Πολιτικη & Οικονομια

Τσίπρας: Ο μαθητευόμενος μάγος του Μακεδονικού

Η χώρα όμως δεν έχει ανάγκη από σκοτεινά πολιτικά παιχνίδια,

Θεόδωρος Σκυλακάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τον Ιούλιο του 1991, λίγο πριν ξεσπάσει η υπόθεση των Σκοπίων, ένας εξαιρετικός Αμερικανός αναλυτής, που συνεργαζόταν με την κυβέρνηση Μητσοτάκη της εποχής εκείνης, ο Jo Glick, παρουσίασε στο εσωτερικό κυβερνητικό επιτελείο τα συμπεράσματα των focus group, που είχε πραγματοποιήσει σε ολόκληρη την Ελλάδα[1]. Συνοψίζοντας το κλίμα της εποχής έγραφε:

«Σ’ όλες τις ομάδες, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα οι άνθρωποι μίλαγαν σαν η Ελλάδα να αντιμετώπιζε μια εθνική κρίση. Αντιμετώπιζαν την Ελλάδα σαν τη Χιροσίμα αφού έπεσε η βόμβα… Οι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτή με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους:

Ντροπή: ..ένα γενικότερο αίσθημα ότι έχει επέλθει κάποια καταστροφή και ένα ανάλογο αίσθημα ενοχής… γιατί η Ελλάδα είναι τόσο πίσω από τις άλλες χώρες…

Απώλεια: συνειδητοποιούν ότι η Ελλάδα είχε μια μοναδική ευκαιρία, ένα παράθυρο στο χρόνο που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια για να γίνει «σύγχρονη» και «ευρωπαϊκή»… που έχει πια χαθεί.

Απειλή: με το 1992 (σ.σ. Μάαστριχτ-Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση) να αντιμετωπίζεται ως μια εξωτερική επιβολή στον ελληνικό τρόπο ζωής.

Ηθική κρίση: …απώλεια θεμελιωδών κοινωνικών αξιών (τιμιότητα, οικογενειακή συνοχή, ελληνική πολιτισμική ταυτότητα), ενδιαφέρον για γρήγορο χρήμα, ανέλιξη… πως θα καταφέρνουν  να ξεγελούν τους άλλους…

Η… κρίση …φτάνει στον πυρήνα της ταυτότητάς τους, θίγει την υπερηφάνεια που αισθάνονται γιατί είναι Έλληνες».

Το υπόστρωμα εκείνο, που εξηγούσε την έκρηξη των συλλαλητηρίων του 1992, που ήρθαν να καλύψουν το κενό που δημιουργούσε η κρίση αξιών και το σύμπλεγμα ενοχής για την κατάσταση της Ελλάδας μετά την ευωχία της δεκαετίας του 80, υπάρχει προφανώς και σήμερα, πολλαπλασιασμένο εις την δεκάτη. Αυτό εξηγεί και την άρνηση της κοινής γνώμης για οποιοδήποτε (ρεαλιστικό), συμβιβασμό και τη διοργάνωση του χθεσινού συλλαλητηρίου. Η Ελλάδα του 2008, όταν όλες οι πολιτικές δυνάμεις (πλην Λάος), αποδέχθηκαν το συμβιβασμό της σύνθετης ονομασίας δεν υπάρχει πια.

Τι θα έπρεπε να κάνει μια κυβέρνηση με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα. Θα έπρεπε καταρχήν να δρομολογήσει, μετά την αλλαγή κυβέρνησης στα Σκόπια, μια σοβαρή διπλή προσπάθεια, δημιουργίας συναίνεσης στο εσωτερικό και βελτίωσης του κλίματος μεταξύ των δύο χωρών, με μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που θα διευκόλυναν την επίτευξη συμβιβασμού. Γιατί στο πρόβλημα των Σκοπίων το τι θα περιέχει μια ρεαλιστική λύση είναι γνωστό και συμφωνημένο εδώ και 25 χρόνια σε απόλυτη λεπτομέρεια στη συμφωνία Βανς και Όουεν που διαπραγματεύτηκε ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου στον ΟΗΕ[2]. Το πρόβλημα είναι αν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών επιτρέπει η όποια λύση να είναι πραγματική. Να εφαρμοστεί δηλαδή στην πράξη.  Αν η «λύση» δημιουργεί μια έξαρση της αντιπαλότητας μεταξύ των λαών των δύο χωρών, τότε ό,τι και να λένε τα χαρτιά δεν είναι λύση.

Άλλωστε για την Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα πραγματικής εδαφικής απειλής. Τα Σκόπια, όποιο σενάριο κι αν φανταστούμε δεν αποτελούν στρατιωτική απειλή για την Ελλάδα. Το Μακεδονικό επί του εδάφους δεν υπάρχει πια ως πεδίο αντιπαράθεσης, ως συνέπεια των καταστροφικών γεγονότων του 20ου αιώνα με μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών (ανταλλαγές πληθυσμών με Βουλγαρία και Τουρκία, αποχώρηση της μεγάλης πλειοψηφίας των σλαβικής συνειδήσεως Μακεδόνων που μιλούσαν σλαβικά, στο τέλος του εμφυλίου). Το σκηνικό συμπλήρωσε η εξόντωση των ιβηρικής προέλευσης εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους δολοφονικούς ναζί. Δεν υπάρχει αξιόλογος αριθμός μη ελληνικής συνειδήσεως πολιτών στη Μακεδονία, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να τους εκμεταλλευτεί για να απειλήσει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Το πρόβλημα από πλευράς εξωτερικής πολιτικής είναι αποκλειστικά και μόνο πρόβλημα καλής γειτονίας με έναν πληθυσμό που ζει στα βόρεια σύνορά μας, που βρίσκεται πλέον σε ένα γειτονικό κράτος.

