Πολιτικη & Οικονομια

Πώς έχουμε γίνει έτσι;

Κάποιες καταστάσεις είναι πολύ πιο δίπλα μας από όσο πιστεύουμε

Κώστας Κωστόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είχαμε καιρό να βρεθούμε. Από τότε που άνοιξε η χοάνη μιας σχετικά πρόσφατης μιντιακής κατάρρευσης και ρούφηξε τις ζωές καμιάς χιλιάδας εργαζομένων σε εκείνο το Μέσο. Αν πριν από δέκα χρόνια βρισκόταν κάποιος και ισχυριζόταν ότι το Μέσο αυτό κάποτε θα έκλεινε, είχε εξασφαλίσει θέση σε ψυχιατρική κλινική. Αλλά η ζωή δεν είναι γκανιάν να το παίξεις «σίγουρο», πόσο μάλλον όταν έχεις να κάνεις με σαλταρισμένο αναβάτη, κληρονόμο ιδιοκτήτη επί του προκειμένου. Αλλά για αυτό ίσως τα πούμε κάποια άλλη φορά…

Ο παλιός συνάδελφος είναι ένας τίμιος, εργατικός και χαμογελαστός άνθρωπος. Και  παραμένει. Η ζωή πολλές φορές δεν ακολουθεί τις εμμονές με το παρελθόν και κάνει τα δικά της. Τα ίχνη του χρόνου ήταν εμφανή πλέον πάνω του. Τα πλούσια μαλλιά του είχαν αραιώσει, η φράντζα του δεν είχε πια εκείνη την ασφαλή γυαλάδα της και οι ρυτίδες κάτω από τα μάτια του φανέρωναν ότι τα τελευταία χρόνια δεν του είχαν πάει όλα ρόδινα.

«Ρε φίλε, εντάξει εσύ, εγώ που τους ψήφισα και μάλιστα τρεις φορές; Δεν έχω άλλο χέρι να κόψω. Να μη σου πω τι θέλω να κόψω τώρα…» είπε. Και σκάσαμε στα γέλια, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε κάθε πρωί που συναντιόμασταν στα γραφεία μας για καμιά εικοσαριά χρόνια. Τα χρόνια της ανεμελιάς και της χρυσής εποχής των ΜΜΕ. Τα γέλια τώρα ίσως να ήταν αμηχανία.

«Δεν θέλω να σου πω το γνωστό “σ' τα έλεγα εγώ για αυτούς τους τύπους”», του είπα περιμένοντας την απάντησή του και ξέροντας ότι μπορεί να άρχιζε ακόμα ένας φιλικός καβγάς από αυτούς που πλέον σπανίζουν, γιατί οι περισσότεροι είναι κανονικοί καβγάδες, με νεύρα και πόλωση. Οι διαφορές μας ήταν στις προγνώσεις. «Θα δεις, ρε συ, θα εξελιχθούν σε περίεργα όντα», του έλεγα όταν συγκατοικούσαμε επαγγελματικά. Όταν συναντηθήκαμε, προ ημερών, καθίσαμε κάπου στο κέντρο της πόλης να πιούμε έναν καφέ.

Ήταν μια αίσθηση πικρή. Αυτή που γεννιέται όταν η νοσταλγία μπλέκεται με την πίκρα της ακύρωσης για τη ζωή που κάποτε είχαμε και τώρα πια η αίσθησή της μόνο σε φωτογραφίες αλιεύεται, κι αυτή με το ζόρι γιατί ό,τι και αν υπάρχει σε μια φωτογραφία το μάτι είναι αυτό που θα αποφασίσει αν θέλει να το δει. Τώρα ήταν η αίσθηση που γεννιέται όταν επιστρατεύονται οι αναμνήσεις για να προκύψει η ψευδαίσθηση μιας κάποιας κανονικότητας. Οι αναμνήσεις από το «κάποτε» του καθενός μας. Και πάνω στην κουβέντα, βγήκε το κλισέ ερώτημα: «Πώς έχουμε γίνει έτσι;». Και πιάσαμε, χωρίς να ήταν αυτός ο σκοπός μας, μια κουβέντα για την καθημερινή τρομοκρατία της παρακμής ξεκινώντας από τα απλά.

