δεν προκαλούν, δεν ανεβαίνουν πάνω από το μπόι τους, δεν κοροϊδεύουν. Ο θεατής ξέρει τι παίρνει, ξέρει ότι ο κόσμος τους είναι απατηλός κι ανάλαφρος και αν δεν του ταιριάζει πατάει το κουμπί. Με τον δικό του πραγματικό κόσμο όμως δεν δικαιούται να παίζει κανείς. Γιατί είναι ελάχιστα πιθανό να τον παρασύρει στην ετοιματζίδικη φαντασίωση και εξαιρετικά πιθανό να τον θυμώσει.