Πολιτικη & Οικονομια

5 χαρακτηριστικά της σημερινής δυσφορίας

Πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης και την αρχή της κυριαρχίας επί του άλλου, υπάρχει η αρχή της νοηματοδότησης, δηλαδή μιας ζωής με νόημα

Στέλιος Στυλιανίδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Α) Η κουλτούρα του ελέγχου
Έχει σαν στόχο την τέλεια απαρτίωση όλων των στοιχείων της κοινωνίας σε μια φαντασιακή ενότητα τέτοιας ισχύος, ώστε ό,τι θα ξέφευγε από τον έλεγχό της να ανιχνεύεται άμεσα, να «ομαλοποιείται» και να συμμορφώνεται στους κανόνες ή να καταστρέφεται.

Η κουλτούρα του ελέγχου παράγει δύο τύπους βίας, οι οποίοι συνυπάρχουν: Η ανεξέλεγκτη κοινωνική βία καταστρέφει κάθε ξένο νόμο προς τους κυρίαρχους κανόνες, η βάρβαρη βία της τρομοκρατίας και της ανομίας. Όσον αφορά την ελεγχόμενη βία, αυτή εφαρμόζεται με εργαλεία όλες τις νέες τεχνολογίες και τις τεχνοδομές 

Β) Η κουλτούρα του «χωρίς όρια δράση» και των ακραίων ορίων
Είναι η έκφραση της παντοδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στη φύση, απέναντι στην αδιαφορία σε τραυματικές ή καταστροφικές καταστάσεις. Είναι η κουλτούρα του κινδύνου, της ηρωοποίησης του θανάτου (extreme sports, ουσίες), ο θρίαμβος της ηδονής χωρίς όρια, η άρνηση του θανάτου. Για να περιγράψουμε αυτή τη μεταβολή στην ψυχική παθολογία του σύγχρονου ατόμου, ας προσφύγουμε σε δύο γνωστές μυθικές μορφές: τον Οιδίποδα, που συμβολίζει το παλιό αίσθημα ενοχής και την πάλη για την απελευθέρωση από τον νόμο του πατέρα, και τον Νάρκισσο, που αντιπροσωπεύει τον φόβο ότι δεν είμαστε στο ύψος των υποχρεώσεών μας, το αίσθημα του κενού και της ανημπόριας, την άρνηση του συμβολικού ευνουχισμού, μέσα και από τον πατρικό νόμο. Στη θέση του Οιδίποδα βρίσκεται τώρα ο Νάρκισσος.

Γ) Η κουλτούρα του επείγοντος
Η σχέση με το χρόνο στη μετα-μοντέρνα κοινωνία θέτει σε ριζική αμφισβήτηση τη μνήμη, τα θραύσματα της ιστορίας, την κατανόηση της βιογραφίας, τις κρυπτογραφημένες εγγραφές από το παρελθόν, την ικανότητα να πενθήσουμε, να αναστοχαστούμε την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική ιστορία μας. Πρόκειται για μια νηπενθή και εφήμερη κοινωνική κουλτούρα.

Όλα τείνουν ώστε να γίνει προνομιακή η συγχρονική συνάντηση, το «εδώ και τώρα», η ρευστότητα και η αστάθεια. Το βραχύχρονο επικρατεί του μακροπρόθεσμου, οι τεχνικές και συνταγές ανάπτυξης του εαυτού νικούν την «παλαιά» ψυχαναλυτική επιθυμία και διάβημα να ανατρέξουμε στη ρίζα των ενδοψυχικών ασυνείδητων συγκρούσεων, το zapping είναι προτιμότερο από τη σκέψη γύρω από τη συνέχεια ενός έργου, ο νομαδισμός είναι προτιμότερος της συνέχειας, η ρευστότητα, το επίκαιρο και το εφήμερο της σταθερότητας.

Η δυσκολία να πραγματοποιήσουμε ένα μακροχρόνιο σχέδιο, η αδυναμία και η άρνηση να επενδύσουμε ψυχικά σε κάτι μακροπρόθεσμο, το οποίο παράγει νόημα, συνέχεια και συνοχή, συμβάλλει στην αποδιοργάνωση της σκέψης. Είναι η κουλτούρα του επείγοντος, της κρίσης και της διαχείρισης των επιπτώσεων της καταστροφής.

