Πολιτικη & Οικονομια

Edito 437

Tο θέμα δεν είναι ο στόχος. Αλλά το κάψιμο. Σ' αυτό συμφωνούμε πράγματι όλοι;

Φώτης Γεωργελές
ΤΕΥΧΟΣ 437
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φοβάμαι πως, όπως όλα τα θέματα τα αντιμετωπίζουν «επικοινωνιακά», το ίδιο κάνουν και με την αυξανόμενη απήχηση του νεοναζισμού.

Φοβάμαι πως, όπως όλα τα θέματα τα αντιμετωπίζουν «επικοινωνιακά», το ίδιο κάνουν και με την αυξανόμενη απήχηση του νεοναζισμού. Δεν απευθύνονται στους πολίτες που επηρεάζονται απ’ αυτόν, αλλά «χειρίζονται» το ζήτημα, απευθύνονται στο δικό τους ακροατήριο. Χειρότερα ακόμα. Χρησιμοποιούν το θέμα στη μεταξύ τους διαμάχη, για να κερδίσουν πόντους στην αδιάκοπη αντιπαράθεση ανούσιας ανταλλαγής δηλώσεων. Το πόσο εννοούν το «δημοκρατικό τόξο» φάνηκε μέσα στο ίδιο 24ωρο. Οι μεν, στα πλαίσια της θεωρίας των δύο άκρων, κατηγορούν τον Σύριζα ότι έχει πολλές ομοιότητες με τη Χ.Α. και οι δε ότι η ΝΔ είναι στο ίδιο άκρο, τη συνδέει ομφάλιος λώρος με τη Χ.Α. Έτσι, με τις εκατέρωθεν κατηγορίες δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να τη νομιμοποιούν, δεν είναι και τίποτα διαφορετικό, συνδέεται, έχει ομοιότητες, μοιάζει με τους υπόλοιπους.

Και, επιπλέον, τη δικαιώνουν. Το ακροατήριό της θα θεωρήσει το περιστατικό μια ακόμη απόδειξη του στημένου παιχνιδιού από τη μεριά του συστήματος εναντίον της «πραγματικά αντισυστημικής» δύναμης. Δηλαδή σ’ αυτή τη Βουλή που έχει ακούσει για καλάσνικοφ, για λιντσαρίσματα, για δοσίλογους, για δυνάμεις κατοχής, για κατοχικές κυβερνήσεις που θα φύγουν με ελικόπτερο, για φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, ύβρις προς πολιτικό αρχηγό ήταν το «μίστερ αλέξις»; Τα επικοινωνιακά τρικ κατόπιν εορτής φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Την κατηγορούν γι’ αυτό που υπερηφανεύεται. Ότι τους βρίζει όλους.

Φοβάμαι πως τα ίδια αμφιλεγόμενα αποτελέσματα θα έχει και το ανάλογο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που ετοιμάζεται. Το οποίο διαμορφώνεται όπως ακριβώς κατασκευάζονται οι νόμοι σ’ αυτή τη χώρα. Να περιλαμβάνουν τόσο πολλές, διαφορετικές και αμφιλεγόμενες έννοιες, ώστε πρακτικά να είναι ανεφάρμοστοι. Να ερμηνεύονται α λα καρτ, να οδηγούν σε μια δικαιοσύνη ιδεολογικοποιημένη, όπου ο κάθε δικαστής, λες και είναι πολιτικός ή δημοσιογράφος, θα ερμηνεύει το νόμο ανάλογα με τις δικές του πεποιθήσεις. Τι είναι η εχθροπάθεια και τι το μίσος; Πόσες είναι οι γενοκτονίες και ποια τα εγκλήματα πολέμου; Περιλαμβάνει τα εγκλήματα πολέμου στη Βοσνία, όπως θεωρεί όλος το κόσμος εκτός των Ελλήνων που δεν είχαν ακούσει τίποτα; Περιλαμβάνει μόνο τη γενοκτονία των Εβραίων ή θεωρεί γενοκτονία και την καταστροφή των Ποντίων, όπως λέμε εμείς, και των Ουκρανών από τον Στάλιν, όπως πιστεύουν οι Ουκρανοί; Πολύ φοβάμαι πως τέτοιες αβέβαιες και γενικές διατυπώσεις που προσπαθούν να λύσουν πολιτικά ζητήματα με αμήχανες νομικές κατασκευές, φέρνουν επίσης το αντίθετο αποτέλεσμα. Σχετικοποιούν και τη δικαιοσύνη, κάνουν τους κανόνες ρευστούς, πράγμα που οδηγεί στην ακύρωση κάθε κανόνα.