Δυστυχώς η κυβέρνηση Τσίπρα αντί να αντιμετωπίσει την υπόθεση ως ένα σοβαρό εθνικό θέμα αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει ως μοχλό για να παίξει ένα βρώμικο πολιτικό παιχνίδι. Ο στόχος της είναι σαφής και τα φιλικά της μέσα και τα παπαγαλάκια της δεν τον κρύβουν. Θέλει μέσω του μακεδονικού να δημιουργήσει στην Ελλάδα ένα «μακεδονικό» τοπικό κόμμα στα δεξιά της ΝΔ, μια «λίγκα του βορρά» που θα συνεργαστεί με τον Καμμένο και τους ΑΝΕΛ, στην προσπάθειά της να εμποδίσει την αυτοδυναμία της ΝΔ. Δεν θέλει να λύσει το μακεδονικό αλλά να το περιπλέξει μετατρέποντάς το σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα, για λόγους κομματικής σκοπιμότητας. Έθεσε έτσι ένα εθνικό θέμα στην υπηρεσία της πολυδιάσπασης του πολιτικού σκηνικού, των διαδοχικών εκλογών και της απλής αναλογικής, για λόγους καθαρής κομματικής και προσωπικής ιδιοτέλειας. Για τον λόγο αυτό δέχεται το συνταγματικά απαράδεκτο οι δύο κυβερνητικοί εταίροι να βρίσκονται στην ίδια κυβέρνηση με τελείως αντίθετη γραμμή σε ένα μείζον θέμα, χωρίς καν να επιδιώκουν κάποιο μεταξύ τους συμβιβασμό. Για τον λόγο αυτό εξαπέλυσε τον κ. Καμμένο να ερεθίσει τα «μακεδονικά» αντανακλαστικά της κοινής γνώμης. Για το λόγο αυτό αντιμετωπίζει με προκλητικότητα την αντιπολίτευση, αρνούμενος ακόμα να την ενημερώσει.

Το σκοτεινό αυτό σχέδιο, είναι εμπνευσμένο από τον Μάο («μεγάλη αναταραχή υπέροχη κατάσταση», όπως έχει πει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας), αλλά θυμίζει πολύ περισσότερο τη σκηνή του μαθητευόμενου μάγου στη «Φαντασία» του Ντίσνεϊ. Γιατί ο κ. Τσίπρας μοιάζει με αποτυχημένο ταχυδακτυλουργό που για να κρύψει από τον κόσμο τα μπαλάκια που του πέφτουν (αποτυχία του τρίτου μνημονίου που οδήγησε σε μέτρα μετά το τέλος του για το αφορολόγητο και τις συντάξεις, αποτυχημένη επίσκεψη Ερντογάν κ.λπ.), πετάει όλο πιο πολλά καινούρια στον αέρα με την ελπίδα να μπερδέψει τη κοινή γνώμη και να διχάσει τους αντιπάλους του.

Η χώρα όμως δεν έχει ανάγκη από ένα ακόμα -άνευ λόγου και αιτίας- διχασμό. Ο καθένας έχει ασφαλώς δικαίωμα να διαδηλώσει, η εθνική ανόρθωση δεν θα προκύψει όμως ούτε από συλλαλητήρια, που δίνουν απλώς μια πρόσκαιρη διέξοδο στα συναισθήματα που περιέγραψα στην αρχή, ούτε βέβαια από σκοτεινά πολιτικά παιχνίδια, όπως αυτό που αποφάσισε να παίξει ο κ. Τσίπρας.

Το απέδειξαν αυτό τα συλλαλητήρια του 1992 που αντί για εθνική ανάκαμψη οδήγησαν τελικά στην επικράτηση του λαϊκισμού και της εξουσιολαγνείας. Γιατί βιώσαμε έτσι στο πολλαπλάσιο την καταστροφή που ο κόσμος φοβόταν το 1991. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι σοβαρότητα, δουλειά, ρεαλισμό και υπευθυνότητα. Από καταστροφές και μαθητευόμενους μάγους χορτάσαμε πιά!


[1] Είχα τότε την ευθύνη του πολιτικού σχεδιασμού της κυβέρνησης και παρέθεσα αργότερα το απόσπασμα αυτό στο βιβλίο μου του 1995, με τίτλο «Στο όνομα της Μακεδονίας» και πρόλογο Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που αποκάλυψε τι όντως είχε συμβεί την περίοδο εκείνη.

[2] Την παραθέτω ολόκληρη για να μπορεί ο αναγνώστης να διαμορφώσει ο ίδιος άποψη.