Πολιτικη & Οικονομια

Θεσμικό ανάχωμα στον αυταρχικό λαϊκισμό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τώρα!

Απέναντι σ’ αυτή την χονδροειδή προπαγάνδα που ψαρεύει σε θολά νερά, πρέπει να υπάρχει μια σαφής πολιτική απάντηση

Παναγιώτης Καρκατσούλης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μπορεί να υπάρξει σύγκλιση του αυταρχικού λαϊκισμού, τον οποίο εκπροσωπούν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, με το Κίνημα Αλλαγής που πρεσβεύει στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας με παράλληλη ενδυνάμωση των θεσμών και του κράτους δικαίου; Η απάντηση είναι όχι. Τότε, όμως, γιατί εξακολουθεί να διακινείται το σενάριο συνεργασίας μεταξύ των λαϊκιστών και ημών;

Μάλλον, διότι οι καλοί μαθητές των μεγάλων προπαγανδιστών γνωρίζουν ότι με το «πες, πες, πες», κάτι μένει στο τέλος. Μένει στους, έστω λίγους, καλοπροαίρετους και ελλιπώς πληροφορημένους, ότι απευθύνουν μια πρόσκληση σ’ έναν, δήθεν, όμορο χώρο την οποία απορρίπτουμε. Προφανώς, στην διατήρηση της συζήτησης βοηθούν ποικίλα όσα συμφέροντα όπως και οι πρόθυμοι που δεν πρόλαβαν να συστεγαστούν με τους Τσίπρα και Καμμένο.

Απέναντι σ’ αυτή την χονδροειδή προπαγάνδα που ψαρεύει σε θολά νερά, πρέπει να υπάρχει μια σαφής πολιτική απάντηση.

Τα βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά του κ. Τσίπρα είναι ο προφανής λαϊκισμός και ο έρπων αυταρχισμός του. Οι κεντρικές πολιτικές επιλογές του που παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά είναι οι εξής:  

  • Ο κ. Τσίπρας ανήλθε στην εξουσία εκμεταλλευόμενος την αρνητική συγκυρία των μνημονίων και ψευδόμενος εξώφθαλμα σε σχέση με την απαλλαγή μας απ’ αυτά. Μετά απ’ αυτό, καταβάλλει εργώδη προσπάθεια να παραμείνει σ’ αυτήν, λειτουργώντας ως πειρατής ιδεών, πολιτικών και θεσμών. Η συχνή εναλλαγή δεξιών και αριστερών θέσεων δεν υπαγορεύεται από έναν πολιτικό οπορτουνισμό, όπως κάποιοι τον μέμφονται, αλλά από την αναγκαιότητά του να υπαγάγει όσα λέει και πράττει στη μείζονα πρόταση των λαϊκιστών: Στην κατάδειξη του ηθικού-προσοχή, όχι του πολιτικού!- πλεονεκτήματός του. Πρέπει να αποδεικνύει ότι όχι μόνον δεν έχει σχέση με όσους κυβέρνησαν πριν απ’ αυτόν αλλά ότι μπορεί να ανατρέψει την «καθεστηκυία τάξη».

Το πρόταγμά του αυτό εκφράζεται ως:

  • ​Δυσπιστία έναντι του κοινοβουλευτισμού και του κράτους δικαίου.
  • Σταθερή αντι-ευρωπαϊκή και αντι-δυτική πολιτική στρατηγική (με το προκάλυμμα της κριτικής στάσης).
  • Αναζωπύρωση των μύθων περί προστατών αλλαχού (βλ. «ξανθό γένος» κλπ) και υφέρπων απομονωτισμός («μόνοι μας θα τους τσακίσουμε»).

Γύρω απ’ αυτές τις κεντρικές επιλογές, συνωθείται ένα ετερόκλητο κοινό (παλαιοδεξιοί, φασίστες, αναρχο-μπάχαλοι, ψεκασμένοι) το οποίο βρίσκει παραμυθία στο αφήγημα του κ. Τσίπρα. Όντας απέναντι σε κάθε αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του ελληνικού κοινωνικού συστήματος που τους ξεβολεύει και τους φοβίζει έλκονται από το συναισθηματικό κρεσέντο των λαϊκιστών.