Η δυσκολία να πραγματοποιήσουμε ένα μακροχρόνιο σχέδιο, η αδυναμία και η άρνηση να επενδύσουμε ψυχικά σε κάτι μακροπρόθεσμο, το οποίο παράγει νόημα, συνέχεια και συνοχή, συμβάλλει στην αποδιοργάνωση της σκέψης

Δ) Η κουλτούρα της μελαγχολίας (Ή η κόπωση του να είσαι ο εαυτός σου)
«Οι ψυχίατροι αναζητούν τις αιτίες της κατάθλιψης στη βιολογία του ανθρώπινου σώματος και στη χημεία του εγκεφάλου. Οι ψυχαναλυτές ψάχνουν στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής». Ο γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Ερενμπέργκ συνιστά σε ψυχιάτρους και ψυχαναλυτές να στρέψουν το βλέμμα τους στην κοινωνική πραγματικότητα και στις μεταβολές των σχέσεων ατόμου και κοινωνίας.

Ο Ερενμπέργκ ερμηνεύει την κατάθλιψη με τρόπο πολύ διαφορετικό από εκείνον που διαβάζουμε στα εγχειρίδια ψυχολογίας, ψυχανάλυσης και ψυχιατρικής. Η κατάθλιψη είναι γι' αυτόν η κατεξοχήν ασθένεια του δημοκρατικού ανθρώπου, είναι το αναπόδραστο ψυχικό τίμημα που πληρώνει ο άνθρωπος που θέλει να είναι κύριος του εαυτού του. 

Η ψυχανάλυση γεννήθηκε και αναπτύχθηκε ως θεραπεία της νεύρωσης, η οποία ήταν η κύρια μορφή ψυχικής ασθένειας στην πειθαρχική κοινωνία, σε έναν πολιτισμό βασισμένο στην απαγόρευση και την υπακοή. Ο άνθρωπος γινόταν νευρωτικός επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει τις απαγορεύσεις, τις πειθαρχικές ρυθμίσεις, τις υποχρεώσεις αυταπάρνησης που επέβαλλαν οι κοινωνικοί κανόνες. Η νεύρωση ήταν το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην επιθυμία και τον κανόνα που απαγορεύει την ικανοποίηση της επιθυμίας. Αυτή η αντιπαράθεση επιθυμητού/απαγορευμένου ρύθμιζε την ανθρώπινη υποκειμενικότητα μέχρι και τις δεκαετίες του 1950 και 1960.

Το άτομο κατακτά το δικαίωμα να διαλέγει τη ζωή που θέλει να ζήσει, να μπορεί να γίνει ο εαυτός που επιθυμεί. Αυτό που απαιτείται στο εξής από το άτομο δεν είναι η πειθάρχηση και η συμμόρφωση στον κανόνα. Είναι, αντίθετα, η αυτονομία και η πρωτοβουλία. Το υποκείμενο δεν δεσμεύεται από αυστηρά προκαθορισμένα πρότυπα ούτε ρυθμίζεται από μια εξωτερική τάξη, αλλά μπορεί να αλλάζει, να δρα μόνο του και να στηρίζεται στις δικές του επιλογές και αποφάσεις. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αύξηση της πίεσης για δράση και γενικά των απαιτήσεων που βαραίνουν το άτομο. Ο καθένας, ακόμα και ο πιο ευάλωτος, πρέπει να μπορεί να προσαρμόζεται σε έναν ασταθή και μεταβαλλόμενο κόσμο, επιδεικνύοντας ευελιξία, επινοητικότητα, ταχύτητα αντιδράσεων, ενώ καλείται επιπλέον να αναλαμβάνει ακέραιη την ευθύνη των αποτυχιών του.

Ο καταθλιπτικός αισθάνεται ότι δεν είναι στο ύψος των περιστάσεων, «τον κουράζει να πρέπει να γίνει ο εαυτός του»

Το μέτρο του ιδανικού ατόμου δεν είναι πλέον η ευπείθεια και η υπακοή, αλλά η πρωτοβουλία, το σχέδιο, τα κίνητρα και τα αποτελέσματα που μπορεί να πετύχει στην προσπάθεια για τη μέγιστη αυτοέκφρασή του. 

Αυτή η βαθιά μεταβολή της νεωτερικής έννοιας του υποκειμένου συνοδεύεται από μια ριζική αλλαγή της ψυχικής του παθολογίας. Η κατάθλιψη δεν πηγάζει πλέον από τη νευρωτική σύγκρουση ανάμεσα στον κανόνα και την παραβίασή του, που γεννά αίσθημα ενοχής. Στις νέες συνθήκες, όπου δεν υπάρχουν πλέον απαγορευτικοί κανόνες, επειδή υποτίθεται ότι «όλα είναι δυνατά», η κατάθλιψη προέρχεται από ένα αίσθημα ανεπάρκειας γι' αυτό που καλείται να κάνει το υποκείμενο και δεν είναι σε θέση να το κάνει σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων, με βάση τις οποίες μετράει την αξία του ίδιου του εαυτού του.

