Πολιτικη & Οικονομια

Τρεις τσάντες έξω απ’ το σχολείο, κάπου στην Αθήνα

Τα παιδιά, μεγαλώνοντας, θα θάψουν τους απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς στο πιο βαθύ λαγούμι

Λεωνίδας Καστανάς
ΤΕΥΧΟΣ 644
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο μεγάλος πατερούλης έσκυψε στοργικά πάνω από το θρανίο του Μανόλη και του ψιθύρισε στ' αυτί. «Το επόμενο Σαββατοκύριακο δεν έχει διάβασμα. Την ασήκωτη τσάντα με όλα τα βιβλία και τα τετράδια θα την κρατήσω εγώ στο σχολείο. Για να μη σε αναγκάσουν οι καταπιεστικοί γονείς σου να διαβάσεις, ή να κάνεις επανάληψη. Δυο μέρες τηλεόραση, PC, Play Station, χμμμ… εξωσχολικά βιβλία, τέχνη, αθλητισμός, πάντως όχι διάβασμα…» Σκέφτηκε μονολογώντας. «Αν εκτός από την κυβέρνηση είχαμε και την εξουσία όλο το ΣΚ θα ήσουν σε camp της Komsomol για τη σωστή διαπαιδαγώγηση, αλλά πού θα πάει, θα το πετύχουμε κι αυτό».

Ο μικρός Μανόλης δεν έχει προλάβει ακόμα να διαβάσει Λ. Αλτουσέρ και να μάθει πόσο κινδυνεύει από  τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους και την εκπορευόμενη από αυτούς δυτική γνώση και ως εκ τούτου το μόνο που πρόλαβε να πει είναι: «Μεγάλε τιμονιέρη, μήπως μπορώ να πάρω στο σπίτι την κασετίνα με τους μαρκαδόρους, γιατί μου αρέσει να ζωγραφίζω τα Σαββατοκύριακα; Κι αν τη Δευτέρα έχω διαφορετικά μαθήματα από την Παρασκευή; Μήπως να μας κρατάς καλύτερα όλη τη βιβλιοθήκη;» Ο μεγάλος αδερφός θα το μελετήσει σε ειδική σύσκεψη του επαναστατικού εκπαιδευτικού συμβουλίου και θα σου απαντήσει με μια νέα εγκύκλιο. 

Ο παππούς του Μανόλη ζαλώνονταν μια μικρότερη τσάντα και περπατούσε καμιά ώρα, στη ζέστη, τη βροχή, το κρύο ή το χιόνι μέχρι να φτάσει στο σχολείο. Μέσα της είχε ένα αναγνωστάρι και κάνα δυο τετράδια, ένα μελανομόλυβο που έπρεπε να το σαλιώνεις για να γράφει. Τον χειμώνα η τσάντα ήταν βαριά γιατί είχε και δυο κούτσουρα που έπρεπε να φέρνει ο κάθε μαθητής για την ξυλόσομπα του σχολείου. Για να μην ξεπαγιάζουν.

Η μητέρα του πάλι γνώρισε καλύτερες μέρες, μιας και η πατρίδα στο μεταξύ είχε πλουτίσει. Ήρθαν και τα πακέτα από την Ευρώπη και το κάθε χωριό απέκτησε δάσκαλο και σχολείο με κεντρική θέρμανση. Κανείς τους όμως δεν είχε ιδέα από στρουκτουραλισμό. Βάρυνε και η τσάντα, μιας και άπλωσε η ανθρώπινη σοφία, μεγάλωσαν οι ανάγκες και οι απαιτήσεις. Η ανάγνωση και η γραφή έγιναν επιστήμες και αυτές με τη σειρά τους τεχνολογία που ένωσε τους ανθρώπους απ’ άκρη σ’ άκρη. Άνοιξαν νέες δουλειές, έφεραν κέρδη. Σήμερα ο γιος της ο Μανόλης παίζει διαδικτυακά παιχνίδια με έναν Εγγλέζο και μια Κινέζα, αύριο ίσως να δουλεύει μαζί τους στη Νότια Αφρική. Η τσάντα θα περιέχει πάντοτε την ανθρώπινη σοφία. Ακόμα και όταν τα βιβλία γίνουν tablet για όλα τα παιδιά του κόσμου, η τσάντα θα συνεχίσει να είναι βαριά μιας και κουβαλάει την τάξη και το χάος της φύσης και της γνώσης. Τη γνώση του κόσμου είναι που φοβάται ο κάθε πατερούλης.