Ο κ. Τσίπρας εκμεταλλευόμενος τα κενά και τις παραλείψεις των μνημονιακών πολιτικών, όπως και τα φοβικά αντανακλαστικά του κοινού του, αντιπαραβάλλει σ’ αυτά  τις δικές του, μεταφυσικές ικανότητες. Πρέπει να τους πείθει ότι «έχει τη λύση», ότι «μπορεί να γύρίζει το παιχνίδι», ότι «έχει άσσους». Εάν πειστούν γι’ αυτό, τότε οι όποιες λύσεις- δικές του ή των άλλλων- είναι αδιάφορες. Γι’ αυτό και δεν καταρρέει, παρ’ όλον ότι έχει εφαρμόσει πολλαπλάσια «μνημονιακά» μέτρα εν σχέσει προς τους προηγούμενους.

Οτιδήποτε έγινε πριν από τους αυταρχικούς λαϊκιστές των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ό,τι θα γίνει μετά απ’ αυτούς, πρέπει να αποδομηθεί στον αξιακό του πυρήνα (πρέπει, δηλαδή, να είναι «κακό» κι όχι απλά «προοδευτικό», «αριστερό», η «συντηρητικό»), Αυτό γίνεται εύκολα μέσω της αποδόμησης των προσώπων που εκφέρουν την πολιτική την δεδομένη στιγμή. Δεν είναι, δηλαδή, η πολιτική του Σαμαρά η του Βενιζέλου αλλά η προσωπικότητα του Σαμαρά και του Βενιζέλου που πρέπει να τρωθούν. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αποδόμησης της προσωπικότητας των αντιπάλων είναι η κατασκευή ενόχων. Αυτό αποτελεί στρατηγική κι όχι συγκυριακή επιλογή του κ. Τσίπρα. Η προσπάθεια επιτυγχάνει μόλις διαμορφωθεί η πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι οι αντίπαλοι είναι ένοχοι. Εάν ο μείζων στόχος επιτευχθεί, τότε μπορεί να υιοθετήσει ακριβώς τις ίδιες πολιτικές και πρακτικές των αντιπάλων του, ενδεχομένως και αυστηρότερες.

  • Σε επίπεδο συμμαχιών στην κοινωνία, του είναι αδιάφορο με ποια ομάδα θα συμμαχήσει. Μπορεί, σήμερα, να είναι οι φτωχοί, τους οποίους δεν θα διστάσει να σφαγιάσει αύριο υπέρ των πλουσίων, τους οποίους θα διαδεχθούν, μεθαύριο, οι μικρομεσαίοι. Δεν υπάρχει ταξικό πρόσημο στην πολιτική του παρά μόνον η συγκυριακή εύνοια κοινωνικών ομάδων.
  • Το ίδιο ισχύει και για τους κυβερνητικούς του εταίρους. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Εάν είναι λαϊκιστές σαν τον ίδιο, ακόμη καλύτερα. Αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Έτσι ο Καμμένος θα «θυσιαστεί» για τον επόμενο πρόθυμο που θα έχει την ίδια τύχη μ’ αυτόν, θυσιαζόμενος με τη σειρά του υπέρ του μεθεπόμενου κοκ.
  • Εκεί, όμως, που συγκεντρώνεται η δύναμη πυρός του Τσίπρα και των αυταρχικών λαϊκιστών είναι η παράκαμψη και περιφρόνηση των διαδικασιών του Συντάγματος και του αστικού κράτους δικαίου, εν γένει. Όλους τους εγγενείς στο κράτος δικαίου περιορισμούς στην άσκηση της εξουσίας, τους προσπερνάει με χαρακτηριστική άνεση, προκειμένου αυτός ο ίδιος «να δώσει τη λύση». Η παραπέμπουσα σε ηγεμονικό στυλ διακυβέρνησης  έκφραση «με εντολή μου» ακούγεται όλο και πιο συχνά. Η παράκαμψη των θεσμών και του κράτους δικαίου γίνεται μέσω της υποκατάστασής του από τον «λαό» (vox populi). Μόνον αυτός μπορεί να διασφαλίσει τον έλεγχο της εξουσίας από τον Ηγέτη του.

Το συμπέρασμα ότι ο αυταρχικός λαϊκισμός συνιστά απειλή για την αστική δημοκρατία είναι προδηλο. Όχι μόνον δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεργασίας με τους ταγούς του, αλλά πρέπει να εντείνεται η σταθερή, έντονη και ανυποχώρητη υπεράσπιση των θεσμών και του κράτους δικαίου απ’ όσους τάσσονται στην υπηρεσία τους. Εγώ ανήκω σ’ αυτούς. Πιστεύω κι άλλοι πολλοί στο Κίνημα Αλλαγής.