Με αυτή την έννοια, η κατάθλιψη τείνει να παρουσιάζεται όχι τόσο ως απώλεια της χαράς της ζωής όσο ως παθολογία της δράσης, στενά συνδεδεμένη με την ανασφάλεια του ατόμου γύρω από την ταυτότητά του. Το υποκειμενικό βίωμα που την χαρακτηρίζει δεν είναι πλέον το αίσθημα της ενοχής, αλλά εκείνο της ανεπάρκειας. Ο καταθλιπτικός αισθάνεται ότι δεν είναι στο ύψος των περιστάσεων, «τον κουράζει να πρέπει να γίνει ο εαυτός του».

Τόσο η νεύρωση όσο και η κατάθλιψη, μας λέει ο Ερενμπέργκ, «είναι ονόματα που δώσαμε στον ψυχικό αντίκτυπο κοινωνικών μεταβολών και των μετασχηματισμών της ατομικής υποκειμενικότητας που τις συνόδευαν».

Μια κουλτούρα μελαγχολίας χαρακτηρίζει το βάθος ενός ατελεύτητου πένθους και μη επεξεργασίας των κρίσεων και των καταστροφών της ιστορίας μας.

Ας παρατηρήσουμε πόσο δύσκολο είναι να διδαχθούμε από την πολύπλευρη ελληνική κρίση, πώς θέλουμε να αλλάξει η χώρα χωρίς να αλλάξουμε εμείς.

Οι εγγυητές της εύρυθμης κοινωνικής λειτουργίας συρρικνώνονται ή και εξαφανίζονται: μύθοι και ιδεολογίες (πλην αυτής του κέρδους), πίστη και αναφορά ουσιαστική στην πίστη, νόμοι, ιεραρχία, αξιοκρατία, λειτουργία θεσμών με κύρος. Η κουλτούρα του κενού αντικαθιστά τους εγγυητές, τα σημεία αναφοράς της νοηματοδότησης, θέτοντας σε ριζική αμφισβήτηση την ατομική ταυτότητα, όπως και τις συλλογικές ταυτότητες ομάδων και κοινοτήτων. Η έξαρση του εθνικισμού, της θυμικής δημοκρατίας, των ακραίων λαϊκισμών, του αυταρχισμού, αναδεικνύουν και ηγέτες με τοξικό και επικίνδυνο ναρκισσισμό (Trump, Berlusconi, ηγέτες ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη).

Όλα αυτά μας απομακρύνουν από την ικανότητα αναστοχασμού, σκέψης, νοηματοδότησης, ενίσχυσης των ψυχικών δεσμών μεταξύ των ατόμων, αδυνατίζουν τα σημεία υποστήριξης του ψυχισμού των αδυνάτων και κάνουν τους δυνατούς πιο αλαζονικούς.

Το «εγώ» δε μετασχηματίζεται εύκολα σε «εμείς» μέσα από τους διϋποκειμενικούς δεσμούς και την «εργασία του πολιτισμού» που περιέγραφε ο Φρόυντ. Συχνά το «εμείς» συγκροτείται για λόγους εκφόρτισης αρχαϊκών ενορμήσεων καταστροφικότητας και διχοτόμησης. Ο χουλιγκανισμός, η στρατολόγηση δυτικών νέων στο ISIS, η «εργαλειακή» χρήση των σχέσεων και του έρωτα, η αδιαφορία για τις κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες είναι συμπτώματα αυτών των ελλειμμάτων των σημείων αναφοράς του μετα-πλαισίου.

Η πολιτική ανάλυση της ταυτότητας θεωρεί τη διεκδίκησή της ως διαδικασία επαναπροσδιορισμού του ατόμου και επανεφεύρεση της ιστορίας του.

