Πολιτικη & Οικονομια

Ανθρώπινα δικαιώματα και «δικαιώματα να...»

Σε κοινωνίες που έχουν επηρεαστεί από συνθήματα «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» είναι πολύ δύσκολο να τοποθετηθούν όρια

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 648
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Έχω δικαίωμα να...», μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα, εκφράζει τη σύγχυση ανάμεσα στα ανθρώπινα δικαιώματα –τα οποία εξασφαλίζουν οι νόμοι– και τα δικαιώματα που θεωρούμε ότι έχουμε· τα δικαιώματα-πεποιθήσεις. Στο αεροπλάνο, διαμαρτύρομαι ευγενικά γιατί η κυρία μπροστά μου δεν κρατά την πλάτη του καθίσματος όρθια με αποτέλεσμα να μη χωράω: «Είναι δικαίωμά μου» μου απαντά – και πράγματι έχει δικαίωμα να μισοξαπλώσει και να με στριμώξει. Στη δημοτική πισίνα, ένας ηλικιωμένος κύριος, αγανακτισμένος από τις φωνές και τις βουτιές των παιδιών, τους ζητάει να ηρεμήσουν λίγο και να πάψουν να τον πιτσιλάνε: «Έχουμε δικαίωμα! Πληρώσαμε είσοδο!» απαντούν και συνεχίζουν να πετάνε νερά.

Τα δικαιώματα «να...» δεν περιορίζονται στην ελεύθερη κίνηση τέτοιου είδους που δεν λαμβάνει υπόψη τους άλλους στην καθημερινότητα («Έχω δικαίωμα να μιλάω δυνατά στο κινητό!»)· επεκτείνεται στα όνειρα και τις επιδιώξεις των ανθρώπων. Έχω δικαίωμα να γίνω πλούσιος, έχω δικαίωμα να γίνω ευτυχισμένος, έχω δικαίωμα να... Ποιος θα με σταματήσει από το να...; Ο καθένας εγείρει απαιτήσεις και, εμμέσως, ταυτίζει τις απαιτήσεις με τα δικαιώματα αναζητώντας τον ένοχο που του τα στερεί. Όταν δεν τον βρίσκει, ρίχνει το φταίξιμο στην «κοινωνία», στο «Σύστημα».

Τα δικαιώματα δεν μας απαλλάσσουν από τις ηθικές επιλογές. Και κάθε μέρα, κάθε ώρα, παίρνουμε μικρές ηθικές αποφάσεις.

Σε κοινωνίες που έχουν επηρεαστεί από συνθήματα «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» είναι πολύ δύσκολο να τοποθετηθούν όρια – με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι όπου είναι απαραίτητοι: στο σχολείο, στην οικογένεια, στο σύστημα της Δικαιοσύνης και τα λοιπά. Έτσι, το φοιτητικό κίνημα, ωφέλιμο και συχνά αποφασιστικής σημασίας σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, έγινε εδώ και πολλές δεκαετίες ένας αναχρονισμός που σέρνεται επιδεινώνοντας μια ήδη αναχρονιστική τάξη πραγμάτων. Στις δημοκρατικές χώρες όπου προστίθεται το μαθητικό κίνημα –αν και όχι με τον διεστραμμένο τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε στην Ελλάδα– όλοι οι εμπλεκόμενοι δείχνουν να μη διακρίνουν μεταξύ ανθρωπίνων δικαιωμάτων και «δικαιωμάτων να...» Στην πανεπιστημιούπολη στου Ζωγράφου υπάρχουν αφίσες για το δικαίωμα να τρώνε δωρεάν οι φοιτητές. Από πού προκύπτει αυτό το δικαίωμα; Έτσι, μπορούμε να φτάσουμε στα άκρα: «Έχω δικαίωμα να μείνω αμόρφωτος», «έχω δικαίωμα να γίνω αλκοολικός», «έχω δικαίωμα να είμαι αγενής»: η δημαγωγική αριστερά διέδωσε έναν τρόπο ζωής όπου η μόρφωση θεωρείται αστική και ελιτίστικη, ενώ η ευγένεια ταυτίζεται με την υποκρισία. Προπάντων, τόνισε τα «δικαιώματα να...» με σκοπό να μη δυσκολευόμαστε: τα «δικαιώματα να...» καθιστούν τη ζωή λιγότερο εξετασμένη – άρα φαινομενικά (αλλά πιθανώς βραχυπρόθεσμα) ευκολότερη. Παραλλήλως, δυσκολεύουν τη ζωή των άλλων.