Στο τέλος, κατηγορούμενη θα είναι η γνωστή άτυχη ποιήτρια. Η οποία θα διώκεται και για τους δυο αντίθετους λόγους. Και για προτροπή βίαιης απομάκρυνσης των ξένων από τα παγκάκια μας και για προτροπή βίαιων πράξεων εναντίον των νεοναζί, τους οποίους θέλει «να σκοτώσει». Κάθε αστοχία του λόγου, κάθε άτυχη στιγμή θα ποινικοποιείται, κι επειδή αυτό δεν γίνεται, άρα καμία.

Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι οι 18 μαυροφορεμένοι της Βουλής. Δεν αισθάνθηκε ξαφνικά το 10-12% του ελληνικού λαού τη γοητεία του μουσολινικού φασισμού μετά από 80 χρόνια. Αμφιβάλλω κι αν ξέρουν όλοι αυτοί ποιος είναι ο Χίτλερ, μπορεί αν τους ρωτήσεις να νομίζουν ότι παίζει στη Μπουντεσλίγκα. Το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι η μαζική διολίσθηση στον ανορθολογισμό και στη βία. Είναι η ενστικτώδης αντίδραση κάθε φοβισμένου, απροετοίμαστου, με μειωμένα εφόδια μυαλού, μπροστά στον κίνδυνο: Να σηκώσει το χέρι, να βρει έναν εχθρό δίπλα του, να ρίξει μια μπουνιά. Να πιστέψει στην οποιαδήποτε παράνοια, μπας και καταλάβει τον κόσμο που δεν μπορεί αλλιώς να ερμηνεύσει. Αυτή όμως η αντίδραση νομιμοποιήθηκε από πολλούς άλλους πριν την κληρονομήσουν οι νεοναζί.

Έγινε εδώ, στην Ελλάδα, δυνατή η επανεμφάνιση του ολοκληρωτισμού, γιατί μόνο εδώ έγινε κοινότοπο το αδιανόητο: η μισαλλοδοξία, η πολιτική βία, η εξόντωση του αντιπάλου. Μόνο εδώ απενοχοποιήθηκε η βία. Η αντιμετώπιση του ολοκληρωτισμού δεν θα γίνει με την αντίθεση απλώς στο κόμμα που τον αντιπροσωπεύει. Γιατί έτσι μάλλον το δυναμώνει. Αλλά με την αντιμετώπισή του συνολικά. Η κοινωνία μας οφείλει να βάλει μια τελεία στο παρελθόν, τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να επανατοποθετήσουν τους κανόνες τους οποίους παραδεχόμαστε και σεβόμαστε όλοι. Δεν είναι δυνατόν, δηλαδή, να αποβάλλεται ο βουλευτής της Χ.Α. για προσβολή του κοινοβουλίου και την ίδια μέρα ένας πολιτικός αρχηγός να λέει ότι ζούμε σε μια «κατ’ όνομα» δημοκρατία που έχει κάνει τα σχολεία στρατόπεδα. Δεν μπορούμε να τρελαίνουμε τον κόσμο. Δεν μπορούμε να μιλάμε για χούντες και κατοχές το πρωί και το βράδυ να αποκλείουμε τη Χ.Α. από το «κοινοβουλευτικό τόξο». Γιατί, έτσι, απλώς ενισχύεται.

Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο, αν έκαναν τα κόμματα άλλα πράγματα. Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, γιατί 3 χρόνια νιώθουν την αδικία της στοχοποίησης επάνω τους, αλλά θα ’πρεπε οι βουλευτές του Πασόκ να πάνε στο Τυμπάκι και να πουν, το ξέρουμε ότι θέλετε την επένδυση, ότι χρειάζεστε το λιμάνι, κι εμείς μαζί σας είμαστε, αλλά στη δημοκρατία όταν έρχονται οι βουλευτές του Σύριζα να εκφράσουν την αντίθετη άποψη τους ακούμε, δεν τους γιαουρτώνουμε.