Η τσάντα της Ματίνας δεν είναι πια κοριτσίστικη. Δεν έχει πάνω χαραγμένο ούτε το σήμα της ειρήνης, ούτε το όνομα κάποιου ροκ σταρ, όπως είχε της μάνας της. Δεν μοιάζει με τσάντα σχολική. Μέσα της είναι όλα τακτοποιημένα. Τετράδια, βιβλία, βοηθήματα. Στην ώρα των θρησκευτικών ή στο κενό θα βρει τον χρόνο να λύσει και μερικές ασκήσεις του φροντιστηρίου. Χτες δεν πρόλαβε, είχε και την προπόνηση στο βόλεϊ, ακόμα και η ομάδα  ποντάρει σ’ αυτήν. Το Σάββατο θα φύγουν εκδρομή οι γονείς του Σάκη και είναι μια σούπερ ευκαιρία να βρεθούν οι δυο τους μόνοι στο σπίτι. Τέλεια. Όλα πρέπει να τα προλάβει, και την ομάδα, και το διάβασμα, και τον Σάκη. Πίεση. Αλλά της αρέσει αυτό το πάρε - δώσε, μεγαλώνει όμορφα και βλέπει να τα καταφέρνει, κουράζεται κι απολαμβάνει, μαζεύει για το αύριο. Καμιά φορά πέφτει αλλά βάζει τα χέρια και σηκώνεται. Μαθαίνει και συνεχίζει. Ζει.

Η τάξη της τσάντας υπάρχει και μέσα στο κεφάλι της. Έχει βάλει στόχους. Θέλει να γίνει γιατρός και ξέρει ότι θα συναγωνιστεί τους καλύτερους. Πρέπει να δουλέψει σκληρά για να  τα καταφέρει. Οι γονείς της δεν είναι πλούσιοι αλλά τη βοηθούν, της στέκονται δεν είναι ότι θέλει να τους το ανταποδώσει, θέλει να πετύχει γι’ αυτήν. Είναι φιλόδοξη και θέλει να αρέσει. Να κερδίζει. Η βαριά τσάντα είναι το μέσο για να αξιώσει κάποτε τη δική της ισχύ στον κόσμο και να την πάρει. Ο ιδεολογικός μηχανισμός εδώ έχει νικήσει κατά κράτος, ο πατερούλης δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Η Ματίνα θα πάρει την υποτροφία του ευαγούς ιδρύματος κάποιου ευεργέτη, που ίσως της απονείμει ο ίδιος ο πατερούλης, και αύριο θα μεγαλουργεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Θα τη δούμε πια στις ειδήσεις. Η τσάντα της θα είναι πάντοτε βαριά αλλά η στιβαρή Ματίνα θα τη σηκώνει με περηφάνια, καθώς θα εξηγεί σε κάποιο συνέδριο την τελευταία επιστημονική δημοσίευση της ομάδας της… Οι στίχοι και τα χρώματα που έλειψαν από το πάνελ των εφηβικών της χρόνων ίσως να είναι χαραγμένα στην ψυχή της. Είναι εδώ που κλαίει ο Αλτουσέρ.   

