Πολιτικη & Οικονομια

Λαϊκισμός και βλακεία στην Πολιτική

Οι βλάκες και λαϊκιστές επείγει να ηττηθούν, αλλά αυτό δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό. Επείγει, όμως, να γίνει

Παναγιώτης Καρκατσούλης
ΤΕΥΧΟΣ 656
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το ουσιαστικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών δεν θα είναι ούτε η ποιότητα της επιτροπείας ούτε, καν, τα εθνικά θέματα. Δεν θα είναι ούτε η σύγκρουση αριστεράς–δεξιάς (μ’ όποιο επίθετο κι αν σερβιριστεί· π.χ. «προοδευτικοί» εναντίον «συντηρητικών» και τα συναφή).

Θα είναι η σκληρή μάχη μεταξύ των αυταρχικών λαϊκιστών/πελατοκρατών και των δυνάμεων του εξευρωπαϊσμού, του αντι-πελατειασμού και του ορθού λόγου. Ταγοί και οπαδοί των δύο αντιθετικών πολιτικών ρευμάτων υπάρχουν σ’ όλα τα κόμματα, οπότε η μάχη και στο εσωτερικό τους για την επικράτηση της μιας ή της άλλης αντίληψης και πρακτικής θα είναι σκληρή.

Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται με παλιά, τετριμμένα μέσα. Πρέπει να εξευρεθούν καινούργια, δραστικά πολιτικά εργαλεία που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τη νέα πραγματικότητα. Η αντιπαράθεση με τους λαϊκιστές δεν μπορεί να στηρίζεται σε λογικά επιχειρήματα και στην προσπάθεια δημιουργίας συναινέσεων. Ο λαϊκιστής ακυρώνει τον ορθό λόγο στον πυρήνα του, αφού αποδέχεται, εν ταυτώ, και την άρνησή του! Ένα παράδειγμα: Ναι μεν, η Ελλάδα είχε ευθύνη για την κατάσταση χρεοκοπίας στην οποία περιήλθε αλλά η σωτηρία της μέσω των προγραμμάτων/ «μνημονίων» ήταν αποτέλεσμα εκβιασμών των τοκογλύφων δανειστών μας!

Σήμερα, μετά από 3,5 χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, γνωρίζουμε ότι η αποδοχή αλληλοαναιρούμενων θέσεων και πρακτικών είναι o κανόνας της πολιτικής τους. Η αρχική αμηχανία όσων εξ ημών ασκούσαμε κριτική αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις και παλινωδίες τους, έχει αποδειχτεί εξαιρετικά ανεπαρκής. Όχι μόνο διότι οι εθνολαϊκιστές έχουν μια αξιοσέβαστη δύναμη πυρός στα ΜΜΕ αλλά διότι μπορούν να την απορροφούν.

Λίγοι έχουν κατανοήσει ότι η περιφρόνηση προς τον ορθό λόγο αποτελεί συστατικό της ιδεολογικής βάσης των λαϊκιστικών κομμάτων. Η ολοκληρωτική τους ιδεολογία και ταυτότητα συνίσταται στην καταγγελία του «παλιού», του «σάπιου/ξεπερασμένου» συστήματος (αναπόσπαστο μέρος του οποίου είναι η μεθοδολογική και γνωστική βάση επί του οποίου αυτό ερείδεται).

Καταγγέλλουν και την πραγματικότητα και τη μορφή της. Οι ανεξάρτητες αρχές, για παράδειγμα, που αποτέλεσαν τις τελευταίες δεκαετίες, σ’ όλες τις δυτικές δημοκρατίες, μια δομή υπεράσπισης των δημοσίων αγαθών από τις επιβουλές των κομματικών παιγνίων και πολιτικών, αποτελούν σταθερά αντικείμενο επιβουλής των κυβερνητικών. Μαζί μ’ αυτές καταγγέλλεται, όμως, και η «νεο-φιλελεύθερη» δημοκρατία.