Ένας παλιός διευθυντής μας, όταν ερχόταν η συζήτηση στο πολυφορεμένο ταγέρ της λογοκρισίας, έλεγε και ξανάλεγε: «Το πρόβλημα του δημοσιογράφου δεν είναι η λογοκρισία στην Ελλάδα, η αυτολογοκρισία είναι το πρόβλημά του». Αυτό, όμως, ίσχυε πριν από καμιά δεκαπενταριά, εικοσαριά χρόνια και αφορούσε μόνο στους δημοσιογράφους. Αυτό που πετάει πάνω από τα κεφάλια μας, τον τελευταίο καιρό, είναι μια περίεργη πανδημία αυτολογοκρισίας, ένας καχεκτικός φόβος να πεις αυτό που θέλεις μπροστά στον σατανικό κίνδυνο να σε περιλάβουν οι ιακωβίνοι της διπλανής πόρτας. Αυτή η εξουσία του απόλυτου κυνισμού - και δεν αφορά μόνο τους ταγμένους της μίας πλευράς, αυτής που πράγματι απολαμβάνει την εξουσία τα τελευταία χρόνια, αλλά και τους άλλους που ετοιμάζονται. Η κυριαρχία του φόβου είναι το θέμα.

Αυτή είναι, πράγματι, μία νίκη όσων ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε κανόνα λογικής και προσαρμογής της πραγματικότητας στα μέτρα των σκοπών τους. Είναι παγκόσμιος νόμος του λαϊκισμού, μπορεί να το δει κανείς παντού ακόμα και αν δεν ασχολείται με την πολιτική. Από το «Δεν γίνονται αυτά εδώ» του Σινκλέρ Λιούις (Καστανιώτης) μέχρι τη σειρά «The Handmaid’s Tale» (FOX), που είναι βασισμένη στο ομώνυμο δυστοπικό αριστούργημα της Μάργκαρετ Άτγουντ. «Γιατί φοβάσαι τόσο τη λέξη "φασισμός", Ντορέμους;» ρωτά ένας θιασώτης του αμερικανικού ολοκληρωτισμού τον βασικό ήρωα του Σινκλέρ, δημοσιογράφο στο επάγγελμα.

«Είναι μονάχα μία λέξη - μία λέξη! Και ίσως όχι τόσο κακιά, αν σκεφτεί κανείς όλους αυτούς τους τεμπελχανάδες που διαχειρίζονται την κρατική μέριμνα στις μέρες μας, που ζούνε με τα λεφτά μου, με τους φόρους μου και τους φόρους σου, πράγμα καθόλου χειρότερο απ’ το να είχαμε έναν πραγματικά Ισχυρό άντρα στην κυβέρνηση εδώ, σαν τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι ή σαν τον Μπίσμαρκ ή τον Ναπολέοντα τις παλιές καλές μέρες, για να κυβερνήσει τη χώρα και να ξαναφέρει την ευημερία. Με άλλα λόγια, έναν γιατρό που θα τα λέει τσεκουράτα χωρίς πισωγυρίσματα, και θα αναγκάσει τον ασθενή να γίνει καλά είτε το θέλει είτε όχι!».

Κάποιες καταστάσεις είναι πολύ πιο δίπλα μας από όσο πιστεύουμε. Το, κάποτε, «πραγματικό πρόβλημα του δημοσιογράφου, η αυτολογοκρισία» γίνεται πρόβλημα ολόκληρης της κοινωνίας ή τουλάχιστον ενός σημαντικού και κατά κύριο λόγο σκεπτόμενου μέρους της, που βλέπει μέρα με την ημέρα να εξαπλώνεται αυτό το μυστηριώδες μικρόβιο του «όλοι εναντίον όλων» από πάνω της χωρίς να τολμά να αρθρώσει λέξη κριτικού λόγου, ιδίως αν προέρχεται πολιτικά από τον ιδεολογικό χώρο που έχει καταλάβει η κυβερνητική παράταξη. Και αυτή, ίσως, είναι η σημαντικότερη ιδιωτικοποίηση που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Ιδιωτικοποίηση των ιδεών, του κράτους, των θεσμών, της ίδιας της Αριστεράς. Αν ζούσε σήμερα ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης ή ο Λεωνίδας Κύρκος, θα είχαν πολλά να πουν για αυτό. Και όσοι από αυτόν τον χώρο ζουν, διακατέχονται από τον φόβο της αιμοσταγούς επίθεσης που θα δεχθούν, αν εκφράσουν ανοιχτά και δημόσια τον κριτικό τους λόγο.