Όταν ο Στέλιος έφτασε στο σχολείο ήταν πια αργά, η πόρτα είχε κλειδώσει. Μανία με την κλειδαριά που έχει ο διευθυντής. Αλλά άμα την αφήσει ανοιχτή πλακώνουν ένα σωρό μυστήριοι και αρχίζει το νταλαβέρι και μετά δεν συμμαζεύεται. Έκανε να πηδήξει πάνω από τα κάγκελα, πιάστηκε η τσάντα από κάπου, την  τράβηξε, σκίστηκε, πάει. Δεν είχε και πολλά μέσα. Εδώ δεν ζητούν πολλά ούτε αυτός θέλει να δώσει περισσότερα. Έτσι έμαθε, ποτέ δεν του ζήτησαν ούτε τον έπεισαν να πάρει και να δώσει στο σχολείο. Η δομή, που λέγαμε, τον κοίταξε αφ’ υψηλού και  τον τοποθέτησε από πολύ νωρίς στους «εκτός». Πλην όμως και για τους «εκτός» υπάρχει «εντός» ένα πέτσινο κρατικό χαρτί για να παραμυθιάζονται.

«Και πώς να ξυπνήσω, δάσκαλε, πρωί, δουλεύω delivery μέχρι της 2 και μετά, ε καμιά μπίρα, δεν χορταίνω ύπνο και αργώ». Ο Στέλιος δεν ζητάει να μάθει από τη σοφία των βιβλίων. Βρίσκει τις άκρες του στο πεζοδρόμιο, επιβιώνει στα δύσκολα, κάτι μαθαίνει πάνω στο παπί καθώς ανεβαίνει ανάποδα το δρόμο για να σου φέρει την πίτσα ζεστή. Δεν είναι υπερήφανος γι’ αυτό, ούτε θεωρεί ότι κάνει κάτι σημαντικό. Μια τέχνη θα ήθελε να μάθει παράλληλα με μια πραγματική και σταθερή δουλειά. Δεν θα ξαναφέρει τσάντα στο σχολείο. Δεν του χρειάζεται. Θα την αφήσει να κρέμεται στο κάγκελο, μπας και τη δει ο πατερούλης και κάτι καταλάβει από τη ζωή των άλλων. Ο Αλτουσέρ βουβάθηκε.

Άμα είσαι πλούσιος και έχεις σπουδάσει στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και κάποτε διάβασες ολίγον από Μ.Π. Φουκώ μπορεί και να γοητεύεσαι από τη ζωή και την κατάσταση του Στέλιου. Επειδή ακριβώς είναι του Στέλιου και δεν είναι δική σου.

Καλά θα κάνεις, πατερούλη, να μην ανακατεύεσαι στις ζωές των άλλων και δη των παιδιών. Δεν είναι τα δικά σου. Το κράτος ας φροντίζει μόνο να υπάρχουν πραγματικά σχολεία και αληθινοί δάσκαλοι. Και να καταργήσει το ένα και μοναδικό βιβλίο. Εξάλλου τα περισσότερα κρατικά είναι άστοχα. Να είναι ελεύθεροι οι άνθρωποι να μάθουν ό,τι και όπως θέλουν, ελεύθεροι να επιχειρούν. Τίποτε άλλο. Αν ο Στέλιος είχε την ευκαιρία να μάθει την τέχνη, αν τον άφηνες να ανοίξει αύριο μια δική του δουλειά, να βρει το δρόμο του, δεν θα σε είχε ανάγκη. Όπως σίγουρα δεν θα σε έχει η Ματίνα που θα ψηλώσει πολύ και δεν θα την φτάνεις. Δεν θα μπορείς να τους χειραγωγείς. Αν στέκει όμως σκυφτός πάντα θα κοιτάζει προς εσένα. 

Με ή χωρίς τσάντα, όλα αυτά τα παιδιά θα βρουν κάποια στιγμή τον δρόμο τους. Τους αρκούν οι γονείς και οι φίλοι τους, δεν θέλουν κανένα τιμονιέρη να διαφεντεύει τη ζωή τους, να τους υπαγορεύει πότε θα διαβάσουν και πότε θα παίξουν. Αυτά τα παιδιά είναι που μεγαλώνοντας θα θάψουν τους απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς στο πιο βαθύ λαγούμι. Θα τους εξαφανίσουν. Θα κάνουν αυτό που δεν κατάφεραν οι γονείς τους και γι’ αυτό ταλαιπωρούνται ακόμα. Από τις ιδεοληψίες.