Η αντιστροφή της πραγματικότητας αποτελεί, εντός αυτού του πλαισίου σκέψης και δράσης, μια σταθερή άσκηση των λαϊκιστών. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μπορούν να ονοματίζουν τα άλλα κόμματα ως λαϊκιστικά, ενώ αρνούνται το επίθετο για τους ίδιους. Αυτό γίνεται αποδεκτό από τους οπαδούς τους επειδή, εν τέλει, μόνο αυτοί μπορούν να κρίνουν αυθεντικά και εις ολόκληρο τους προηγούμενους.

Μια ιδιαίτερη έκφραση του αυταρχικού λαϊκισμού είναι η (προσχηματική) αυτο-ταπείνωση ή ο αυτο-εξευτελισμός των στελεχών του. Παρ’ ημίν, το είδος ανθεί, αφού μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες επιτελών των εθνολαϊκιστών που εκφράζονται μ’ αυτό τον τρόπο: Τους βλάκες κι εκείνους που προσποιούνται τους βλάκες. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Η βλακεία που εκδηλώνεται ως αυταπάτη, απειρία ή άγνοια κινδύνου αποκοιμίζει τη δυσπιστία, αφοπλίζει την κριτική. Οι συριζαίοι αυτοί έχουν εκπαιδευτεί στην επαρχιώτικη κουτοπονηριά, στο να καμώνονται ότι δεν ήξεραν. Γνωρίζουν ότι τα αντανακλαστικά του κοινωνικού σώματος είναι καλλιεργημένα με τρόπο τέτοιο, ώστε ο βλαξ που παρουσιάζεται ως μειονεκτικός να αντιμετωπίζεται με συμπάθεια, ενώ εκείνος που διαπρέπει και πράττει μετά λόγου γνώσεως να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα, ακόμη και με επιφύλαξη.

Εκεί, όμως, που ο καλοπροαίρετος πολίτης γίνεται όργανο του εθνολαϊκιστή είναι η στιγμή της διάπραξης της (επανειλημμένης) βλακείας. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ στο «Περί βλακείας» έχει χαρακτηρίσει τη «βλακεία στην πράξη» ως ωμότητα. Κι εκείνον που τη διαπράττει, συστηματικά, ως κάποιον που βρίσκεται σε συναισθηματική διαταραχή και ανισορροπία. Μπορούμε, ανεπιφύλακτα, να το ισχυριστούμε αυτό για τις εμβληματικές μορφές των εθνολαϊκιστών ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αρκεί να ανακαλέσουμε μερικές από τις καλύτερες στιγμές του Τόσκα, του Σκουρλέτη, του Κουρουμπλή, της Χριστοδουλοπούλου. Στην Ελλάδα, με μακρά παράδοση οντολογίας, το ίδιο το πραγματικό γεγονός ή η αφηρημένη έννοια που κακοποιείται αξιολογείται ως ήσσονος σημασίας σε σχέση με το πρόσωπο. Κι έτσι, τα σφάλματα και οι παραλείψεις τους αντιμετωπίζονται με επιείκεια και οι ίδιοι που τα διαπράττουν με συμπάθεια.

Όποιος συγκατανεύει στο αφήγημά τους έχει ήδη παγιδευτεί στη βασική πολιτική στρατηγική τους: Δεν μετράει το τι λένε και κάνουν, παρά μόνο στον βαθμό που αυτό τους βοηθάει να διατηρούν το ηθικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων τους. Η αποκάλυψη και η αποδόμησή τους μπορεί να γίνει μόνον εάν τους υποχρεώσει κανείς να μεταφερθούν στο τερέν του ορθού λογου, του κοσμοπολιτισμού και της ακεραιότητας.

Σε κάθε άλλη περίπτωση κερδίζουν.

Δυστυχώς, τα κόμματα που βρίσκονται απέναντί τους δεν έχουν τελειοποιήσει –ούτε, καν, ομογενοποιήσει– τον τρόπο αντιπαράθεσης μαζί τους. Οι βλάκες και λαϊκιστές επείγει να ηττηθούν, αλλά αυτό δεν είναι ούτε εύκολο ούτε απλό.

Επείγει, όμως, να γίνει.