Πολιτικη & Οικονομια

Απατεώνες είμαστε;

Μετά από πολλά χρόνια επανέρχεται το θέμα της συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με το Κίνημα Αλλαγής

Ανδρέας Παπαδόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το διάστημα που ο Κώστας Σημίτης ήταν αρχηγός του ΠΑΣΟΚ υπήρχε πάντα στο τραπέζι το θέμα της συνεργασίας με τον (τότε) Συνασπισμό. Η πραγματικότητα είναι πως ο πρώην πρωθυπουργός ένιωθε μια άπωση για το λεγόμενο βαθύ ΠΑΣΟΚ και αναζητούσε συμμάχους για να το «ξεπεράσει». Είναι χαρακτηριστικό πως μια σειρά σημαντικών στελεχών που βρέθηκαν κοντά του προερχόντουσαν ή είχαν αναφορές στην ανανεωτική αριστερά. Θα λέγαμε πως ο κ. Σημίτης κατάφερε να προσελκύσει τον αφρό του Συνασπισμού και εν πολλοίς να συμβάλει, άθελά του, στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Κατά πολλούς ήταν όρος εκλογικής επιβίωσης για το χώρο το 2000 και το 2004 η αριστερίστικη στροφή και οι συνεργασίες με τα γκρουπούσκουλα. Αποδέχτηκε εντέλει πως ήταν η αφετηρία για την πλήρη μετάλλαξη και η οποία οδήγησε το 2010 στη διάσπαση και τη δημιουργία της ΔΗΜΑΡ.

Σήμερα μετά από πολλά χρόνια επανέρχεται το θέμα της συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με το Κίνημα Αλλαγής. Ας αφήσουμε στην άκρη την αξιοπιστία των προσώπων που το θέτουν και ας πάμε στην ουσία. Η ουσία, λοιπόν, είναι πως η συζήτηση αυτή γίνεται με παλαιούς όρους, με τα λεγόμενα κουτάκια του παρελθόντος. Κοινώς πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό κόμμα, το ΚΙΝΑΛ ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, οπότε το πολιτικά ορθό επιβάλλει τη συνεργασία των δυο όμορων χώρων. Η λογική αυτή θα είχε κάποιο νόημα αν την κάναμε σε προγενέστερο χρόνο και ιδίως αν δεν είχαμε την εμπειρία της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Η κατάσταση της χώρας δεν μπορεί να ερμηνευτεί με ξεπερασμένα πολιτικά εργαλεία και κυρίως με το αφετηριακό λάθος της εξιδανίκευσης του ΣΥΡΙΖΑ. Λες και επειδή ψηφίζει τα μνημόνια και κάποιες μεταρρυθμίσεις αυτό τον καθιστά μια ευρωπαϊκή δύναμη. Σαν να μην αντιλαμβάνονται όσοι έχουν τη γραμμή της συνεργασίας, πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιστεύει απολύτως τίποτα από όσα ψηφίζει. Απλώς για να διατηρηθούν στην εξουσία τα στελέχη του είναι ικανά ακόμα και το θρήσκευμα να επαναφέρουν στις ταυτότητες ή να δώσουν μάχη για δημιουργηθεί ΧΥΤΑ στην Κερατέα!

Οι πράξεις και οι πρακτικές τους έχουν καταδείξει όλα αυτά τα χρόνια πως ομνύουν αποκλειστικά σε όσα τους κρατούν στην καρέκλα της εξουσίας.

Το λιγότερο, ωστόσο, είναι οι υποσχέσεις που δεν τήρησαν. Αυτό είναι κάτι σύνηθες στην πολιτική ιστορία του τόπου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η αυριανοποίηση της πολιτικής ζωής με τη σφραγίδα του Μεγάρου Μαξίμου. Σαν να επαναλαμβάνεται η ιστορία με άλλους πρωταγωνιστές, λες και το επίθετο Μητσοτάκης ενεργοποιεί εξ αντανακλάσεως τα πιο ακραία ένστικτα και φέρνει στην επιφάνεια τον κατιμά των επιχειρηματιών και τον υπόκοσμο της δημοσιογραφίας.

Η επιλογή, λοιπόν, του Μεγάρου Μαξίμου να αυριανοποιήσει την πολιτική ζωή φαίνεται σε όλα τα επίπεδα. Στον εξωθεσμικό τρόπο με τον οποίον πολιτεύεται. Στη σπίλωση των αντιπάλων του, με αποκορύφωμα τις ανοίκειες επιθέσεις στη Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη, στις χυδαιότητες κατά προσώπων που ακυρώνουν το κυβερνητικό παραμύθι (π.χ. Βαγγέλης Βενιζέλος), στη στοχοποίηση –για προφανείς λόγους– του επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη κλπ. Στην αλλεργία σε οτιδήποτε βάζει προσκόμματα στην εξουσία, είτε αυτό είναι η δικαιοσύνη, είτε είναι οι ανεξάρτητες αρχές, είτε είναι τα ΜΜΕ που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση. Στην ταύτιση με τους ΑΝΕΛ σε βαθμό που να μην ξεχωρίζουν τα στελέχη των δυο κομμάτων.

Με βάση και τα προαναφερθέντα, δεν έχει καμία αξία το καταληκτικό ερώτημα «και τι να έρθει στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ», που θέτουν οι υπερασπιστές της συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΙΝΑΛ. Ακριβώς για αυτό ήταν ολόσωστο το αίτημα για εκλογές από την κυρία Γεννηματά. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα φάση είναι να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα θα τα λύσει η κάλπη. Και θα αφαιρέσει το ερωτηματικό στο κορυφαίο ερώτημα της κυρίας Θεανώς «απατεώνες είμαστε;». Ναι, Θεανώ. Πολιτικοί απατεώνες.