Ε) Η κουλτούρα της συνεχούς αλλαγής 

Στο έργο του «Community» o Z. Bauman, ένας από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές της σύγχρονης εποχής, μιας εποχής που μεταμορφώνεται σε μια άμορφη μάζα με μια τάση προς τη διαρκή και αδιάκοπη αλλαγή, σημειώνει: «Αυτή δεν είναι η μοντέρνα εποχή, ούτε η μετα-μοντέρνα αλλά, αν μη τι άλλο, η εποχή αυτή μπορεί να ταυτοποιηθεί ως ρευστός νεωτερισμός (liquid modernity)». Ο ρευστός νεωτερισμός του Μπάουμαν είναι ένας όρος που μπορεί να ξεπεράσει την έννοια του μεταμοντερνισμού, κλίνοντας προς το σύγχρονο κόσμο: την πραγματικότητα στην οποία προσφέρεται μεγαλύτερη σημασία στο προσωρινό παρά στο στατικό, στο άμεσο παρά στο μακροπρόθεσμο, και στην οποία η πρακτικότητα θεωρείται ανώτερη κάθε άλλης αξίας. Αναλύει τους νέους κοινωνικούς δεσμούς που εγκαταστάθηκαν στη μετα-καπιταλιστική κοινωνία και την προσπάθεια των ατόμων να αποσυρθούν προστατευτικά με έναν οικείο τρόπο, στην κοινότητά τους, προκειμένου να βρουν ένα στέρεο σημείο αναφοράς, ένα καταφύγιο ενάντια στα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης.

Με αυτόν τον τρόπο αναδύεται όλη η αμφιθυμία της ταυτότητας: Η νοσταλγία του παρελθόντος συναντά και ενισχύεται/αποδομείται με την πλήρη συμμετοχή στη «ρευστή νεωτερικότητα». Η κατάρρευση των κοινωνικών δεσμών μίας «στέρεας νεωτερικότητας» αφήνει να διαφανεί μια δυνατότητα κοινωνικής απελευθέρωσης.

Ιστορικά, η ταυτότητα ενός ατόμου καθοριζόταν πρώτα απ' όλα από τον παραγωγικό του ρόλο μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, πεδίο όπου το κράτος παρείχε ρόλο εγγυητή της διαιώνισης αυτού του ρόλου.

 Ο «ήρωας του σύγχρονου κόσμου» δεν μπορεί παρά να είναι ένας συλλέκτης εμπειριών και στιγμών: το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η παρούσα στιγμή, το εδώ και τώρα. 

Αυτή η αλυσίδα εξάρτησης και στήριξης χωρίς διακοπές μπορούσε να αποτελέσει τα θεμέλια για ένα «συνταγματικό πατριωτισμό» (Habermas).

Τώρα όλο αυτό το σύστημα εγγυήσεων εξατμίστηκε. Όλοι έχουν μια εφήμερη εργασία, πολλοί είναι μακροπρόθεσμα άνεργοι, ωστόσο όλοι σαγηνεύονται με το νέο gadget τεχνολογίας που θα μπορούσε να ενισχύσει το κοινωνικό φαίνεσθαι, να δώσει στο άτομο μια «εφήμερη ταυτότητα», με την οποία θα επιδίωκε την ατέρμονη αναζήτηση της ευχαρίστησης μέσα από επίπλαστα δάνεια και πιστωτικές κάρτες.

Όπως ο Δον Ζουάν (Μολιέρος) που αναζητά όλη την ευχαρίστηση του έρωτα μέσα στη συνεχή αλλαγή, ενσαρκώνοντας τη ζωτικότητα, τον αυθορμητισμό, την ανησυχία και το υπαρξιακό άγχος του μοντέρνου ανθρώπου, έτσι και ο «ήρωας του σύγχρονου κόσμου» δεν μπορεί παρά να είναι ένας συλλέκτης εμπειριών και στιγμών: το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η παρούσα στιγμή, το εδώ και τώρα. Δε συλλέγει τίποτα άλλο παρά αισθήσεις, διεγέρσεις, άμεση ικανοποίηση. Όμως οι αισθήσεις, από τη φύση τους, είναι τόσο εφήμερες όσο και οι ευκαιρίες, οι οποίες τις παρήγαγαν.

«Η φιλοσοφία του carpe diem (άδραξε τη μέρα σου) έρχεται να απαντήσει σε έναν κόσμο κενό από κάθε διαρκή αξία» (Bauman, Identity, 2004).

Το γεμάτο ποτήρι, που στον πάτο του είναι τρύπιο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση πλήρωσης του κενού, ενώ το περιεχόμενό του συγκροτείται από εξαρτήσεις κάθε είδους, εικόνες, φευγαλέες στιγμές, επενδύσεις χωρίς νόημα. Ο περιέκτης όλων αυτών των στοιχείων του περιεχομένου είναι διάτρητος, ασυνεχής, δεν μπορεί να συγκρατήσει καμία σύνδεση και νόημα μεταξύ αυτών των στοιχείων, το οποίο να μετασχηματίζεται σε κοινωνικό δεσμό σε αυθεντική ψυχική επένδυση. Το κενό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με παραγωγή νοήματος. 

Πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης και την αρχή της κυριαρχίας επί του άλλου, υπάρχει η αρχή της νοηματοδότησης, δηλαδή μιας ζωής με νόημα.