Η μαζική συμπεριφορά που έχει κάτι από συλλογική κατάθλιψη, από τα σύνδρομα του  οργισμένου ζητιάνου και της αθυρόστομης πλειονότητας, έχει πάντα εύκαιρο τον πρόθυμο κακό ξένο για να του ρίξει την ευθύνη για τα δεινά της μάζας. Και τα δεινά των πολλών δημιουργούν και το δίκιο των πολλών, για να μην ξεχνιόμαστε. Όλοι την πέφτουν σε όλους, κανείς δεν ανέχεται κανέναν, όλοι επιτίθενται στις σκιές τους σαν τρομαγμένα κουτάβια και όλοι είναι έτοιμοι να ξεθηκαρώσουν τα σπαθιά τους μπροστά στην οποιαδήποτε διαφωνία που θα τολμήσει να αμφισβητήσει την άποψη - θρησκεία τους.

«Πώς έχουμε γίνει έτσι;» ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον, οι πρώην συνάδελφοι, προσπαθώντας να βγάλουμε μιαν άκρη. Ποτέ άλλοτε, όσα χρόνια γνωριζόμασταν και γράφαμε για δύσκολα κοινωνικά θέματα, ή έτσι νομίζαμε, η βία δεν ήταν τόσο πολύ στην επικαιρότητα. Η καθημερινή βία αυτή που κυκλοφορεί σε όλες τις μορφές σαν κρεατομηχανή για κάθε είδος κρέατος. Προσέξτε, τώρα, πώς περιγράφει αυτό το φαινόμενο ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, στο «Η μορφή των λειψάνων» (Πόλις):

«Βρήκα την πόλη μου απροσδόκητα άγρια, εχθρική, δυσανεκτική, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε στην εποχή της αναχώρησής μου, η βία δεν εκλυόταν πια από κάποιους πολύ συγκεκριμένους δράστες, σε πόλεμο με τους πολίτες, αλλά από τους ίδιους τους πολίτες, που καθένας τους έδειχνε σαν να ‘χε αναλάβει την προσωπική του σταυροφορία, που όλοι τους έδειχναν σαν να πήγαιναν με υψωμένο το επικριτικό τους δάχτυλο, έτοιμο να καταδείξει και να καταδικάσει. Πότε ακριβώς είχε συμβεί αυτό;, ρώτησα τον Μπεναβίδες, Πότε γίναμε έτσι; Είχα την ενοχλητική πεποίθηση ότι οι Μπογκοτάνοι, αν τους δινόταν η ευκαιρία, δεν θα δίσταζαν να πατήσουν το κουμπί που θα ‘σβηνε για πάντα τους μισητούς άλλους: τους άθεους, τους εργάτες, τους πλούσιους, τους ομοφυλόφιλους, τους μαύρους, τους κομμουνιστές, τους επιχειρηματίες, τους υποστηρικτές του προέδρου, τους υποστηρικτές του πρώην προέδρου, τους οπαδούς της Μιγιονάρος, τους οπαδούς της Σάντα Φε. Η πόλη ήταν δηλητηριασμένη με το δηλητήριο των μικρών φονταμενταλισμών, και το δηλητήριο έτρεχε από κάτω, όπως το βρόμικο νερό στους υπονόμους και ναι, η ζωή έδειχνε να κυλάει κανονικά, και οι Μπογκοτάνοι συνέχιζαν να βρίσκουν καταφύγιο στις αγκαλιές των φίλων και στο σεξ των εραστών, συνέχιζαν να’ ναι γονείς, παιδιά, αδέλφια, σύζυγοι, χωρίς το δηλητήριο να τους επηρεάζει σε τίποτα ή, ίσως, πιστεύοντας πως το δηλητήριο ήταν ψέμα».

Αν στην προηγούμενη παράγραφο ο ψύχραιμος αναγνώστης βρίσκει κοινά σημεία με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα αυτήν την περίοδο, να πούμε ότι ο συγγραφέας αναφέρεται στην Κολομβία. Αλλά από ό,τι φαίνεται αυτά τα νερά των υπονόμων μολύνονται με τα ίδια βρομόνερα…

Η συνάντηση με τον πρώην συνάδελφο μόλις είχε λάβει τέλος. Σηκωθήκαμε από τις καρέκλες του καφέ στο κέντρο της πόλης, δώσαμε τα χέρια κι ευχηθήκαμε την επόμενη φορά που θα ξαναβρεθούμε να τα έχουμε βρει με τις αναμνήσεις μας. «Θα τα ξαναπούμε», είπαμε και οι δύο συντονισμένα. Και με τον ίδιον φόβο μην τυχόν εκφράσουμε τις απόψεις μας δημόσια και μας την πέσουν οι «γνωστοί - άγνωστοι».