Δεν γίνεται αντιληπτό ότι για να ζήσουμε μαζί σε οργανωμένη κοινωνία χρειάζεται κοινός κώδικας: αν ο καθένας ακολουθεί τον δικό του ή φτιάχνει κάθε μέρα έναν κώδικα που τον βολεύει, δεν υπάρχει κοινωνική ζωή· κι αυτός είναι, μεταξύ άλλων, ο μεγάλος κίνδυνος της πολυπολιτισμικότητας η οποία αναδεικνύει διεκδικήσεις του «δικαιώματος να...»: έχω δικαίωμα να φοράω μαντίλα στο σχολείο, έχω δικαίωμα να μισώ τη Γαλλία (το σημειώνω διότι σε πρόσφατη έρευνα σε γαλλικά σχολεία, 30% των μουσουλμάνων μαθητών δήλωσαν αυτό το «δικαίωμα να...»), έχω δικαίωμα να αμφισβητώ την αυθεντία – κι αν μου το στερήσει, λόγου χάρη, ο καθηγητής, θα φωνάξω τη μαμά μου και θα κινητοποιηθούν οι θεσμοί (Σύλλογος γονέων και τα τοιαύτα) και θα τον επιπλήξουν για αυταρχική συμπεριφορά. Και ο καθηγητής θα λουφάξει. Και στο εξής στο μάθημά του θα τα κάνω όλα γης μαδιάμ.

Πολλά από τα «δικαιώματα να...», αν όχι όλα, είναι ζήτημα πολιτισμού. Οι ΗΠΑ δίνουν ένα παράδειγμα τού πώς συγχέονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με τα «δικαιώματα να μη...»: «Έχω δικαίωμα να μη συμμετέχω στην ανακύκλωση· το κράτος δεν μπορεί να με αναγκάσει»· «Έχω δικαίωμα να μη μάθω αγγλικά· οι ΗΠΑ δεν έχουν επίσημη γλώσσα»· «Έχω δικαίωμα να μη στείλω τα παιδιά μου στο σχολείο». Την ίδια στιγμή η δυνατότητα άσκησης ενός δικαιώματος, όπως εκείνη της οπλοφορίας («μπορώ να οπλοφορώ υπό ορισμένες συνθήκες») ταυτίζεται με «ανθρώπινο δικαίωμα» όχι μόνο επειδή περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα του 18ου αιώνα αλλά επειδή συνδέεται με τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Αλλά ό,τι μας επιτρέπεται δεν είναι δικαίωμα· κυρίως, δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να το ασκήσουμε. Τα δικαιώματα δεν μας απαλλάσσουν από τις ηθικές επιλογές. Και κάθε μέρα, κάθε ώρα, παίρνουμε μικρές ηθικές αποφάσεις.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δικαίωμα να λέει βλακείες και να βρίζει όποιον αντιπαθεί με tweets ή χωρίς tweets. Έχει το δικαίωμα να τουιτάρει – αλλά η άσκηση αυτού του απλού δικαιώματος αποκαλύπτει το επίπεδο της κουλτούρας του. Αν και η διεκδίκηση των «δικαιωμάτων να...» αντιμετωπίζεται ως ένδειξη ανυπότακτου πνεύματος, αν και φαίνεται σαν ατομισμός, συχνά οφείλεται στο αγελαίο πνεύμα της παράδοσης, σε όσα στραβά κι ανάποδα μάς έμαθε η οικογένειά μας και το χωριό μας. Μοιάζει, απλούστατα, με την ελληνική νοοτροπία του «δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω!», με την άρνηση, τη μη κατανόηση, της πολιτικής κοινωνίας.