Αυτή είναι η δημοκρατία, έτσι συγκρίνουμε τις απόψεις μας. Και οι βουλευτές του Σύριζα θα έπρεπε να πάνε όλοι στην Ιερισσό και να πούνε, μπορεί να μη θέλετε τα ορυχεία, ούτε εμείς τα θέλουμε, αλλά στη δημοκρατία διαφωνούμε, διαμαρτυρόμαστε, διαδηλώνουμε, κάνουμε προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ψηφίζουμε τα κόμματα που συμφωνούν μαζί μας. Μέχρι εκεί. Δεν πυροβολούμε αστυνομικούς, δεν πυρπολούμε αστυνομικά τμήματα, δεν καίμε εγκαταστάσεις επιχειρήσεων, δεν περιλούζουμε εργαζόμενους με πετρέλαιο, δεν οχυρώνουμε τα χωριά μας, δεν εμποδίζουμε την αστυνομία να κάνει συλλήψεις. Γιατί αν συνέβαιναν αυτά σε οποιοδήποτε κράτος του κόσμου, σε οποιοδήποτε, αν αστυνομικό τμήμα δεχόταν επίθεση, θα αμυνόταν με τα όπλα. Και θα είχαμε δεκάδες νεκρούς. Και τώρα θα κλαίγαμε.

Και η πολιτεία, αντί για νόμους καινούργιους, πιο χρήσιμο θα ήταν να έκανε τη δουλειά της. Δεν είναι δυνατόν να είναι κοινό μυστικό της Αθήνας ότι κάθε βράδυ οργανώνονται πογκρόμ εναντίον ανυπεράσπιστων ανθρώπων και να περνάει στα ψιλά των εφημερίδων. Αν η τρομοκρατία θεωρείται εχθρός της δημοκρατίας, αν οι 20χρονοι ληστές τραπεζών είναι νούμερο ένα δημόσιοι κίνδυνοι και μιλάμε για γιάφκες, για επιχειρήσεις, για οπλισμούς και πολύκροτες δίκες, τότε πολύ περισσότερο θα έπρεπε να μας απασχολούν οι καθημερινές ρατσιστικές επιθέσεις, τραυματισμοί και δολοφονίες που διαλύουν την κοινωνία μας, δημιουργούν υπόγειες αντιδράσεις που ούτε μπορούμε να φανταστούμε και κατοχυρώνουν την Ελλάδα στη συνείδηση όλου του πλανήτη ως ένα πρωτόγονο, επικίνδυνο, υποανάπτυκτο μέρος που πρέπει να αποφεύγουν.

Και τα μέσα ενημέρωσης, όπως πρόβαλαν την τραγική ιστορία της μικρής στην Πάρο που δέχτηκε την επίθεση του Πακιστανού με πρωτοσέλιδους τίτλους για το «τέρας», έτσι πρέπει να μιλάνε για τα «τέρατα» που χτυπάνε και δολοφονούν ανυπεράσπιστους ανθρώπους κάθε βράδυ στους δρόμους μας. Και η ATHENS VOICE θα ’πρεπε εξώφυλλο, αντί για έργο τέχνης, να βάλει το πρόσωπο του 14χρονου με τα δεκάδες ράμματα και τίτλο «αυτό είναι το επίπεδο του πολιτισμού σήμερα στη πόλη μας». Μήπως καταλαβαίναμε όλοι τι γίνεται. Και ίσως έτσι, χωρίς νόμους για τις φράσεις και κανονισμούς της βουλής και κομματικά σχέδια αντιμετώπισης, πραγματικά αντιδρούσαμε και αντιμετωπίζαμε το πρόβλημα στην πράξη.

Με άλλα λόγια, η ελληνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει το νεοναζιστικό φαινόμενο όταν η ίδια εγκαταλείψει τον ανορθολογισμό και την πολιτική βία. Όταν αρχίσει να λειτουργεί πάλι το κράτος. Όταν επαναεπιβεβαιώσουμε όλοι τους κανόνες. Απαγορεύεις κάτι, όταν η κοινωνία ξέρει ήδη ότι είναι εκτός της πολιτισμένης κοινωνικής συμβίωσης. Αν δεν το ξέρει, οι απαγορεύσεις μπορεί να γίνουν μπούμερανγκ. Αν, δηλαδή, φωνάζεις με το διπλανό σου στην πάνω πλατεία να καεί το μπουρδέλο η Βουλή, δεν γίνεται μετά, όταν συνεχίσει να καεί και του Πακιστανού το μαγαζί και του Εβραίου η συναγωγή, να πεις α, εδώ διαφωνούμε. Γιατί το θέμα δεν είναι ο στόχος. Αλλά το κάψιμο. Σ’ αυτό συμφωνούμε πράγματι όλοι;


nTο νέο βιβλίο του Φώτη Γεωργελέ «Κρυμμένες αλήθειες και ψεύτικα διλήμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Μια συλλογή άρθρων τα οποία αποτυπώνουν την Ελλάδα της κρίσης, μιλάνε με τόλμη για τα κακώς κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής πραγματικότητας και διακρίνονται για την διεισδυτικότητα και τη διορατικότητά τους.